Ντριιιιννν, Ντρριιιιιννννν, Ντρριιιιιιιιιιιιινννννννν!
Βιαστικά βήματα ακούγονται στο παρκέ του σαλονιού και ο Κώστας πλησιάζει το θυροτηλέφωνο. Με βιαστική κίνηση ακουμπά το πλήκτρο της κάμερας και διακρίνει την μορφή ενός μεσόκοπου άντρα με ιταλικό κασκέτο, γερμένο λίγο προς τα δεξιά.
Κοιτάει την πόρτα της πολυκατοικίας λες και περιμένει να του μιλήσει, ενώ ρίχνει και κάποιες λοξές ματιές στο θυροτηλέφωνο της εισόδου, όπως θα κοίταγε δίπλα από την κυρά του, τις καλλονές που λένε τον καιρό στις ειδήσεις.
«Παρακαλώ;» αποκρίνεται με απορημένο ύφος.
«Καλησπέρα σας, είμαι από την μεταφορική εταιρία, ήρθαμε λίγο νωρίτερα από την προκαθορισμένη ώρα»
«Τι λίγο; Η ώρα είναι 7:30 το πρωί και είχαμε κανονίσει για τις 9:30».
του απαντά με αυστηρό ύφος.

Γέρνει λίγο το κεφάλι του, πέρα από τα όρια του τοίχου του μικρού χωλ και κοιτάει τις στοιβαγμένες κούτες.
Λένε πως οι κούτες μιας μετακόμισης είναι η εικόνα της ζωής σου και αν κρίνει με αυτό που αντικρίζει, η ζωή του πρέπει να είναι τελικά πολύ «φτωχή».

Τρεις, τέσσερις κούτες και από αυτές οι δύο είναι μισογεμάτες.
Ο Κώστας δεν συνήθιζε ποτέ να διαβάζει λογοτεχνικά βιβλία, οπότε όσο και να ψάξει κανείς δεν θα βρει ανάκατα βιβλία στριμωγμένα σε μια κούτα, ούτε μικρά μπιμπελό, βάζα, πιάτα ή ποτήρια.

«Λίγα και καλά» ήταν πάντα το «μότο» του.
Μάλλον έτσι ήταν και η ζωή του. Λίγες επαφές, λίγες σχέσεις, λίγη διασκέδαση, λίγο από όλα.

«Μήπως ήμουν και εγώ λίγος τελικά;» «Μήπως δεν αναζήτησα τα πολλά και τελικά κατέληξα με τα ελάχιστα;»
Μια δουλειά που τον κράταγε και δεν την κράταγε, μια σχέση που την κράταγε και δεν τον κράταγε, πολλές ημέρες που τον στήριζαν χωρίς να έχει κάτι ξεχωριστό να τους προσφέρει.

Μόνο γέλιο πρόσφερε, απλόχερα, σε φίλους και γνωστούς.
Αυτό ήταν το δικό του «πολύ».
Όχι ότι του κακόπεφτε, αλλά του είχε στοιχίσει.
Χωρίς να το ήθελε έπεσε στην παγίδα του. Την παγίδα του να προσφέρεις όλο και πιο πολύ, να δίνεις, να αναλώνεσαι και τελικά να σου μένει μόνο η θύμηση του γέλιου. «Η θύμηση μόνο» μονολόγησε και σάστισε.

Ξυπνάς ένα πρωί και αντιλαμβάνεσαι πως για εσένα, σε εσένα, δεν έδωσες και πολλά. Πως όσο απολάμβαναν οι άλλοι, ξέχασαν να δίνουν.
Όχι απαραίτητα σκόπιμα, παρασύρθηκαν και αυτοί.
«Εδώ θα μου πεις παρασύρθηκα εγώ, αυτοί δεν θα μπερδευτούν;»

Σίγουρα κάπου είχε κάνει λάθος. Ακόμα και η προσμονή μπορεί να ήταν περισσότερο από αυτό που έπρεπε. Μπορεί να αφέθηκε λίγο παραπάνω. Ακόμα και το πάντα ότι έλπιζε για κάτι παραπάνω από αυτό που πήρε και αυτό λάθος μπορεί να ήταν. Φαίνεται το πράγμα απο την αρχή, πάντα φαίνεται, εκείνος ήταν τυφλός και άκουγε φωνές και έκλεινε τα μάτια και ονειρευόταν παραδείσους, πουλιά να κελαηδούν και εξωτικές υπάρξεις να τρέχουν μαζί του στην παραλία.

Στιγμιαία πέρασε από το μυαλό του η σκέψη πως τελικά ίσως ήρθε η ώρα να πάρει αυτά που του αξίζουν. Όταν νιώθεις δεμένος και δεν λύνονται τα δεσμά που σε κρατάνε πίσω, μόνο ένας τρόπος υπάρχει να απομακρυνθείς. Τα κόβεις. Δεν ήταν βλάκας ο Μέγας Αλέξανδρος. Κάτι ήξερε που έβγαλε το σπαθί του και τον έκοψε τον δεσμό. Έτσι είναι, δεν μπορείς πάντα να προσπαθείς απεγνωσμένα να βρεις την λύση. Να χάνεσαι σε ατέρμονες σκέψεις, σημειώσεις επί σημειώσεων, σενάρια επί σεναρίων και τελικά να βρίσκεσαι πάλι στην αρχή. Του ρίχνεις μια και τον κάνεις δυο κομμάτια και για να είσαι σίγουρος, τα δύο κομμάτια τα κάνεις τέσσερα και ρίχνεις και μια μούντζα. Έτσι για το γαμώτο. Για να πεις ότι κάτι έκανες αλλά να έχεις κάνει πραγματικά.
«Θα τα αλλάξω, ΟΛΑ!» λες και γυαλίζει το μάτι σου.

Αυτό δείχνουν οι κούτες του, αυτό βλέπει καθώς τις κοιτάζει και όχι αν είναι μισογεμάτες ή σκισμένες ή πλούσιες σε περιεχόμενο.

Μία παρτίδα πόκερ είναι η ζωή και αν δεν αλλάξεις τα άσχημα φύλλα που έχεις θα μείνεις εκεί να χάνεις διαρκώς. Όσο περισσότερα άσχημα φύλλα αλλάξεις, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να κερδίσεις. ΟΛΑ! Μπορείς να τα αλλάξεις όλα;

Την είχε πάρει προ πολλού την απόφαση. Αυτό θα κάνει, θα τα αλλάξει όλα.

«Με ακούτε; Ναι; Κύριε;» τον συνεφέρει η νευριασμένη φάτσα του μεταφορέα.
«Ναι, συγνώμη, αφαιρέθηκα» του απάντησε και η φωνή του ήταν τώρα πιο ήρεμη, πιο σταθερή και αποφασισμένη. «Φύγετε, δεν χρειάζεται να μεταφέρετε τίποτα, δεν θα πάρω κάτι μαζί μου, το πιο πολύτιμο που έχω είμαι εγώ. Εμένα θα πάρετε μόνο. Αν μπορείτε με αφήνετε στα Βριλήσσια, αλλιώς δεν πειράζει, θα πάρω ένα ταξί. Μόνο εμένα χρειάζομαι. Όλα τα άλλα…. ας με βρουν εκείνα» είπε και απομακρύνθηκε από την οθόνη του θυροτηλέφωνου.
Με την άκρη του ματιού του καθώς έσβηνε η ασπρόμαυρη οθόνη, διάκρινε το απορημένο βλέμμα του κυριούλη, μα κοιτώντας λίγο πιο χαμηλά στο πρόσωπό του είδε και ένα χαμόγελο.

Ήξερε.
Είχε αρκετά χρόνια στην πλάτη του ώστε να καταλάβει.
Η μόνη τους διαφορά ήταν πως το χαμόγελο του Κώστα, τώρα πια ήταν μεγαλύτερο.