Κοίταξε το ρολόι του υπολογιστή της. Πήγε κιόλας 5 το απόγευμα. Το γραφείο είχε πλέον αδειάσει. Της άρεσε αυτή η ησυχία, την προτιμούσε. Θα κατάφερνε να βγάλει αρκετή δουλειά μέσα στο επόμενο δίωρο. Θα καθόταν όσο περισσότερο μπορούσε. Είχε μείνει πολύ πίσω τους τελευταίους μήνες. Ο χρόνος δεν την έφτανε όσα κομμάτια κι αν γινόταν. Το σχολείο και το διάβασμα των παιδιών, οι δραστηριότητές τους, το σπίτι, το σκυλί, η δουλειά. Όλα περίμεναν από τα δυο της χέρια. Όλα ήταν σημαντικά, μα μπροστά στα παιδιά της, όλα έμοιαζαν μικρά κι ασήμαντα. Για να μπορούν όμως, να έχουν όσα χρειάζονται, η δουλειά ήταν απαραίτητη και έπρεπε να την βάλει σε τάξη. Θα εκμεταλλευόταν τις ώρες που ήταν στην γιαγιά τους, κι ας την έκαναν ότι ήθελαν! Όταν θα μαζευόντουσαν στο σπίτι, θα έπρεπε να διαβάσουν πριν πέσουν για ύπνο. Το βράδυ θα την έβρισκε κομμάτια και πάλι, αλλά δεν την πείραζε. Είχε ένα όνειρο να εκπληρώσει. Μια υπόσχεση να τηρήσει.

Έπεσε στο κρεβάτι κι έκλεισε τα μάτια. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί παρ’ όλη την κούραση. Έφτιαχνε εικόνες χαρούμενες, χρωματιστές, γιορτινές, κι ας ήταν ακόμα Οκτώβρης. Δυο μήνες έμειναν. Χαλάλι η κούραση, φτάνει να ζούσαν το όνειρο. Ήταν ικανή να τσακίσει όποιον το απειλούσε, να περάσει μέσα από φωτιές γι’ αυτό. Δεν της έφτανε να είναι μια καθημερινή μάνα. Ήθελε αυτό το κάτι παραπάνω. Αυτό που θα θυμόντουσαν για μια ζωή. Μπορούσε να το καταφέρει, κι ας ήταν μόνη. Ο πατέρας τους μόνο προβλήματα θα δημιουργούσε πάλι. Οικονομικά δεν θα βοηθούσε, αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά θα έβρισκε και χίλιους τρόπους να της το βγάλει ξινό. Ήταν αποφασισμένη να του κόψει την φόρα. Μπούκωνε όσο σκεφτόταν ότι δεν ήταν σύμμαχος, σύντροφος γονιός, κι ας είχαν χωρίσει. Για τα παιδιά έπρεπε να είναι ένα. Στο δικό της μυαλό τουλάχιστον. Στην πράξη, ήταν αντίπαλος.

Ξύπνησε. Έφτιαξε στα γρήγορα έναν αγχωμένο καφέ, σήκωσε να παιδιά να ετοιμαστούν για το σχολείο και ντύθηκε βιαστικά για να βγάλει τον σκύλο βόλτα. Μπήκε στο αυτοκίνητο να φύγει για το γραφείο. Γύρισε το κλειδί και άκουσε την μίζα να αρνείται. «Έλα καλό μου! Όχι τώρα κι έχω αργήσει!». Γύρισε πάλι το κλειδί και άκουσε τον ίδιο ξερό ήχο. Κοπάνησε την πόρτα με δύναμη. Γκαντεμιά! Πήρε ένα ταξί μέχρι τον ηλεκτρικό και τηλεφώνησε στον μάστορα. Θα πήγαινε να το πάρει για να το δει και θα της έλεγε αν είναι μεγάλη η ζημιά. Το μεσημέρι έμαθε. 400 ευρώ… Σφίχτηκε το στομάχι της. Έπρεπε να το φτιάξει, δεν γινόταν να μείνει χωρίς αυτοκίνητο. Για να το φτιάξει, έπρεπε να προδώσει το όνειρο. Τα μάτια της έτρεχαν χωρίς να το καταλάβει. Όχι αυτό… Όχι!

Πήρε τους δρόμους. Περπατούσε με γρήγορο βήμα, προσπαθώντας να σκεφτεί. Τίποτα δεν γινόταν. Το αυτοκίνητο ή το όνειρο. Σκατά! Πήρε τον αδερφό της τηλέφωνο να του πει πως δεν θα καταφέρουν να πάνε. Η φωνή της έβγαινε με το ζόρι. Ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Μέσα στο μυαλό της υπήρχαν μόνο δυο λέξεις. Άχρηστη μάνα. Πνιγόταν. Δεν ήθελε να είναι απλά αυτή που τους φτιάχνει φαγητό, τους πλένει και τους σιδερώνει τα ρούχα, τα μαλώνει, τα βοηθάει να διαβάσουν, τα πηγαινοφέρνει σαν την τρελή σε δραστηριότητες. Ήθελε να κάνουν αυτό το ταξίδι. Να ζήσουν το παραμύθι τους. Έκλαιγε με αναφιλητά. Πίκρα και παράπονο. Δεν είχε κουράγιο να τους το πει. Έφτασε στο σπίτι με βαριά βήματα. Έκανε τα πάντα μηχανικά. Τους έβαλε να φάνε, τάισε τον σκύλο, τον πήγε βόλτα, άπλωσε τα ρούχα, μάζεψε την κουζίνα. Ένας ήχος την έβγαλε από τις σκέψεις της. Ντιν! Μήνυμα. Δεν είχε όρεξη να μιλήσει με κανέναν. Ο αδερφός της το ήξερε καλά, γι αυτό οι πρώτες λέξεις του μηνύματος, αυτές που θα έβλεπε στο κινητό της, ήταν προσεκτικά διαλεγμένες. «ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΒΡΕ ΗΛΙΘΙΟ!». Πάτησε στο μήνυμα. «Διάβασε προσεκτικά αυτά που σου γράφω. Συνημμένα θα βρεις τα εισιτήριά σας. Δεν θέλω αντιρρήσεις, θα σου σπάσω το κεφάλι! Τύπωσέ τα και βάλε τα στα μαξιλάρια των παιδιών να τα δουν το πρωί. Σας περιμένω, ΗΛΙΘΙΟ!».

Ξάπλωσε στο κρεβάτι, διαβάζοντας ξανά και ξανά τις λίγες αυτές λέξεις. Άρχισε πάλι να φτιάχνει εικόνες χαρούμενες, χρωματιστές, γιορτινές. Χαμογελούσε στην φωτισμένη οθόνη. Ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Την είχε πάρει ο ύπνος ξεσκέπαστη, με τα ρούχα, αλλά δεν την ένοιαζε. Σηκώθηκε, έκανε ένα γρήγορο ντους, έδωσε ένα φιλί στον σκύλο της κι έφτιαξε καφέ. Το ξημέρωμα την βρήκε στο μπαλκόνι με την αχνιστή κούπα στα χέρια και το μαλλιαρό της παιδί δίπλα, να χαζεύουν την αλλαγή των χρωμάτων στον ουρανό. Δυο ζεστά χεράκια τής έκλεισαν τα μάτια και η μικρή κούρνιασε στην αγκαλιά της κρατώντας το τυπωμένο χαρτί. Σε λίγο εμφανίστηκε κι ο μεγάλος. «Δηλαδή, θα πάμε;» «Φυσικά και θα πάμε!». Χαμογελούσαν και οι τρεις. Μετρούσαν πλέον αντίστροφα για το όνειρο.

Οι μέρες κυλούσαν σαν νερό. Έφτασαν στο μία και σήμερα πριν το καταλάβουν. Τρεις βαλίτσες έτοιμες στην είσοδο, τα εισιτήρια στο χέρι και… απογείωση πριν καλά καλά φτάσουν στο αεροδρόμιο! Προσγείωση στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης και το παραμύθι τους ξεκινούσε. Η Παραμυθοχώρα τούς περίμενε φωτισμένη και γιορτινή. Τίποτα δεν ήταν όπως το είχαν φανταστεί. Όλα ήταν πολύ πιο όμορφα! Τριγυρνούσαν στους στολισμένους δρόμους και τα μάτια τους δεν προλάβαιναν να χωρέσουν την ομορφιά. Δυο παιδικά πρόσωπα με κατακόκκινα μάγουλα και τεράστια χαμόγελα στόλιζαν το δικό της παραμύθι. Γινόταν κι εκείνη παιδί μαζί τους. Πήραν φορά και βούτηξαν στην γιορτή, γελούσαν και φώναζαν. Δεν καταλάβαιναν κρύο ή βροχή. Ήταν όλα τόσο ζεστά, τόσο μαγικά. Ένας Άγιος Βασίλης με το φωτισμένο του έλκηθρο πετούσε στον βραδινό ουρανό. «Μαμά κοίτα, υπάρχει!» και τα χέρια τους τον χαιρετούσαν όπως περνούσε από πάνω τους. Κάθε που γύριζαν το βλέμμα «Μαμά κοίτα!». Εκείνη, δεν χόρταινε να τα βλέπει λουσμένα στην χαρά. Είχε καταφέρει αυτό που ήθελε περισσότερο στον κόσμο, να ζήσουν το παραμύθι τους. Για λίγες μέρες να μην είναι απλά μάνα. Να είναι Μαμακοίτα!

Σας αγαπώ πολύ Μαμακοίτα και Παραμυθόπαιδα!