Απ’ όλα τα γλυκίσματα των Χριστουγέννων αυτά που αγαπώ περισσότερο είναι τα μελομακάρονα. Και δεν είναι η μπισκοτομελένια γεύση τους που ξετρελαίνει μικρούς και μεγάλους, αλλά η σαγηνευτική μυρωδιά τους που ξυπνά μνήμες, με άρωμα κανέλας και γαρίφαλου, από κείνες τις εποχές που οι νοικοκυρές έφτιαχναν μονάχα κουραμπιέδες, μελομακάρονα κι ενίοτε δίπλες, για να υποδεχθούν την ωραιότερη γιορτή του χρόνου. Κι εγώ πιστή στην παράδοση δεν αγοράζω μελομακάρονα, αλλά φτιάνω, για να μοσχοβολήσει το σπίτι αναμνήσεις. Μια δόση πασπαλισμένα με καρυδόψιχα και βουτηγμένα στο μέλι, και μια δόση γυμνά, δίχως μέλι ∙ στη μνήμη της κυρα-Λένης.

Η κυρα-Λένη ήταν η Γιαγιά της γειτονιάς που μεγάλωσα. Όποιος είχε την τύχη να την γνωρίσει, μαγευόταν από τα τεράστια καλοκάγαθα μάτια της, τα ασημένια της μαλλιά και την μελιστάλαχτη φωνή της. Τα παιδιά τρέχανε στην αγκαλιά της σαν την έβλεπαν κι αυτή πάντα έβγαζε από τις τσέπες κείνες τις μικρές ζαχαρωμένες καραμέλες τριαντάφυλλου. Κι αν τύχαινε και δοκίμαζες και τα μελομακάρονά της, έμπαινε για πάντα στην καρδιά σου. Μάταια προσπαθούσαν οι μανάδες να της αποσπάσουν τη συνταγή. «Ποτέ μια μάγισσα δεν αποκαλύπτει τα μαγικά της φίλτρα» έλεγε γελώντας σαν μικρό παιδί που χαίρεται με το κατόρθωμά του. Μα σαν μέναμε μόνοι, έκλεινε το μάτι πονηρά και ψιθύριζε συνωμοτικά «Είναι φτιαγμένα με το φίλτρο της αγάπης. Λίγο άρωμα ελπίδας και πασπαλισμένα με θάρρος και μπόλικη καλοσύνη».

Τα χρόνια πέρασαν, εμείς κάναμε τις οικογένειές μας, και κάπου εκεί μεταξύ υποχρεώσεων και καθημερινής τρέλας, οι επισκέψεις μας στην κυρα-Λένη αραίωσαν και το άλλοτε γεμάτο από παιδικές φωνές σπίτι της ερήμωσε. Η Γιαγιά της γειτονιάς έμεινε μόνη να ακούει τους εκκωφαντικούς χτύπους του ρολογιού που μετρούσε το χρόνο της ζωής της να περνάει αργά αλλά και γρήγορα συνάμα.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, τα τελευταία της, φορτωμένοι με δώρα και παιδιά χτυπήσαμε το κουδούνι του σπιτιού της, βέβαιοι για τη χαρά που θα της δίναμε μετά από τόσο καιρό. Μόνο που η κυρα-Λένη σαν άνοιξε και μας είδε μπροστά της, μικρούς και μεγάλους, σκοτείνιασε. Το ζεστό χαμόγελο που περιμέναμε να δούμε ήταν πιο κρύο κι απ’ τον βαθύ χειμώνα, και η λιακάδα που άλλοτε αντίκριζες στα μάτια της είχε δώσει τη θέση της στη συννεφιά. «Πάει μεγάλωσε η κυρα-Λένη κι έχασε το κέφι της» σκέφτηκα και βυθίστηκα στην ξεθωριασμένη βελούδινη μπερζέρα του σαλονιού, που μετά από καιρό κόντευε να ξεχειλίσει από τον κόσμο.

«Να σας φτιάξω κακάο; Θα το φτιάξω όπως το έφτιαχνε η μακαρίτισσα η αδελφή μου. Να θυμηθούμε τα παλιά».

Τη στιγμή που στράφηκε προς την κουζίνα, η ματιά μου πλανήθηκε στο χώρο. Το μικρό δέντρο, το στολισμένο με ελάχιστες και θαμπές από το πέρασμα του χρόνου μπάλες, φώτιζε δίπλα σ’ ένα παράθυρο με κατεβασμένα ρολά. Η κρυστάλλινη φοντανιέρα που άλλοτε φιλοξενούσε σοκολατάκια Τζοκόντα ήταν άδεια και στον σκαλιστό μπουφέ, ανάμεσα στις αγιοβασιλιάτικες φιγούρες και στις κορνιζαρισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, ήταν απλωμένοι λογαριασμοί.
«Κυρα-Λένη δεν θα φάμε μελομακάρονα; Μη μου πεις ότι δεν έφτιαξες;» ρώτησε η Εύη ναζιάρικα.
«Έφτιαξα, αλλά να. Δεν μου πέτυχαν.»
«Έλα βρε κυρα-Λένη. Από πότε οι μάγισσες ξεχνούν τα μαγικά τους;» είπε η Εύη κι όλοι σκάσαμε στα γέλια.
«Σχώρα με κόρη μου-.  Δεν περίσσεψαν λεφτά για μέλι. Και η ξαδέλφη μου δεν μου’ στειλε φέτος καρύδια από το χωριό» απάντησε διστακτικά, προσπαθώντας να κρύψει το τρέμουλο στη φωνή της. Τα μάτια της βούρκωσαν κι όρκο θα έπαιρνα πως θα ξέσπαγε σε λυγμούς, αν μια παιδική φωνούλα δεν έσπαγε την παγωμένη αμηχανία της στιγμής. «Εγώ θέλω να φάω» ακούστηκε η φωνή του μικρού Αλέξανδρου. «Η μαμά λέει ότι τα μελομακάρονά σου είναι μαγικά. Αλήθεια είσαι μάγισσα; Έχεις και σκουπόξυλο;». Για λίγα λεπτά έμεινε να τον κοιτά σαν να είχε προδώσει τον ίδιο της τον εαυτό. Κι έπειτα, σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο, το βλέμμα της γλύκανε και δίχως να πει λέξη κατευθύνθηκε στην κουζίνα, για να φέρει επιστρέφοντας μια κόκκινη πιατέλα γεμάτη μελομακάρονα.
«Ντρέπομαι που το λέω αλλά νόμιζα πως με ξεχάσατε κι εσείς.  Αν ήξερα πως θα ερχόσαστε, θα είχα κάνει τα κουμάντα μου. Σας υπόσχομαι πως του χρόνου, πρώτα ο Θεός, θα φτιάξω διπλή δόση. Χρόνια πολλά παιδιά μου!»
Ποτέ άλλοτε δεν θυμάμαι τόσες λίγες λέξεις να με πόνεσαν τόσο πολύ. «Δεν περίσσεψαν λεφτά για μέλι…Νόμιζα πως με ξεχάσατε κι εσείς …». Τα συναισθήματά μου έγιναν ένα κουβάρι μέσα μου. Συμπόνια, οργή, λύπη.
«Λοιπόν κυρά Λένη μεθαύριο θα έρθεις σπίτι να φάμε όλοι μαζί. Και δεν δέχομαι όχι.» είπε η Εύη.
«Άλλη φορά. Περιμένω κόσμο.»
«Ποιος θα έρθει; Δεν ήξερα ότι έχεις συγγενείς στην Αθήνα» πετάχτηκε έκπληκτη η Σοφία.
«Μη με μαλώσετε. Αλλά να. Στη διπλανή πολυκατοικία νοίκιασε το δώμα πριν ένα μήνα μια κοπέλα. Νοσηλεύτρια είναι στο Αττικό. Η οικογένειά της είναι στην Κοζάνη κι αυτή δουλεύει ανήμερα των Χριστουγέννων. Καημένο παιδί. Κρίμα να φάει μόνη τέτοια μέρα.»
«Κυρα-Λένη την ξέρεις;»

«Τη συναντώ στο πάρκο όταν βγάζω βόλτα τη Νέλη» είπε σκύβοντας να χαϊδέψει το μαύρο κοπριτάκι, που είχε κουλουριαστεί στα πόδια της. «Φαίνεται καλό παιδί. Κι αυτή και ο Ηλίας. Εκείνο το ψηλό παλικάρι που έπιασε δουλειά στο φαρμακείο. Αν δεν ήταν αυτός να μου κάνει τις ενέσεις, ξάπλα κι ανήμπορη θα ήμουν ακόμα στο κρεβάτι. Μένει με τον πατέρα του εδώ πιο πάνω. Συνταξιούχος δάσκαλος. Μονάχοι τους δυο άντρες, τι να σου μαγειρέψουν. Αμαρτία απ’ το Θεό να τρώνε σουβλάκια Χριστουγεννιάτικα».
«Κυρά- Λένη μου επειδή σου έκανε ενέσεις, κάλεσες δυο άγνωστους για Χριστούγεννα;»
«Γιατί τι θα πάθω; Αφήστε που θα είναι εδώ και η φουρνάρισσα. Θα έρθει απ’ το πρωί να με βοηθήσει με τη γαλοπούλα. Δεν ξέρω αν μάθατε αλλά έχασε τον άντρα της πριν ένα μήνα. Δυο γιους έχει, πέντε εγγόνια, κι όλοι στη Γερμανία. Δεν μπορούν να έρθουν λένε, έχουν δουλειές. Τι να σου κάνουν κι αυτοί οι έρμοι; Σάμπως τα εισιτήρια είναι φτηνά; Αχ, της καλομάνας το παιδί το πρώτο να’ ναι κόρη. Οι κόρες είναι πιο πονετικές. Δεν θα την άφηναν μόνη»
«Μα μπορείς να τραπεζώσεις τόσους ανθρώπους; Τα γόνατά σου;»

Για μια στιγμή η 85χρονη γυναίκα δίστασε, και μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της έκανε την εμφάνισή της, σαν να έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τα λόγια που θα μας έκαναν να αλλάξουμε γνώμη. Κι έπειτα οι λέξεις ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος από μέσα της.
«Μου συμβαίνει συχνά τελευταία να πιάνω τον εαυτό μου να θυμάται πράγματα από τότε που ήμουν μικρή. Η μάνα μου στο τραπέζι των Χριστουγέννων έβαζε πάντα ένα πιάτο παραπάνω. Για τον ξένο, έλεγε, που θα χτυπήσει την πόρτα. Όλοι, ξένοι και γνωστοί, είναι ευπρόσδεκτοι ιδίως αυτές τις άγιες μέρες. Όπως ήσασταν κι εσείς, κάθε φορά που οι μανάδες σας δεν είχαν που να σας αφήσουν. Τζουρνεύατε σοκολατάκια, θυμάστε; Αλλά εγώ πάντα είχα τη φοντανιέρα στο ίδιο μέρος, γεμάτη. Ξέρετε γιατί; Γιατί όλοι οι καλοί χωράνε στο σπιτικό μου».

Ήθελα να την σφίξω στην αγκαλιά μου, να της φιλήσω τα χέρια. Για τη στοργή που έδειξε κάποτε σε εμάς, για την ίδια εκείνη στοργή που έδειχνε τώρα σε κάθε μοναχική ψυχή, πασχίζοντας να συγκρατήσει τον κόσμο για να μη καταρρεύσει. Η μοναξιά της είχε μετατραπεί σε ένα είδος αλληλεγγύης που φώτισε ξαφνικά το δωμάτιο. Δεν είχε φτιάξει τα μαγικά μελομακάρονά της γιατί δεν της έφτασε η σύνταξη. Μια σύνταξη όμως που ήταν αρκετή για τέσσερα πιάτα παραπάνω στο τραπέζι της ανήμερα των Χριστουγέννων… Όλοι οι καλοί χωράνε…

Αχ βρε κυρα-Λένη δεν ήταν τελικά το μέλι που έκανε νόστιμα τα μελομακάρονά σου, ούτε τα μαγικά σου φίλτρα. Ήσουν εσύ και η ζεστή καρδιά σου. Ήσουν εσύ που ήξερες αυτό πως οι περισσότεροι από εμάς δεν θέλουμε καν να φανταστούμε. Πώς είναι να είσαι μόνος τα Χριστούγεννα. Πως μπορεί οι δικές μας μέρες χαράς, να είναι μέρες σκοταδιού, κρύου και μοναξιάς για άλλους. Κι η μοναξιά στις γιορτές, κακά τα ψέματα, πονά περισσότερο από κάθε άλλη μέρα του χρόνου. Η άδεια καρέκλα, η σιωπή της απελπισίας, την ίδια ώρα που σε άλλα σπίτια πάνω από τα γεμάτα με γιορτινά εδέσματα τραπέζια τσουγκρίζουν ποτήρια κι ανταλλάσσονται ευχές, η παγωνιά που νιώθει κανείς μην έχοντας ένα χέρι, μια αγκαλιά, ένα βλέμμα να κρατηθεί, είναι μια φτώχεια εξίσου τυραννική με το άδειο πιάτο, το παγωμένο δωμάτιο, το χωρίς δώρα δέντρο. Πόσοι από εμάς άραγε μοιραζόμαστε το τραπέζι μας με ένα γνωστό, έναν φίλο ή με έναν συγγενή που ξέρουμε πως είναι μόνος;

Πριν δυο χρόνια, δεν θα ξεχάσω, μια φίλη σε μια ομάδα κάλεσε σπίτι της όποιο μέλος δεν είχε που να πάει τη μέρα των Χριστουγέννων για να τα περάσει μαζί με την ίδια και την οικογένειά της. Δεν έμενε σε έπαυλη. Δεν είχε φουσκωμένο πορτοφόλι. Είχε και έχει γενναία καρδιά. Μεγάλη καρδιά. Δεν περιορίστηκε σε ένα κουτί γλυκά, μια σακούλα πράγματα για τη γειτόνισσα, δυο κουτιά γάλα για το γείτονα. Άνοιξε το σπίτι της σε κάθε άνθρωπο εδώ κι εκεί, που σφάδαζε βουβά από μοναξιά. Έδειξε θάρρος και καλοσύνη…

   Αφιερωμένο στην κυρα-Λένη και τη φίλη Λ. που έκαναν πράξη την αγάπη, που έδωσαν από το περίσσευμα της καρδιάς τους για να διώξουν τη θλίψη της μοναξιάς μιας άλλης καρδιάς.