Είμαι η Μαριαλένα, και είμαι πλέον καλά. Αν μου ζητούσαν να δώσω ένα τίτλο στη ζωή μου θα ήταν αυτός.

Μεγαλωμένη στο Κολωνάκι, με γαλλικά και πιάνο. Μοναχοπαίδι, καλομαθημένο. Μάλλον κλειστός χαρακτήρας, με μία φυσική αποστροφή σε παντός τύπου προσπάθεια εντυπωσιασμού. Και μια έμφυτη ευγένεια που με ακολουθούσε σχεδόν σαν ρετσινιά μέχρι την εφηβεία. Γιατί κάπου εκεί άλλαξαν όλα.

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν δακτυλοδεικτούμενη. Στην αρχή, το κοριτσάκι που ήταν πάντα καθαρό και περιποιημένο. Το κοριτσάκι που καθόταν πάντα ήσυχο στην καρέκλα, όταν όλα τα άλλα παιδιά έτρεχαν δεξιά και αριστερά στα παιδικά πάρτυ. Το κοριτσάκι που δεν λέρωνε με τούρτα το ταφταδένιο του φόρεμα της Donna Karan. Ακόμα ηχεί στα αυτιά μου η φωνή της κυρίας Λέλας, επιστήθιας φίλης της μητέρας:
«Μα βρε Ισμήνη μου, τι κάνουμε λάθος όλες οι υπόλοιπες; Μικρή κυρία η Μαριαλένα σου από γεννησιμιού της, όλα τα υπόλοιπα παιδιά δείχνουν σαν να γύρισαν μόλις από αλάνες,Βρόμικα, ατημέλητα και προπαντός, αγενέστατα».

Ποτέ δεν απάντησε η μητέρα, πως μόνο μετά από πολύ ξύλο, άπειρες φωνές και ατελείωτες απειλές κατάφερε να μετατρέψει το… αλητάκι, σε αυτή τη μικρή κυρία που όλοι ζήλευαν. Συνέχιζε απλά να περιφέρεται από σαλόνι σε σαλόνι και από σουαρέ σε σουαρέ επιδεικνύοντας το κατόρθωμά της και εξαντλώντας όλη της την τρυφερότητα. Πάντα, παρουσία τρίτων.

Τα Χριστούγεννα τα περνάγαμε κάθε χρόνο, σε κάποια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Το Πάσχα στην έπαυλη του παππού στην Κηφισιά με όλη την οικογένεια της μητέρας και με έναν πατέρα που ασφυκτιούσε μέσα στο μπεζ- κρεμ λινό κοστούμι του… Έχω την αίσθηση πως πάντα ένιωθε παρακατιανός όταν συναναστρεφόταν μαζί τους. Και πώς να μην νιώθει… για την οικογένεια της μαμάς, πάντα θα ήταν ο σώγαμπρος! Αρχιτέκτονας μεν, μεγαλοαρχιτέκτονας του Κολωνακίου πλέον, αλλά με τα λεφτά του παππού ξεκίνησε. Τους φίλους της γιαγιάς έπεισε και άρχισε να χτίζει τις πολυκατοικίες την μία μετά την άλλη στην Μαρασλή, την Ξενοκράτους και την Σπευσίππου. Τι κι αν έκανε περιουσία, από ταπεινή οικογένεια προερχόταν. Κανένα «τζάκι» δεν ήταν πίσω του…

Η αλήθεια είναι πως τίποτα, από όσα το χρήμα μπορεί να προσφέρει, δεν μου έλειψαν. Ίσως να παραείχα πολλά. Πλέον ξέρω πως τίποτα δεν μου χαρίστηκε.

Πως μπορώ να ξεχάσω πως στα δέκατα γενέθλιά μου ο πατέρας, γύρισε από το γραφείο του, το απόγευμα και… αντί να φύγουμε για την Αίγλη του Ζαππείου που με περίμεναν οι «φίλοι μου» για το πάρτυ μου, μας πρόσταξε να είμαστε σε δύο λεπτά στο αυτοκίνητο γιατί φεύγουμε για Μόναχο!
«Είναι υπέροχο το Μόναχο αυτή την εποχή κι έχω να πάω χρόνια. Ότι χρειαστείτε, θα το πάρουμε εκεί! Έτοιμες; Φύγαμε!».

Ένα ταξίδι που στα παιδικά μου μάτια διήρκεσε αιώνες… Ντυμένη με το καλό μου φόρεμα, περιτυλιγμένη με τούλια και ταφτάδες στο πίσω κάθισμα μιας Mercedes 220 SE Coupe του ’63, να κρυώνω, μα και να μην τολμάω να το ομολογήσω.
«Έχω πολλές ώρες οδήγησης μπροστά μου, σας απαγορεύω να με ενοχλείτε…».
Νύχτα πια, στην παλιά Γιουγκοσλαβία, έκλαιγα στα κρυφά, γιατί ήταν ζήτημα χρόνου να βρέξω το καλό μου φόρεμα και θα με μάλωνε η μητέρα. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας άρχισε να βρίζει δυνατά! Του είχαν τελειώσει τα πουράκια που κάπνιζε και… αλίμονο, αυτοί οι υποανάπτυκτοι, σιγά μην ήξεραν από καλό καπνό…
Σταματήσαμε στο πρώτο μεγάλο βενζινάδικο που βρήκαμε στο δρόμο μας. Ο πατέρας για να πάρει –έστω- τσιγάρα κι εγώ προσπαθώντας να βρω την τουαλέτα, χωρίς να λερώσω τα κόκκινα λουστρινένια παπούτσια μου μέσα στα λασπόνερα. Τίποτα δεν με πείραζε όμως… ούτε τα βήματα που άκουγα πίσω μου, ούτε τα δύο ζευγάρια μάτια που με κοίταζαν από την μισάνοιχτη χαλασμένη πόρτα της τουαλέτας… μόνο που προσπάθησαν να με πιάσουν και θα μου λέρωναν το φόρεμα, και θα με μάλωνε η μητέρα… Ποτέ δεν κατάλαβα ποιος μου έσκισε το εσώρουχο τραβώντας το, μόνο τα λασπόνερα έβλεπα και τρόμαξα από κάποιες φωνές σε μία γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με τράβηξε από τα χέρια τους, σχεδόν με έκρυψε στην αγκαλιά της και με τράβηξε προς το αυτοκίνητό μας… Έκρυψε το μαχαίρι που κρατούσε, λίγο πριν με σπρώξει προς τους δικούς μου.
Με υποδέχτηκε ένα μεγαλοπρεπέστατο χαστούκι από τον πατέρα! Καθόταν τόση ώρα μέσα στο κρύο και το ψιλόβροχο, περιμένοντάς με να μπω στο πίσω κάθισμα, κι εγώ είχα το θράσος να… πιάνω ψιλή κουβέντα με μια βρομιάρα!

Τίποτα δεν θυμάμαι από την Γερμανία. Μια εβδομάδα εκεί και δεν έχω καμία εικόνα στο μυαλό μου, κανέναν ήχο, καμία γεύση… Μόνο ένα σκισμένο εσώρουχο στο πάτωμα μιας τουαλέτας με στοιχειώνει ακόμη στον ύπνο μου.

Ιδιωτικό σχολείο… άλλο μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου. Έπρεπε να είμαι πρώτη σε όλα. Άριστη, παντού και πάντα. Άμεμπτη σε όλα. Άπιαστη. Σχεδόν όχι ανθρώπινη.
«Εντάξει, μην περιμένεις και συγχαρητήρια! Διόλου ευκαταφρόνητο το ποσό που δίνει κάθε χρόνο ο πατέρας σου υπό μορφή χορηγιών και δωρεών… Χωρίς τα λεφτά μας, να δω τι θα ήσουν ικανή να κάνεις! Και δεν χρειάζονται και πολλές παρέες, όλοι οι τυχάρπαστοι νεόπλουτοι εκεί στέλνουν τα παιδιά τους, αλλά τι να κάνουμε, σε αγαπάμε βλέπεις, και δεν θέλουμε να σε στείλουμε εσωτερική σε κολέγιο της Ελβετίας!»

Πάντα με τον καλό της λόγο η μητέρα. Έκδηλη η αγάπη σε κάθε αναφορά της προς το άτομο μου. Τώρα τι είδους αγάπη ήταν αυτή, ποτέ δεν κατάλαβα.

Στο γυμνάσιο, ήρθαμε κοντά με τον Μάξιμο. Μοναχικό παιδί και αυτό, βασανισμένο. Ορφανό, σχεδόν από πάντα. Στη γέννα πέθανε η μητέρα του. Και αυτό ήταν κάτι που δεν του συγχώρεσε ποτέ ο πατέρας του. Είχε τα πάντα και όμως, του έλειπε το μόνο που δεν γνώρισε ποτέ. Η ζεστή αγκαλιά. Την βρήκε στα μάτια μου. Βρήκα την αποδοχή στα δικά του. Τα κορμιά μας άκαμπτα. Δεν έμαθαν ποτέ να αγκαλιάζουν.

Αυτοκτόνησε την ημέρα των γενεθλίων του.
Θα έκλεινε τα δεκαπέντε.
Άφησε μόνο μία φράση γραμμένη σε ένα χαρτί: «Μπορεί να πέθανε στη γέννα μου, μην ξεχνάς όμως, πως εσύ, την άφησες έγκυο».

Η κατάθλιψη μου χτύπησε τη πόρτα. Παραδόθηκα. Ακολούθησαν άπειρες ώρες καθισμένη σε ανάκλιντρα, καναπέδες, και κρεβάτια διαφόρων ψυχοθεραπευτών. Ήταν της μόδας βλέπεις… Αρχικά στον πιο in του Κολωνακίου. Και πάντα περιμέναμε στην είσοδο την μητέρα να κάνει ένα τσιγάρο. Αντί να κάνει check in, καθόταν στην είσοδο και περίμενε κάποιον γνωστό να περάσει. Μετά, τα νέα μαθαίνονταν γρήγορα! Πουλάγαμε και την διαφήμιση στον εκάστοτε γιατρό, δημόσιες σχέσεις της μητέρας και καλά…

Πρώτη γνωμάτευση: άγχος. Ας πάρει ένα αγχολυτικούλι, δεν θα της κάνει κακό. Ας αυξήσουμε την δόση, είναι πολύ αγχώδης τύπος.
Δεύτερη γνωμάτευση: κατάθλιψη. Ας πάρει μερικά χαπάκια ακόμη, κανέναν δεν έβλαψαν, θα την βοηθήσουν.

Μόνο που με έβλαψαν. Έμαθα να κοιμάμαι με χάπια. Να γράφω διαγώνισμα στο σχολείο, μόνο αφού είχα διπλασιάσει τις δόσεις των αγχολυτικών. Έμαθα να επιρρίπτω τα πάντα στην κατάθλιψη. Δεν έχω φίλους; Η κατάθλιψη φταίει. Έπεσε η απόδοσή μου στο σχολείο; Με κατάθλιψη πώς να διαβάσεις. Τσακωνόμουν με τους γονείς μου; Έχει κατάθλιψη το χρυσούλι μου, ας αυξήσουμε και άλλο τα χάπια! Το χειρότερο, δεν ήταν ότι τσακωνόμασταν. Το χειρότερο ήταν ότι σταδιακά, σταματήσαμε να τσακωνόμαστε. Και για να είμαι πιο ακριβής, σταμάτησα να αντιδρώ. Απάθεια, πλήρης. Με όλους και με όλα.

Επόμενο βήμα τα ναρκωτικά. Μην αναρωτηθείτε που και πως. Παντού τα έβρισκα. Ακόμη και στην πλατεία που περίμενα το λεωφορείο για να πάω σχολείο.
Και όσο έπεφτα από το βάθρο που με είχαν τοποθετήσει οι γονείς μου, τόσο ανέβαινα κοινωνικά, στον μικρόκοσμο της εφηβείας… Απέκτησα φίλους. Προβληματικούς; Μπορεί, αλλά φίλους. Και ξέρεις ποιο ήταν το πιο ωραίο; Ότι μαζί τους δεν χρειαζόταν να μιλάω. Ούτε καν να ακούω. Μοιραζόμουν μαζί τους μόνο τον χώρο, μόνο το οξυγόνο. Ούτε καν τη δόση. Ποτέ τη δόση.

Όσο έπεφτα πιο χαμηλά, τόσο απομακρύνονταν –χιλιομετρικά- οι γιατροί που με παρακολουθούσαν. Τώρα δεν υπήρχε λόγος για τσιγάρο στην είσοδο… ποιος θα σε δει στα Λιόσια;

Σταδιακά, απομακρύνθηκαν και οι γονείς μου. Έπαψαν να με πιέζουν για να παρευρεθώ στα οικογενειακά δείπνα και σουαρέ του κύκλου μας. Ποιος ήθελε άλλωστε να έχει επαφές με ένα πρεζόνι… Ενώ μέχρι πρότινος με επεδείκνυαν, τώρα με έκρυβαν.

Κι εγώ βούλιαζα όλο και πιο πολύ. Μια ζωή, προσπαθούσα να τους είμαι αρεστή. Σύμφωνα με τα δικά τους πρότυπα, και τώρα… Όταν ήμουν φτιαγμένη πέταγα στα ουράνια, δεν είχα ανάγκη κανέναν. Τις ώρες όμως που ήμουν νηφάλια, αποζητούσα απεγνωσμένα την αποδοχή τους. Δεν το κατάλαβαν ποτέ. Δεν με αποδέχτηκαν ποτέ. Δεν συνειδητοποίησαν καν, ότι έφεραν ευθύνη για αυτό που είχα γίνει. Όσο μεγάλωνε η δόση μου, τόσο μεγάλωναν και οι χορηγίες και δωρεές προς το νέο ιδιωτικό σχολείο που πήγαινα! Έπρεπε με κάθε τρόπο, να πάρω τουλάχιστον ένα απολυτήριο λυκείου, με καλό βαθμό για να με στείλουν στο εξωτερικό.

Λες κι εκεί, δεν υπήρχαν ναρκωτικά. Αλήθεια, πίστευαν πως θα αποτοξινωνόμουν μόνη μου και στο εξωτερικό; Απλά δεν θα με έβλεπαν. Και ότι δεν βλέπεις, δεν υπάρχει. Με το μυαλό τους. Αγνός, παρθένος, στρουθοκαμηλισμός.

Βρέθηκα μόνη μου στο Stevenage, λίγο έξω από το Λονδίνο. Ήθελαν να μου νοικιάσουν δικό μου σπίτι, προτίμησα την εστία. Μέσα στο ταραγμένο μυαλό μου, φοβόμουν να μείνω μόνη μου. Αυτό με έσωσε.

Την ημέρα που έκλεινα τα είκοσι, αποφάσισα να πάω στον Μάξιμο. Δεν άντεχα άλλο την μοναξιά και την απόρριψη. Έκανα την πρώτη απόπειρα. Την γλίτωσα με μια πλύση στομάχου. Τρεις μήνες μετά, έκανα τη δεύτερη. Αποφασισμένη περισσότερο από ποτέ. Μόνο ο Μάξιμος με κοίταζε στα μάτια και έβλεπε αυτό που πραγματικά ήταν η Μαριαλένα. Ένα τρομαγμένο παιδί. Ένα (δια)ταραγμένο μυαλό.

Μέσα στο λήθαργο, άκουσα τη φωνή του ή τουλάχιστον έτσι νομίζω… «Πάλεψε γαμώτο, και ζήσε όσα δεν πρόλαβα εγώ»
… σύρθηκα μέχρι την πόρτα κι εκεί κατέρρευσα. Μέσα στα αίματα με βρήκαν, αναίσθητη. Την πρώτη βδομάδα στο νοσοκομείο, πάλευα για τη ζωή μου. Είχα χάσει πολύ αίμα, ήταν και το στερητικό σύνδρομο… Ήρθε ο πατέρας, να με πάρει πίσω στην Ελλάδα. Η μητέρα δεν μπόρεσε να ταξιδέψει, ταράχτηκε πολύ με αυτό που έκανα! Αρνήθηκα, με νύχια και με δόντια. Οι γιατροί που με παρακολουθούσαν του κατέστησαν σαφές ότι θα μου έκανε μεγάλο κακό η αλλαγή του περιβάλλοντος στην κατάσταση που ήμουν. Στην ψυχική κατάσταση που ήμουν. Και έφυγε. Πλήρωσε τα μέχρι τότε έξοδα, άφησε και άλλα, και έ φ υ γ ε.

Στην αρχή, πάλευα για τη ζωή μου. Τώρα έπρεπε να παλέψω για το μυαλό μου. Ζήτησα να μεταφερθώ στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου. Τις πρώτες δύο βδομάδες δεν μίλαγα καθόλου. Ξύπναγα κάθιδρη, κάθε βράδυ με την ίδια εικόνα, που όλη την υπόλοιπη ημέρα προσπαθούσα απεγνωσμένα να διώξω από το μυαλό μου: Ένα παιδικό εσώρουχο πεταμένο στα λασπόνερα. Μετά από τρεις μήνες στην ψυχιατρική πτέρυγα, αποτοξίνωση και άπειρες ώρες ψυχοθεραπείας, συζήτησης και ομαδικής θεραπείας, πήρα εξιτήριο. Η ψυχολογία μου εύθραυστη.

Οι γονείς μου απαίτησαν, τηλεφωνικά πάντα, να γυρίσω στην Ελλάδα. Αρνήθηκα, δεν μπορούσα ακόμη να τους αντιμετωπίσω.

Απείλησαν να μην μου ξαναστείλουν χρήματα.

Αρνήθηκα ξανά.

Με αποκλήρωσαν.

Ανακουφίστηκα.

Ευτυχώς μπορούσα να μείνω στην εστία μέχρι να λήξει το διδακτικό έτος. Έπρεπε όμως να καταστρώσω ένα σχέδιο. Για πρώτη φορά, αποφάσιζα εγώ για τη ζωή μου. Και ήθελα να ζήσω. Όλα όσα δεν πρόλαβε ο Μάξιμος, και όλα όσα άξιζαν στην Μαριαλένα. Ξεκίνησα να δουλεύω εθελοντικά στο νοσοκομείο. Εκεί που με έσωσαν. Εκεί που ξαναγεννήθηκα. Και πολύ γρήγορα, ήξερα τι ήθελα να κάνω.

Ποια αρχιτεκτονική; Αυτό ήταν της μητέρας το όνειρο και του πατέρα οι προσδοκίες… Εγώ ήθελα να προσφέρω. Να βοηθήσω όλους τους Μάξιμους και όλες τις Μαριαλένες που πάλευαν με τους δικούς τους δαίμονες… Παιδοψυχολόγος! Πήρα φοιτητικό δάνειο, έμεινα στην εστία του νοσοκομείου, στο Stevenage πάντα, και συνέχισα να δουλεύω εθελοντικά στην παιδιατρική πτέρυγα πλέον. Τις ελεύθερες ώρες μου, τις πέρναγα στην βιβλιοθήκη διαβάζοντας ή στα μουσεία του Λονδίνου. Σταδιακά, άρχισα να κάνω και παρέα με τους συμφοιτητές μου. Να ανοίγομαι, να χαλαρώνω. Να «λύνομαι» και να απολαμβάνω την αποδοχή των άλλων χωρίς ενοχές.

Τον επόμενο μήνα παίρνω πτυχίο κι έχω ήδη πρόταση να δουλέψω μόνιμα σαν παιδοψυχολόγος. Έχω ήδη αποφασίσει να μείνω εδώ. Δεν μου αρέσουν οι αλλαγές, ίσως και να τις φοβάμαι, και αναγνωρίζω πως έχω πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μου μέχρι να πραγματοποιήσω τα όνειρά μου.

Μπορώ όμως να φωνάζω πλέον δυνατά: «Είμαι η Μαριαλένα και είμαι καλά!»