Τη βλέπεις. Είναι άβαφη, ατημέλητη, με το μαλλί πιασμένο, με όποιο ρούχο της κάνει μετά από δυο γέννες, συχνά με τα ρούχα εγκυμοσύνης ακόμα. Έχεις υπάρξει στη θέση της, αλλά αυτή δεν έχει ιδέα. Δε σε βλέπει καν. Είναι τόσο χαμένη στον μικρόκοσμό της, που δε βλέπει τίποτα. Σε κοιτάζει αλλά δε σε βλέπει πραγματικά.

Έχει ένα πέπλο θλίψης κι απελπισίας μπροστά από τα μάτια της. Όλα μέσα από ένα πρίσμα γκρι, χρώμα πουθενά. Μια μαυρίλα παντού, μια ουδέτερη κατάσταση. Απλώς περιφέρεται κάθε μέρα, ικανοποιεί τις ανάγκες όλων γύρω της, των παιδιών, του συζύγου, του αφεντικού, των γονιών. Οι δικές της ανάγκες; Πουθενά στο πλάνο. Μια ζωή στον αυτόματο, χωρίς ευχάριστες εκπλήξεις. Μια φλατ ζωή. Πρωινό ξύπνημα, να ετοιμάσει τα παιδιά για το σχολείο, να ετοιμαστεί κι αυτή για τη δουλειά, να τα αφήσει στο προαύλιο και να πάει στη δουλειά. Να κάνει τον μαλάκα με επιτυχία για άλλη μια μέρα, να κάνει υπομονή για να σχολάσει και να γυρίσει σπίτι. Στη δεύτερη δουλειά, σε αυτήν που δεν έχει ρεπό, δεν έχει δώρα, δεν έχει γιορτές. Διάβασμα μαγείρεμα, συμμάζεμα, μπάνιο στα παιδιά, κανένα πλυντήριο, λίγη ηλεκτρική, λίγο σιδέρωμα, λίγο από όλα. Ώσπου να πέσουν όλοι για ύπνο και αυτή να καθίσει στον καναπέ για να αδειάσει λίγο το κεφάλι από τις έννοιες και να την πάρει ο ύπνος εκεί, ενώ θα κλείνουν τα μάτια της από την κούραση και δε θα έχει κουράγιο να σηκωθεί να πάει στο κρεβάτι της.

Κάθε μέρα λέει ότι θα κάνει κάτι διαφορετικό, θα κάνει κάτι για τον εαυτό της επιτέλους και κάθε μέρα τη βρίσκει να κάνει τα ίδια και τα ίδια, φασόν ζωή, κουμπί κουμπότρυπα. Κάθε μέρα υπόσχεται να βρει λίγο χρόνο για να κάνει ένα μπάνιο με την ησυχία της, χωρίς να μπαινοβγαίνουν όλοι και να ρωτάνε ό,τι τους έρθει στο μυαλό. Να κάνει ένα ντους αμέριμνη, να λουστεί, να βάλει μαλακτική στα μαλλιά της που έχουν γίνει σα ράστα από την έλλειψη φροντίδας, να αποτριχωθεί χωρίς να σφαχτεί με το ξυραφάκι επειδή βιάζεται πάλι, να αφήσει το νερό να τρέχει επάνω της και να αδειάσει αυτό το έρμο το κεφάλι, που δε σταματά ποτέ να σκέφτεται. Το σπίτι που είναι μόνιμα ένα μπάχαλο, με τα παιχνίδια σκορπισμένα στο πάτωμα. Τον νεροχύτη που λες και γεμίζει μόνος του, μόλις τον αδειάσει και τον καθαρίσει. Το καλάθι με τα άπλυτα που πάλι ξεχείλισε και δε χωράνε τα ρούχα. Τα ασιδέρωτα; Πρέπει να πάρει πιο μεγάλο καναπέ για να τα βάλει!

Τη βλέπεις. Είναι εσύ, εγώ, όλες μας. Είναι μια από τις πολλές. Μια από τις γυναίκες που ήθελαν ισότητα με τον άντρα και καλά και τελικά δουλεύουν για δυο και πάλι κανείς δεν είναι ευχαριστημένος… Θέλεις να την αγκαλιάσεις, να την παρηγορήσεις, να της πεις ότι όλα είναι καλά, ότι θα φτιάξουν τα πράγματα. Ταυτόχρονα θέλεις να την ταρακουνήσεις, να τη βγάλεις από αυτό το γαμημένο τριπάκι που έχει μπει, να ξυπνήσει από τον λήθαργο και να κοιτάξει ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ της επιτέλους, επειδή αν αυτή κλατάρει, θα καταρρεύσουν όλα γύρω της και τα παιδιά της θα μείνουν χωρίς μάνα.

Θέλεις να της πεις ότι κάποτε ήσουν κι εσύ έτσι, ότι κάποτε έβγαλες το ένα πόδι έξω από το κάγκελο, ότι ήσουν στον 5ο και κοιτούσες κάτω, ότι το τέρας που έχει στο μυαλό, το είχες κι εσύ κάποτε. Δεν το σκότωσες, αλλά δε σε σκότωσε. Το έβαλες στην άκρη, το έθαψες. Τόσο όσο να μη σου μαυρίζει τη ζωή, τόσο όσο να βρεις λόγο να ζήσεις και να βάλεις λίγο χρώμα στη ζωή σου και λίγη ζωή στο βλέμμα. Θέλεις να της πεις ότι όλα θα αλλάξουν, αρκεί να κάνει αυτό το κλικ στο μυαλό της. Μετά όλα θα πάρουν τον δρόμο τους.. Μπορεί και να τα πάρει ο διάολος…

 

Vanessa