Καθόταν και θαύμαζε την τελευταία της δημιουργία. Το μακρύ, κίτρινο παλτό, με τη γούνα στο γιακά και στα μανίκια. Πόσο ηδονικά αγκάλιαζε το φιγουρίνι. Ανυπομονούσε να έρθει ο χειμώνας και να κυκλοφορήσει με αυτό στους δρόμους της Καστοριάς.

Της πήρε πολλές ώρες ξενυχτιού για να το τελειώσει. Ειδικά για να πετύχει το χρώμα, ταλαιπωρήθηκε πολύ. Ήθελε να βγει η απαλή απόχρωση του κίτρινου. Τόσα χρόνια με το έντονο κίτρινο, καιρός ήταν να περάσει σε πιο παστέλ αποχρώσεις. Συνδυασμούς επί συνδυασμών μέχρι να βγει το κίτρινο που ποθούσε η καρδιά της. Και το πέτυχε. Συνδύαζε, αποτύγχανε, ξανά προσπαθούσε, θύμωνε, πείσμωνε, αλλά στο τέλος πέτυχε αυτό που ήθελε.

Ναι, το κίτρινο ήταν το χρώμα της. Εμ, δεν της τραγουδούσαν τυχαία, κάθε φορά που την συναντούσαν στο δρόμο το «Μαρία με τα κίτρινα». Και μπορεί στην αρχή να ήταν ένα απλό τραγούδι, όταν όμως μετακόμισε δίπλα τους εκείνος ο ψηλός στρατιωτικός, με τα μπλε μάτια και τα κατάμαυρα μαλλιά, με το χαμόγελο που σε φυλάκιζε με τη γλύκα του, ήρθε και λίγωσε η Μαρία. Και δώσ’ του επισκέψεις για να τον καλωσορίσει, και δώσ’ του επισκέψεις για να του προσφέρει ένα πιάτο φαγητό, καθώς εργένης και με μία μετακόμιση μπροστά πού να βρει χρόνο να μαγειρέψει.

Και από επίσκεψη σε επίσκεψη, από ταπεράκια με φαγητό σε καφέ για χαλάρωση, έπεσε ο γείτονας στρατιωτικός. Και η ερωτική σχέση ανάμεσα στη Μαρία και τον γείτονα έγινε πραγματικότητα. Έφευγε χαράματα ο άντρας της Μαρίας για το γουναράδικό τους, έμενε η Μαρία στο σπίτι μέχρι να εμφανιστεί ο γείτονας να «πάρουν» μαζί πρωινό. Και περνούσαν οι μέρες και πλήθαιναν τα «πρωινά». Και από τα «πρωινά» πέρασαν στον «απογευματινό καφέ». Σε κάθε ευκαιρία, όταν ο άντρας της πήγαινε στο γουναράδικο και αυτή έπαιρνε ρεπό, η Μαρία καλούσε τον γείτονα για «πρωινό», για «καφέ» και ενίοτε για «βραδινό».

Σε έναν τέτοιο «απογευματινό καφέ» ήταν που τους έπιασε επ’ αυτοφώρω ο άντρας της. Είχε τελειώσει νωρίτερα την δουλειά, καθώς ήταν καλοκαίρι και δεν είχε κίνηση το γουναράδικο. Έκλεισε και πήγε σπίτι να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει. Τα βογκητά που άκουσε καθώς πέρναγε μπροστά από την κρεβατοκάμαρα για να πάει στο μπάνιο, του κίνησαν την περιέργεια. «Τι βλέπει στην τηλεόραση;», σκέφτηκε και άνοιξε την πόρτα να χαιρετήσει τη Μαρία. Κάγκελο έμεινε μόλις την είδε να είναι πάνω από τον γείτονα. Μετά το πρώτο σοκ άρχισαν τα γνωστά «Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις», «Κύριε τάδε, περιμένετε να σας εξηγήσω ένα λεπτό» και ο σύζυγος άρχισε να φωνάζει και να ωρύεται.

Σαν τον κλέφτη έφυγε ο γείτονας και άφησε τη Μαρία να τα βγάλει πέρα με τον μαινόμενο άντρα της. Τα μισά γυαλικά του σπιτιού έσπασαν στο βωμό των νεύρων του άντρα της Μαρίας. Και όταν πια εξαντλήθηκε από τις φωνές, όταν πια και η ίδια η Μαρία είχε εξαντληθεί από το κλάμα και το παρακαλετό, έκατσαν να συζητήσουν. Όλη νύχτα συζητούσαν. Προσπαθούσε ο άντρας της να καταλάβει τι ήταν αυτό που της έλειπε. Τι είχε ανάγκη και ο ίδιος δεν της το πρόσφερε. Προσπαθούσε και η Μαρία να του εξηγήσει ότι δεν ήταν δικό του λάθος. Προσπαθούσε να του εξηγήσει ότι ήταν κάτι πάνω από τις δυνάμεις της. Όχι ότι δεν τον αγαπούσε, το αντίθετο. Δεν θα μπορούσε χωρίς αυτόν. Αλλά και με τον γείτονα ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το ελέγξει. Πέρασε το βράδυ, τους βρήκε το ξημέρωμα να κάνουν παθιασμένο έρωτα.

Και έτσι απλά και ήρεμα αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Και έτσι απλά και ήρεμα ο άντρας της δέχτηκε να τη μοιράζεται με τον γείτονα. Προκειμένου να τη χάσει ολοκληρωτικά, προτιμούσε να τη μοιράζεται. Το ευχάριστο ήταν ότι και ο γείτονας επιθυμούσε το ίδιο. Δεν ήθελε να χάσει τη Μαρία, αλλά δεν ήθελε και να τη χωρίσει από τον άντρα της. Συμφώνησαν, λοιπόν, και η Μαρία μοιραζόταν ανάμεσα στον άντρα της και τον γείτονα. Οι μήνες περνούσαν, ο χρόνος περνούσε και οι τρεις τους ήταν ευτυχισμένοι. Μέχρι που ξαφνικά ο γείτονας άρχισε να απαιτεί περισσότερο χρόνο, να ζητά βράδια μαζί της, εκδρομές ημερήσιες, διακοπές για χαλάρωση και εξόδους για φαγητό, κινηματογράφο ή ότι άλλο ήθελαν.

Ο άντρας της Μαρίας αρνήθηκε. Ήξερε πως όλα αυτά θα οδηγούσαν σε συναισθηματική εξάρτηση και ίσως η Μαρία κάποια στιγμή να τον παρατούσε. Η Μαρία, πάλι, μία βόλτα, μία εκδρομή ή ακόμα και μία διανυκτέρευση στο σπίτι του γείτονα, δεν το θεωρούσε κακό. Αυτή τη φορά, όμως, οι συζητήσεις δεν έπιασαν τόπο. Ο άντρας της ήταν αμετακίνητος. Ή συνεχιζόταν η σχέση έτσι όπως την είχαν διαμορφώσει ή θα χώριζε με τον γείτονα. Το ίδιο αμετακίνητος ήταν και ο γείτονας. Ή θα του πρόσφερε στιγμές καθημερινότητας και βραδιές ολόδικές του ή θα χώριζε τον γείτονα. Βρέθηκε η Μαρία ανάμεσα σε δύο άντρες και στο δίλημμα …
«Μαρία, με τα κίτρινα, ποιον αγαπάς καλύτερα;», τη ρώτησε ο άντρας της.
«Τον άντρα σου ή τον γείτονα;», συνέχισε ο γείτονας.
«Τον άντρα μου τον αγαπώ. Τον γείτονα καλύτερα;!», απάντησε με απορία η Μαρία.

Και όσο κι αν προσπαθούσε να το διακωμωδήσει, τόσο πιο πολύ την πίεζαν και ένιωθε να ασφυκτιά. Δεν θα ξεχάσει ποτέ την ανακούφιση που ένιωσε εκείνο το πρωινό όταν ο άντρας της, της είπε ότι ο γείτονας έφυγε. Είχε δει μία μεταφορική να φορτώνει τα πράγματά του, αλλά τον ίδιο δεν τον πέτυχε να τον ρωτήσει για πού το ‘βαλε. Η Μαρία είχε βγάλει έναν αναστεναγμό ικανοποίησης και αφού ήπιε τον καφέ της ξεκίνησαν μαζί για το γουναράδικο. Είχε μία παραγγελία, η οποία απαιτούσε ώρες δουλειάς και δεν ήταν να χάνει δευτερόλεπτο.

Μόλις έφτασαν κατέβηκε αμέσως στο υπόγειο όπου ήταν το εργαστήρι και ξεκίνησε τη δουλειά. Πήρε το μαχαίρι, έκοψε το δέρμα και το έβαλε πάνω στο τραπέζι. Το καθάρισε, έριξε αλκαλικό διάλυμα για να το μουλιάσει και το άφησε εκεί μέχρι την επόμενη μέρα. Για να μην χάνει χρόνο άρχισε να επεξεργάζεται και τα υπόλοιπα κομμάτια δέρματος.

Την επόμενη μέρα ξεκίνησε χωρίς να χάνει λεπτό τη βυρσοδεψία. Το παλτό έπρεπε να είναι έτοιμο μέχρι τις αρχές του Φθινοπώρου. Καστοριά είναι αυτή, δεν αστειεύεται στο κρύο. Κατευθύνθηκε προς το τραπέζι και με ευχαρίστηση διαπίστωσε ότι τα δέρματα ήταν έτοιμα για αποτρίχωση. Πήρε την αποσαρκωτική μηχανή, αφαίρεσε τον υποδόριο συνεκτικό λιπαρό ιστό και έριξε τα απαραίτητα χημικά προϊόντα για να διατηρήσει την ελαστικότητά του και για να το χρωματίσει.

Πέρασε αργά και προσεκτικά στην επόμενη φάση, τη δέψη. Έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτική, καθώς έπρεπε να αντικαταστήσει το κολλαγόνο με χημικές ουσίες έτσι ώστε να σταθεροποιηθεί η δομή του δέρματος. Αν οι αναλογίες κολλαγόνου – χημικών ουσιών δεν ήταν σωστές, αυτό θα οδηγούσε σε καταστροφή του δέρματος. Αργά και σταθερά, χωρίς να υπολογίζει κούραση, ολοκλήρωσε και αυτή τη διαδικασία και συνέχισε στο στάδιο της λίπανσης και του στεγνώματος.

Επιτέλους, είχε φτάσει η ώρα του χρωματισμού. Η Μαρία έφερε το χρώμα, παστέλ κίτρινο, και πέρασε το δέρμα. Το χάζευε και το καμάρωνε. Και με ένα χαμόγελο στα χείλη πέρασε στην τελική φάση, αυτή του φινιρίσματος. Πήρε το εργαλείο πέρασε μία τελική επιφανειακή επίστρωση και ολοκλήρωσε τον χρωματισμό ομοιόμορφα σε όλο το παλτό, δίνοντάς του έτσι και την τελική δομή του ως υλικό σύνθεσης.

Κοίταξε το ρολόι της και συνειδητοποίησε ότι κόντευε να ξημερώσει. Απόρησε πώς ο άντρας της δεν την είχε ενοχλήσει τόση ώρα που βρισκόταν στο υπόγειο. Α, ναι, ξέχασε. Είχε κατέβει και της είχε πει ότι θα πήγαινε σπίτι να τσιμπήσει κάτι και θα επέστρεφε αμέσως γιατί ήθελε να μιλήσουν για κάτι σοβαρό. Και κατά τις 3 το μεσημέρι επέστρεψε και της ζήτησε να μιλήσουν. Θυμόταν αποσπασματικά κάτι λόγια του. Ότι είχε γνωρίσει μια κοπέλα και ήθελε να είναι μαζί της, ότι ήταν η σειρά του να είχε δύο γυναίκες, ότι θα μπορούσε τώρα και αυτή να ψάξει τον γείτονα και να του πει ότι θα περνάει βραδιές αποκλειστικά με εκείνον. Αυτά της είπε και έφυγε με την υπόσχεση εκ μέρους της Μαρίας ότι θα το σκεφτεί.

Την επόμενη μέρα του ζήτησε να την ακολουθήσει στο υπόγειο του μαγαζιού, στο εργαστήριο επεξεργασίας δέρματος. Ο άντρας της απόρησε, καθώς εδώ και μέρες του απαγόρευε να κατέβει γιατί όπως του είχε πει ετοίμαζε ένα μοναδικό κομμάτι και ήθελε να του κάνει έκπληξη. Την ακολούθησε στις σκάλες και στη συνέχεια την είδε να κατευθύνεται προς τον καταψύκτη.
«Αγάπη μου, σκέφτηκα όσα μου είπες χτες το βράδυ και αποφάσισα να πας να κάνεις παρέα με τον γείτονα», του είπε και άνοιξε απότομα τον καταψύκτη. Ο άντρας της έσκυψε και γούρλωσε τα μάτια του από το σοκ. Μέσα στον καταψύκτη βρισκόταν το πτώμα του γείτονα.
«Μα;! Τι;! Πώς;!» άρχισε να ψελλίζει.
«Μα, τι, πώς;», του ανταπάντησε η Μαρία.
«Τι έπαθες και ψελλίζεις; Τι πίστευες ότι θα ενέδιδα στον εκβιασμό του; Που με ήθελε αποκλειστικά δικιά του; Παραβίασε τους κανόνες και αυτό με εξόργισε. Και να που κατέληξε. Τι; Γιατί κοιτάς με φρίκη; Αααααα! Το δέρμα του; Νάτο αγάπη μου. Εκεί απέναντι. Χτες μετά που έφυγες του πέρασα το τελευταίο φινίρισμα. Μα δεν είναι εκπληκτικό;».

Ο άντρας της άρχισε να ζαλίζεται και να παραπατάει. Το βλέμμα του μηχανικά κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Έψαχνε αγωνιωδώς να βρει διόδους διαφυγής.

«Μάταια ψάχνεις καρδιά μου να φύγεις. Έχω κλειδώσει. Και φυσικά πρέπει να συνεχίσω το παλτό. Καταλαβαίνεις, τι εννοώ, έτσι;» και με ένα κομμάτι ύφασμα ποτισμένο με sevoflurane, έπεσε πάνω του, του έκλεισε το στόμα και ένιωσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα του να χαλαρώνει και τις αισθήσεις του να τον εγκαταλείπουν.

Τον μετέφερε γρήγορα – γρήγορα στο μεταλλικό τραπέζι και, αν και το βάρος του τη δυσκόλεψε, τον έβαλε επάνω, πήρε το μαχαίρι και άρχισε να χαράζει τα σημεία του δέρματος τα οποία θεωρούσε κατάλληλα για το παλτό της. Όλα έπρεπε να γίνουν γρήγορα, καθώς το δέρμα έπρεπε να αφαιρεθεί όσο ο οργανισμός ήταν ζωντανός. Αν ο άντρας της αποκτούσε τις αισθήσεις του και πέθαινε από αιμορραγία τότε το δέρμα θα είχε καταστραφεί. Μέσα σε μισή ώρα είχε τελειώσει την δουλειά. Λίγα λεπτά αργότερα ο άντρας της άνοιξε τα μάτια του και άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο. Ένα ουρλιαχτό που κράτησε ελάχιστα, καθώς η Μαρία του έμπηξε το μαχαίρι και τον αποτελείωσε.

«Έλα, άντε να πας να βρεις τον γείτονα», είπε, καθώς τον μετέφερε στον καταψύκτη.

Όλα αυτά σκεφτόταν η Μαρία μπροστά στο φιγουρίνι με το κίτρινο παλτό. Κατευθύνθηκε προς αυτό, έβγαλε το παλτό και τυλίχτηκε μέσα στη ζέστη του. Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και μία κραυγή ικανοποίησης και θαυμασμού για αυτό που έβλεπε βγήκε από τα χείλη της.
«Τώρα, θα σας έχω και τους δύο για πάντα μαζί μου» … είπε και θαύμασε για άλλη μία φορά το είδωλό της στον καθρέφτη.