Το καλοκαίρι ήταν ανέκαθεν μια προβληματική εποχή για την Μίνα. Δεν της άρεσε η ζέστη. Είχε μεγαλώσει σε σπίτι όπου αιρ κοντίσιον έβαλαν όταν η ίδια κόντευε να τελειώσει το λύκειο. Η οικογένειά της αποτελούνταν από τους γονείς της, την αδερφή της και την ίδια τη Μίνα. Κάποτε έμεναν τέσσερις άνθρωποι σε εκείνο το σπίτι.

Τώρα είχε μείνει μόνο η Μίνα. Το μικρό κτίσμα είχε διαλυθεί από καιρό, με τον πύραυλο να σκοτώνει τον πατέρα, τη μητέρα, την αδερφή της και το αγόρι της αδερφής της, που είχε έρθει για τη γιορτή του μπαμπά. Η Μίνα, τριτοετής φοιτήτρια τότε, είχε βγει για να φέρει δύο ακόμα μπίρες. Ήταν στην κάβα όταν ακούστηκαν οι πρώτες εκρήξεις. Δεν είχε προφτάσει να απομακρυνθεί, όταν ο κόσμος γύρω της σβήστηκε σε μια κόκκινη άβυσσο.

Όταν ξύπνησε, ήταν στο νοσοκομείο. Είχαν περάσει σχεδόν δύο μήνες. Τα έμαθε όλα. Ποιος έκανε τι. Ποιοι είχαν επιβιώσει. Της τα είπαν οι επιστήμονες. Της είπαν και άλλα, που δεν τα κατάλαβε πολύ καλά, αλλά τα διαπίστωσε αργότερα. Πάρα πολλά είχαν αλλάξει –κι όχι προς το καλύτερο. Οι εξωγήινοι υπήρχαν. Είχαν εισβάλλει, αλλά εξαναγκάστηκαν να φύγουν. Κάθε τόσο, όμως, έστελναν πυραύλους προς τη Γη. Οι καταστροφές ήταν μεγάλες κάθε φορά, αφού οι στρατοί των κρατών ακόμα προσπαθούσαν να ανασυγκροτηθούν.

Η Μίνα ήταν τριάντα χρονών τώρα και οδηγούσε στην εθνική οδό προς την πρωτεύουσα. Το αμάξι είχε λειτουργικό σύστημα ψύξης. Ήταν γερμανικής κατασκευής, μοντέλο του δύο χιλιάδες είκοσι. Λειτουργούσαν όλα κανονικότατα, κι ας είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που το έφτιαξαν. Η μουσική έπαιζε από USB. Δύο ραδιοφωνικοί σταθμοί υπήρχαν πια και αυτοί ήταν κυβερνητικοί. Μόνο ειδήσεις έλεγαν. Η Μίνα δεν ήθελε να ακούσει ειδήσεις. Ήθελε τραγούδια. Το αμάξι το βρήκε εγκαταλελειμμένο. Ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του είχε την καλοσύνη να αφήσει τα κλειδιά στο τιμόνι, φουλ από καύσιμο και το USB με τα τραγούδια συνδεδεμένο.

Κάτω από τα γυαλιά ηλίου που φορούσε, η πλάση γύρω της έμοιαζε να έχει φτιαχτεί από κακά ειδικά εφέ ταινίας του Hollywood. Κιτρινίλα παντού. Καπνοί. Γκρεμισμένα σπίτια. Τρακαρισμένα αυτοκίνητα. Μαυρισμένα πτώματα. Η κυβέρνηση είχε ασχοληθεί με την ανασύνταξη του στρατού και της πρωτεύουσας, αλλά όχι και ολόκληρης της χώρας.

Ήταν ένας κόσμος όπου δεν ήθελε να ζήσει ο Πητ. Ο άντρας που είχε συμπαθήσει η Μίνα μετά την αφύπνισή της. Δεν τον είχε αγαπήσει, όχι. Ούτε εκείνος τη Μίνα. Ωστόσο, είχαν αναπτύξει συντροφική σχέση. Ήταν ένα από τα πολλά πρόσωπα που δεν θα ξεχνούσε η Μίνα. Ο Πητ είχε μια θέση κοντά στα προσφιλή της άτομα. Στις VIP θέσεις της ζωής της. Πέραν όλων των άλλων κοινών του με τα υπόλοιπα άτομα, ο Πητ δεν την είχε πληγώσει και δυστυχώς ήταν νεκρός.

Ένα αχνό τρέμουλο, προερχόμενο από μια σύσπαση. Άγγιξε τη φουσκωμένη της κοιλιά. Κάτω από το φόρεμα, κάτω από το δέρμα, ένα μωρό μεγάλωνε. Καρπός έρωτα, θα έλεγε κάποτε. Ο Πητ, όσο δυνατός χαρακτήρας κι αν ήταν, όσο κι αν η Μίνα έδειχνε ικανότατη να φροντίσει τον εαυτό της, δεν θα την άφηνε μόνη. Της το είχε πει. «Εγώ μόνη σου δεν σ’ αφήνω». Παρά τις προβλέψεις των ειδικών που ήθελαν μηδαμινές γεννήσεις παγκοσμίως, παρά τις μεταλλάξεις από τα χημικά που είχαν βάλει στον οργανισμό του Πητ και της Μίνας, αυτοί οι δύο τα κατάφεραν. Χωρίς να το έχουν κατά νου, τουλάχιστον όχι η Μίνα.
Το κακό ήταν πως ο Πητ είχε πεθάνει προτού να δει το μωρό.
«Μου το άφησες αμανάτι, π’ ανάθεμά σε», έλεγε πού και πού η Μίνα. Αλλά το έλεγε χαμογελαστά και τρίβοντας αγαπησιάρικα την κοιλιά της.

Μια μικρή πόλη μπροστά της. Σπίτια αριστερά, σπίτια δεξιά. Κόβει ταχύτητα και σταδιακά το αμάξι σταματάει. Στη μέση του δρόμου μπλόκο από σαράβαλα χωρίς παράθυρα και πόρτες. Ο ήλιος αντανακλάται πάνω τους, σαν φακός που ξετρυπώνει κατσαρίδες.

Η Μίνα έσβησε τη μηχανή και το συγκρότημα σταμάτησε να ουρλιάζει. Ένιωθε ότι μάλλον έπρεπε ξανά να φάει κάτι. Ξανά. Κατέβηκε και κλείδωσε το αυτοκίνητο. Τα σπορτέξ της έμοιαζαν να ακουμπούν σε μάτι κουζίνας που δουλεύει στο φουλ. Τα μαλλιά της, μακριά και ξανθά, άρχισαν να ιδρώνουν. Οι επιστήμονες έκρουαν τον κίνδυνο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου από το ογδόντα, ίσως και πιο πριν. Αλλά κανείς δεν υπολόγισε τους εξωγήινους και τα εξελιγμένα όπλα τους που επηρέαζαν τρεις φορές περισσότερο την ατμόσφαιρα.

Αποφάσισε να περάσει στη μια πλευρά, στα αριστερά της. Το πεζοδρόμιο ήταν γεμάτο χαλίκια και τούβλα και κολόνες. Μια νεκρή γάτα ή ένα πολύ μεγάλο ποντίκι ανάμεσα στα χαλάσματα.
Μια πινακίδα στο βάθος: Καφέ-Μπαρ.
Προχώρησε προς τα εκεί.

Δεν υπήρχε πλέον πόρτα ή τζαμαρία. Ήταν ένας χώρος που δεν είχε διαλυθεί τελείως. Υπήρχαν ρωγμές, θραύσματα και σπασμένα έπιπλα και μπουκάλια. Αναποδογυρισμένα τραπέζια. Μυρωδιές αλκοολούχων ποτών στον αέρα. Δύο πόρτες στο βάθος, πίσω από τον πάγκο.

Και τρεις άνθρωποι, ολοζώντανοι. Δύο άντρες, μία γυναίκα. Η γυναίκα στο πάτωμα, οι άντρες από πάνω της, να γελάνε. Ο ένας της είχε αρπάξει τα χέρια και ο άλλος προσπαθούσε να της βγάλει το παντελόνι. Αυτή φώναζε, «Βοήθεια».

Ένας από τους λόγους που δεν ήθελε να ζει ο Πητ σε αυτή την νέα εκδοχή της Γης. Η ανθρώπινη κακία, χωρίς τις κατάλληλες Αρχές για να την περιορίσουν.

«Έι», είπε η Μίνα, πλησιάζοντας. Ένιωσε το μωρό να χτυπάει με τα χεράκια του ή με τα ποδαράκια του τον πλακούντα.
Οι άντρες την κοίταξαν. Και μετά γέλασαν πιο δυνατά.
«Ε, όχι», είπε αυτός που κρατούσε τη γυναίκα. «Δύο στα δύο; Τόσο τυχεροί;»
«Καθόλου τυχεροί», είπε η Μίνα. «Φύγετε. Τώρα».
«Άκου τι λέει». Ο άντρας που προσπαθούσε να βγάλει το παντελόνι από τη γυναίκα, ένας νεαρός εικοσιπέντε ετών το πολύ, την άφησε και σηκώθηκε. «Έλα δω, γκαστρωμένη πουτανίτσα. Θα σε κάνω εγώ να γεννήσεις πρόωρα».
Ο φίλος του γέλασε σα χιμπατζής.
Ο άλλος έσφιξε τη δεξιά γροθιά του και την εκτόξευσε προς το πρόσωπο της Μίνας. Εκείνη έπιασε το χέρι του και το πίεσε στη χούφτα της. Κόκαλο και μύες συμπιέστηκαν και ο νεαρός γούρλωσε τα μάτια και γονάτισε και έκλαψε.
«Γαμημένη», είπε ο άλλος και έκανε να επιτεθεί στη Μίνα.
Αλλά είδε δύο σκοτεινούς φακούς γυαλιών να λάμπουν σε μια μωβ απόχρωση, και κοντοστάθηκε, ενώ ο φίλος του σπαρταρούσε.
«Φύγετε», είπε η Μίνα. «Και μην τολμήσετε να κάνετε ξανά κάτι τέτοιο».
«Εντάξει, εντάξει».
Πριν στρίψει το κεφάλι της η Μίνα, να δει αν όντως είχαν φύγει, εκείνοι χάθηκαν και μόνο το ποδοβολητό τους ακουγόταν.
Βοήθησε την άλλη γυναίκα να σηκωθεί και να σάξει τα ρούχα και τα μαλλιά της. Έπειτα, μαζί βρήκαν δύο γυάλινα μπουκάλια με νερό και ξερό ψωμί και κονσέρβες.
«Κάνει να τα φας;» ρώτησε η κοπέλα, που συστήθηκε ως Μαίρη.
«Βλέπεις κάτι καλύτερο;»
«Όχι».
Η Μίνα άρχισε να τρώει και η Μαίρη δεν το συνέχισε.
Λίγο αργότερα, βγήκαν έξω.
«Να έρθω μαζί σου;» ρώτησε η Μαίρη.
«Εντάξει».
Κάτι κινήθηκε στον ουρανό.
Η Μαίρη έκανε να τρέξει, αλλά τότε είδε τη Μίνα να βγάζει τα γυαλιά της και να εκτοξεύει δύο ακτίνες από τα μάτια της. Ο πύραυλος δεν έσκασε ποτέ στη Γη.

Κάποτε τα έκανε και ο Πητ αυτά, σκέφτηκε.

Εσείς είστε η σωτηρία μας, είχαν πει οι επιστήμονες. Δεν είχε καταλάβει τι εννοούσαν. Δεν ήξερε τι της είχαν κάνει. Όμως, έμαθε. Από τον Πητ, κυρίως. Μαζί είχαν σταματήσει αρκετές επιθέσεις. Αλλά στην τελευταία ο Πητ σκοτώθηκε, ζητώντας της να συνεχίσει. Και οι δύο να συνεχίσουν. Εκείνη και το παιδί τους.

Οπότε αυτό έκανε. Αυτό θα έκαναν.