Μία συνηθισμένη μέρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Καλησπέρα, γύρισα».
«Γεια σου, πώς είσαι; Πώς πήγε η δουλειά;»
«Πως να πάει, τα ίδια Παντελάκη μου που λένε…»
«Κατάλαβα… να βάλω να φας;»
«Ναι, αν μπορείς. Η μικρή;»
«Μέσα παίζει. Φέρε τη τσάντα σου να την κρεμάσω».
«Άσε με, ρε γυναίκα, μπορώ κι εγώ. Δεν είμαι ανάπηρος»
«Καλά, ντε. Να βοηθήσω θέλω».
«Τι καλό έφτιαξες;»
«Μακαρόνια με σάλτσα».
«Χορηγοί της Misko γίναμε; Κάνα φαγητό της προκοπής δεν μπορείς να κάνεις;»
«Δεν κάθομαι, αγάπη μου. Δουλεύω κι εγώ. Το ξέχασες;»
«Ναι, σκοτώνεστε εκεί στο κομμωτήριο. Ας μάζευα κι εγώ τρίχες και θα ήμουν ευτυχισμένος».
«Τουλάχιστον εκεί δεν κάθομαι οκτώ ώρες μπροστά από μία οθόνη να πατάω νουμεράκια».
«Τα νουμεράκια σε πληρώνουν».
«Πρέπει όλα τα να γυρνάς στα λεφτά, ε;»
«Μα καλά, αυτά είναι άνοστα. Αλάτι στο χωριό σου δεν είχατε;»
«Δε μας χέζεις, λέω εγώ; Αν δεν σ’ αρέσει, φάε απ’ έξω. Νισάφι πια».
«Μας κάνει και νευράκια, ρε, το τσόκαρο!»
«Τσόκαρο να πεις την μάνα σου, μαλάκα!»
«Μπαμπά; Μαμά; Γιατί φωνάζετε;»
«Τίποτα, χρυσό μου. Ο μπαμπάς σου έχει νεύρα».
«Για τα μακαρόνια, ε; Στο είπα να βάλεις παραπάνω αλάτι».
«Είδες; Η κόρη σου καλύτερα ξέρει να μαγειρεύει από ‘σένα».
«Είναι και δική σου κόρη, το ξέχασες; Θα με μειώσεις και στο παιδί μπροστά τώρα;»
«Κουράστηκα. Βαρέθηκα. Πάω να φάω έξω κάνα σουβλάκι της προκοπής».
«Μπαμπά, μόλις ήρθες. Γιατί φεύγεις;»
«Θα γυρίσω πιο αργά, κορίτσι μου. Εσύ να κοιμηθείς νωρίς».
«Εμ, βέβαια. Στις βόλτες πρώτος, να κάτσει λίγο με το παιδί του, ούτε καν».
«Όρεξη έχεις; Να το γαμήσουμε περισσότερο;»
«ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΟΥ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ!»
«ΟΠΩΣ ΘΕΛΩ ΘΑ ΜΙΛΑΩ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ, ΓΚΕΓΚΕ;»
«Μπαμπά! Μη φωνάζετε!»
«Ορίστε, κλαίει η μικρή τώρα. Δεν υπολογίζεις τίποτα. Φύγε, και μην ξανάρθεις!»
«Σιγά μη σου κάνω τη χάρη. Σπίτι μου είναι, εγώ το πλήρωσα, εσύ δρόμο».
«Πήγαινε μέσα, μικρή μου. Πρέπει να μιλήσω με τον πατέρα σου».
«Μα θέλω να-»
«Μέσα, τώρα!»
«Τρομάζεις το παιδί, ρε ηλίθια».
«Κοίτα ποιος μιλάει. Τι θα γίνει με την κατάσταση σου, μου λες; Γυρνάς από τη δουλειά, βρίζεις και φωνάζεις. Ξυπνάς το πρωί, βρίζεις και φωνάζεις. Κοιμάσαι στον καναπέ, δεν έρχεσαι μέσα στο κρεβάτι μας, πόσο θα κρατήσει αυτό;»
«Πόσο θα κρατήσει; Πόσο θα κρατήσει;;; Δουλεύω 10 ώρες τη μέρα για να έχετε τα πάντα, ακόμα και Σάββατα. Προσπαθώ να χαλαρώσω λίγο όταν γυρνάω και με κυνηγάτε ως το βράδυ για μαλακίες. Μαγειρεύεις ότι πιο προχειράντζα υπάρχει και το κάνεις και χάλια. Κουράστηκα, βαρέθηκα, μπούχτισα, θέλω να φύγω».
«Γιατί δε φεύγεις, λοιπόν; Με τέτοια συμπεριφορά έτσι κι αλλιώς, άχρηστος μας είσαι. Το αιώνιο θύμα που τα κάνει όλα και δεν ξεκουράζεται. Μπου χου χου. Παιδί της μαμάκας».
«Γυναίκα, το παρατραβάς και δε θα σου βγει σε καλό».
«Μπα, μας απειλείς κι όλας; Θα μας δείρεις;»
«Βούλωστο, γαμώτο!»
«Άντε γαμήσου!»
«Μαλακισμένη».
«Παπάρα».
«…»
«…»
«Γιατί, ρε αγάπη μου. Γιατί, γιατί το κάνουμε αυτό στον εαυτό μας;»
«Τώρα σε ‘πιάσαν οι τύψεις, ε;»
«Σε παρακαλώ. Πραγματικά. Ακούω τις λέξεις που ξεστομίζουμε ο ένας στον άλλον και νομίζω ότι τα λένε κάποιοι ξένοι. Γιατί;»
«Δεν ξέρω, γυναίκα. Κάθε μέρα είμαι και χειρότερα. Και μας ακούει και το παιδί».
«Σκοτώνουμε τη ζωή μας, κάθε μέρα κι από λίγο. Χρειαζόμαστε ένα διάλειμμα».
«Τι εννοείς διάλειμμα;»
«Δε… δε ξέρω. Κάπως, κάτι να χαλαρώσουμε. Εσύ να πας λίγες μέρες κάπου, εγώ το ίδιο, να μείνει η μάνα μου με το παιδί».
«Καλά, είσαι σοβαρή; Θες να φύγεις κάπου και μου το λες με τρόπο;»
«Είσαι τρελός; Εδώ προσπαθώ να βρω μία λύση!»
«Τι λύση, ρε μαλακισμένη. Βρήκες γκόμενο; Αυτό είναι, βρήκες γκόμενο και μου το πετάς με σπόντες;»
«Α είσαι αδιόρθωτος. Και παπάρας και αδιόρθωτος. Τέλος. Παίρνω το παιδί και φεύγω».
«Δεν έχεις να πας πουθενά. Θα-»
«Είσαι παπάρας. Χα-χα-χα. Κι εσύ μαλακισμένη. Χα χα. Μαλάκας μαλάκας, χα χα. Παίρνω το παιδί, χα χα»
«Αυτή είναι η-»
«Χριστέ μου, το παιδί μας. Άκου πώς μιλάει»
«Παπάρας, μαλακισμένη, γκόμενος, χα χα».
«Μικρή! Έλα εδώ γρήγορα».
«Ναι, μπαμπά; Μαμά; Τι συνέβη»
«Πού τα άκουσες αυτά, μικρή μου;»
«Εδώ. Από εσάς».
«…»
«…»
«Σηκωθείτε, πάμε, φεύγουμε. Έχεις τα κλειδιά από το εξοχικό της μητέρας σου;»
«Τι; Πού θα πάμε; Ναι, ναι, τα έχω».
«Διακοπές. Μικρή μου, τι λες κι εσύ; Να σας πάει ο μπαμπάς διακοπές στο χωριό;»
«Νννααααιι!!»
«Μα, η δουλειά σου, το κομμωτήριο-»
«Θα πατήσει άλλος τα νουμεράκια και θα βρούν άλλη γυναίκα να κόβει τρίχες. Μη τρελαθούμε τώρα, είπα θα πάμε διακοπές και θα πάμε! Πέντε μέρες, μόνο εσύ, εγώ κι η μικρή. Δε θα χωρίσουμε καθόλου, ούτε σε άλλα δωμάτια θα κοιμόμαστε. Μαζί. Αγκαλιά. Όλοι».
«Σ’ αγαπ-»
«Όχι μεγάλα λόγια τώρα. Μόνο χαμόγελα. Έτοιμοι;»
«Ναι! Παπάρας, παπάρας, πα-»
«Όχι άλλες τέτοιες λέξεις είπαμε!»
«Συγνώμη, μπαμπά. Πάω να ετοιμαστώ».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook