Μεταμφιέσεις ΙΙ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το πρώτο μέρος : https://thebluez.gr/%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%bc%cf%86%ce%b9%ce%ad%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%ce%b9/

 

Το τρένο της γραμμής κυλούσε σαν ποταμάκι στην κοίτη του, παρασέρνοντας τα βάγκον λι που τραγουδούσαν ρυθμικά, νανουριστικά. Ανάμεσα στα βάγκον λι υπήρχε κι η πολυτελής μπλε κλινάμαξα της εταιρείας CIWL, της γραμμής Simplon, με τις ξύλινες επενδύσεις από κοκκινωπό μαόνι και αρτ ντεκό διακοσμητικά. Ο Άλκης στεκόταν μπροστά στην πόρτα του κουπέ του, όταν είδε τον δεύτερο καμαρότο να προχωρά βιαστικός προς το τέρμα του διαδρόμου, στην άλλη άκρη του βαγονιού.

«Κύριοι, σας παρακαλώ! Είναι η πρώτη θέση! Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί!», ακούστηκε να λέει, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον τόνο της φωνής του. Ένας κοντόχοντρος γεροδεμένος άντρας και δύο αστυφύλακες είχαν εισβάλλει στο βαγόνι.

«Μην ανησυχείτε, θα είμαστε διακριτικοί», τον διαβεβαίωσε ο κοντόχοντρος άντρας και έκανε νόημα στους δύο αστυφύλακες να κάτσουν παραπίσω, ενώ κατέβασε τη φωνή του και κάτι είπε στο ανήσυχο καμαρότο και τον επιστάτη του τρένου. Το αίμα είχε στραγγίξει από το πρόσωπο του Άλκη. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο κοντόχοντρος άντρας ήταν ο Επιθεωρητής Στεργίου, ένας αστυνομικός που φημιζόταν για το ότι ήταν αδίστακτος, αν και όχι τόσο κοφτερό μυαλό και έκανε τις βρώμικες δουλειές του δικτάτορα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ζήτησε συγγνώμη στα γαλλικά από τον καμαρότο, τον οποίο ξαπόστειλε και χτύπησε μαλακά την πόρτα της Ξένιας. Ο καμαρότος κατευθύνθηκε κι εκείνος στο τέρμα του διαδρόμου, όπου ο συνάδελφος του είχε ήδη μπει στο πρώτο κουπέ, απ΄ όπου ακούγονταν φωνές διαμαρτυρίας από τον ένοικό του. Δεν περίμενε άλλο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε κλειδώνοντάς την πίσω του.

«Μα τι στο καλό!», αναφώνησε ενοχλημένη η Ξένια, που στεκόταν μπροστά στο μικρό νιπτήρα, μα έκοψε την κουβέντα της, καθώς τον είδε ν΄ ανασηκώνει άτσαλα το πέπλο.

«Είναι εδώ…», της είπε φανερά αναστατωμένος ο Άλκης. Η Ξένια τον κοίταξε απορημένη. Ξαφνικά, ο Άλκης την άρπαξε στην αγκαλιά του και την φίλησε με πάθος. Η Ξένια στην αρχή ξαφνιάστηκε, μα έπειτα αφέθηκε στην γλύκα του φιλιού του. Υστερικές φωνές ακούστηκαν από κάπου παραπέρα.

«Μα τι συμβαίνει;», τον ρώτησε η Ξένια, μόλις κατάφερε να βρει την ανάσα της. 

«Ήρθαν, με ψάχνουν…» της είπε και έσκυψε να την ξαναφιλήσει.

«Πώς; Μα κι εσύ τι κάνεις;», τον ρώτησε τρομοκρατημένη, καθώς τραβιόταν.

«Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε τρομάξω. Μα να, αν είναι να με πιάσουν, ήθελα, ήθελα ένα σου φιλί, ξέρεις…», τραύλισε ο Άλκης, μα το ξαφνικό χαστούκι της Ξένιας τον σάστισε για τα καλά! 

«Ανόητε! Θες να μου πεις ότι ήρθαν για να σε πιάσουν κι εσύ το μόνο που σκέφτηκες είναι πώς θα με φιλήσεις;», τα μάτια της πέταγαν σπίθες, ήταν έξαλλη. Ο Άλκης προσπάθησε να δικαιολογηθεί:

«Δεν μπορώ να ξέρω τι θα μου ξημερώσει αύριο, αλλά μπορώ και θέλω να εκμεταλλεύομαι στο έπακρο, το τώρα…»

«Άντρες!» αναφώνησε εκνευρισμένη κι ανέστρεψε το βλέμμα. «Θα με βάλεις και σε μπελάδες αν σε βρουν εδώ! Κάνε στην άκρη», τον διέταξε και ανοίγοντας ελάχιστα την πόρτα, προσπάθησε να εκτιμήσει την κατάσταση. Κάποιοι κύριοι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα μεταξύ τους στο διάδρομο. Δυο – τρεις υπηρέτριες και συνοδοί, στέκονταν στο διάδρομο ή στις πόρτες των κουπέ και προσπαθούσαν ν΄ ακούσουν κι εκείνοι τι γινόταν, για να τα μεταφέρουν στ’ αφεντικά τους. Στην άλλη άκρη του στενού διαδρόμου, η κυρία Αντύπα ήταν έξαλλη και τα έψαλε για τα καλά στον αναψοκοκκινισμένο κοντόχοντρο άντρα, στους καμαρότους και στους αστυνομικούς που ήταν πίσω του· έτσι όπως ήταν ευτραφής, έκλεινε όλο το διάδρομο και δεν μπορούσαν να περάσουν κι αν την ήξερε η Ξένια καλά, θα της έπαιρνε αρκετή ώρα να ηρεμήσει και τους αφήσει να περάσουν. Ωραία, σκέφτηκε η Ξένια, αυτό θα μας δώσει λίγο χρόνο.

«Τι γίνεται;», ρώτησε η υπηρέτρια, από το νούμερο δέκα, μια άλλη πιο μπροστά. 

«Ψάχνουν τα χαρτιά, τα μπαούλα και τα κουπέ, τα ΄κάναν άνω κάτω!», της απάντησε μια χλωμή κοπέλα. 

Η Ξένια έκλεισε μαλακά την πόρτα και κοίταξε τον Άλκη και το κόκκινο αποτύπωμα του χεριού της στο μάγουλό του. Έπειτα, κινήθηκε κατά το μεγάλο παράθυρο και το κατέβασε. Ο αέρας την χτύπησε κατά πρόσωπο, κάνοντας τα κοντοκουρεμένα καστανά μαλλιά της ν΄ ανεμίσουν. Έβγαλε το κεφάλι της έξω από το παράθυρο και ένιωσε να της κόβεται η αναπνοή. Μόλις συνειδητοποίησε την ταχύτητα του τρένου, το έκλεισε απογοητευμένη. Δεν ήθελε να μείνει χήρα πριν καλά – καλά παντρευτεί, πέρασε φευγαλέα η σκέψη. 

Ο Άλκης την κοιτούσε όλη αυτή την ώρα θλιμμένα, με την πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να γίνει και ήταν ανήμπορος να κουνηθεί. Εκεί που όλα έμοιαζαν επιτέλους να φτιάχνουν, έγινε αυτό και γκρεμίστηκαν όλες του οι ελπίδες. Μέχρι σήμερα, αν ανέβαινες στο τρένο ήσουν ασφαλής, ιδίως στην κλινάμαξα του Σεμπλόν. Δεν περίμενε ποτέ ότι ο επιθεωρητής θ΄ ανέβαινε και θα έκανε έρευνα. Άραγε θα κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη ή θα σταματούσε το τρένο πιο μπροστά; 

Η Ξένια άρχισε να ψαχουλεύει τη σχάρα των αποσκευών και τη βαλίτσα της και στο τέλος στάθηκε και κοίταξε γύρω της εξεταστικά. Έπειτα, μια λάμψη φώτισε τα μάτια της. Κατευθύνθηκε προς την ενδιάμεση πόρτα, που ένωνε τα δύο κουπέ τους και έκανε να την ανοίξει, ήταν κλειδωμένη. Ο Άλκης ξερόβηξε, μα η Ξένια δεν του έδωσε σημασία, μόνο στάθηκε μπροστά στο ψηλό μαονένιο ντουλάπι, που έκλεινε μέσα του τον νιπτήρα  και τον καθρέφτη. Πήρε ένα μικρό μαύρο μεταλλικό τσιμπιδάκι, από ΄κείνα που είχε για να στερεώνει το καπέλο της, που ήταν ακουμπισμένο εκεί. Ο Άλκης απορημένος, κάτι έκανε να της πει, μα βλέποντάς την σε έξαψη κι απορροφημένη στις σκέψεις της, το μετάνιωσε. Η Ξένια ξαφνικά γύρισε και τον κοίταξε κατάματα. 

«Έχεις διαβατήριο ως Μπετράν;», τον ρώτησε αυστηρά. Εκείνος της έγνεψε καταφατικά και άνοιξε την μικρή βελούδινη τσάντα και της το έδειξε.

«Και το κανονικό σου;»

«Κρυμμένο σε διπλό πάτο στο μπαούλο μου». 

Η Ξένια έσκυψε βγάζοντας έναν ανακουφισμένο αναστεναγμό και έχωσε το τσιμπιδάκι της στην πόρτα. Κουνώντας μαλακά το τσιμπιδάκι, δοκίμασε το χερούλι, μα η πόρτα δεν άνοιξε κι ας ήταν σίγουρη πως την είχε ξεκλειδώσει. 

«Να πάρει!» μουρμούρισε και ένιωσε τον ιδρώτα να νοτίζει τις παρυφές των μαλλιών της, όταν ξαφνικά είδε το χερούλι να κατεβαίνει και την πόρτα ν΄ ανοίγει. Μπροστά της στεκόταν μ΄ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο ο Άλκης. 

«Είχε κι άλλη ασφάλεια», της είπε μαλακά. «Πού έμαθες να το κάνεις αυτό;»

Η Ξένια του έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα κι ανασηκώθηκε σκουπίζοντας το μέτωπό της. 

«Στο οικοτροφείο. Με εκνεύριζε να με κλειδώνουν! Άιντε, τι με κοιτάς; Βγάλε το φόρεμα και το βέλο και κρέμασε το εκεί!», πρόσταξε με μεταλλική φωνή, δείχνοντάς του ένα γάντζο στο δωμάτιο του. «Άσε την τσάντα  και το διαβατήριο πάνω στο τραπεζάκι», πρόσθεσε και σταμάτησε ν΄ αφουγκραστεί τι γινόταν απ’ έξω. Οι φωνές της κυρίας Αντύπα είχαν σταματήσει, μ΄ ακούγονταν ενοχλημένες φωνές από κάπου κοντά τους. Ο Άλκης σα να ξύπνησε, μπήκε στο κουπέ του και άρχισε να ξεντύνεται, φόρεσε ένα μάλλινο γκρι παντελόνι και ένα τσαλακωμένο λευκό πουκάμισο. Δεν ήθελε να τον τραβολογάνε στην ασφάλεια μεταμφιεσμένο και να γίνει ρεζίλι, αρκετά είχε ξεφτιλιστεί, ιδίως στα μάτια της Ξένιας, σκεφτόταν θλιμμένος. Ίσως έπρεπε να παραδοθεί, μα χρειαζόταν λίγο ακόμα χρόνο με την Ξένια. Έπρεπε να της εξηγήσει, να της πει κάτι, ούτε αυτός δεν ήξερε τι και τελικά, ανοίγοντας την ενδιάμεση πόρτα, το μόνο που κατάφερε να πει ήταν:

«Μα τι έχεις σκοπό να κάνεις;» 

«Να εμφανιστώ ως κυρία Μπετράν».

«Τι εννοείς;»

«Δεν μπορώ να σου εξηγήσω αναλυτικά αυτή τη στιγμή. Το ότι τα κουπέ μας είναι αλληλοσυνδεόμενα είναι το μόνο ατού μας και σκοπεύω να το εκμεταλλευτώ. Αν είχαμε και το χρόνο…» μονολογούσε η Ξένια, που κρατούσε ένα ημιδιάφανο νυχτικό, μια μεταξωτή ρόμπα και τα πασουμάκια της και ψαχούλευε με το ένα χέρι το νεσεσέρ της· κάτι πήρε, άρπαξε και το γαλλικό βιβλίο που βρισκόταν πάνω στο κάθισμά της και έπειτα μπήκε σαν σίφουνας στο διπλανό κουπέ, παραμερίζοντας τον Άλκη, που την κοίταζε αναποφάσιστος για το τι πρέπει να κάνει, και τ΄ άφησε πάνω στον καναπέ. 

«Ξένια, δεν μπορώ να καταλάβω τι έχεις στο νου σου, αλλά να το ξεχάσεις. Δεν πρόκειται να σε αφήσω να κινδυνεύσεις, άλλωστε θα παραδοθώ…»

«Αυτό μην τολμήσεις και το ξαναπείς, ακούς!» γύρισε και τον κάρφωσε εκνευρισμένη. Τον πλησίασε σε απόστασης αναπνοής και μίλησε με σιγανή ήρεμη φωνή. «Εσύ μπορεί να νοιάζεσαι για το τώρα, μα εγώ πάντα κοιτώ το μέλλον…».

Ο Άλκης έφερε κάμποσες αντιρρήσεις, μα χωρίς καλά – καλά να το καταλάβει, της ορκίστηκε ότι θα την υπάκουε. Το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι ήταν μαζί του, εκεί μπροστά του, τον κοιτούσε με τ΄ όμορφα υγρά, μελιά μάτια της, μπορούσε να την ακουμπήσει, να τη φιλήσει. Έγειρε από πάνω της και ξαφνικά η Ξένια, που είχε κατακοκκινίσει από την ένταση, έσφιξε το στόμα και του γύρισε απότομα την πλάτη. Ανόητη! μάλωσε τον εαυτό της, είχε πει πολλά και έχανε πολύτιμο χρόνο. Έπιασε μια από τις μπουκάλες του μικρού μπαρ και ένα ποτήρι. Έβαλε ένα δακτυλάκι λικέρ, το οποίο ήπιε μονορούφι και τ΄ άφησε όλα πάνω στο μικρό τραπεζάκι, μαζί μ΄ ένα μικρό μπουκαλάκι. Κατόπιν, άνοιξε το έπιπλο του νιπτήρα και μούσκεψε ελαφρά μια μεγάλη πετσέτα που απίθωσε στο τραπεζάκι.

«Λοιπόν, όταν έρθουν, μην τους ανοίξεις την πόρτα, μόνο θα κλείσεις την ασφάλεια αυτής της πόρτας και μόλις σου χτυπήσω έτσι», είπε και χτύπησε μαλακά την πόρτα με το δάκτυλο της δύο φορές, «Θα ανοίξεις, αμέσως! Ακούς; Αμέσως! Και θα έρθεις στο δικό μου κουπέ, κατάλαβες;».

«Ξένια…» κάτι έκανε να πει εκείνος.

«Αργότερα τώρα, θα έχουμε όλο το χρόνο, ας ελπίσουμε ότι θα πιάσει…», τον έκοψε η Ξένια και όρμησε κατά το κουπέ της, μα ξαφνικά γύρισε και τον φίλησε πεταχτά στο στόμα. Τον κοίταξε για μερικά δεύτερα κατάματα, ενώ χάιδευε απαλά το κοκκινισμένο μάγουλό του χαμογελώντας του απολογητικά, όταν ακούστηκε ένα ανυπόμονο χτύπημα στην πόρτα. Η Ξένια φουριόζα έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και έκλεισε την ενδιάμεση πόρτα και την ασφάλεια. Ίσιωσε τα μαλλιά της και παίρνοντας ένα ψυχρό ενοχλημένο ύφος, άνοιξε την πόρτα. Ο κοντόχοντρος άντρας άρχισε να της μιλάει ασταμάτητα για το πώς τους σώζει από επικίνδυνους κακοποιούς και πόσο ευγνώμων θα έπρεπε να είναι. Η αλήθεια είναι ότι δεν πολυάκουγε αυτά που της έλεγε, μόνο έκανε στην άκρη κι οι αστυνομικοί μπήκαν και άρχισαν να ψάχνουν, ξεσηκώνοντας τον καναπέ κι ανακατεύοντας τη βαλίτσα της. Η Ξένια έπαιξε το ρόλο της κακομαθημένης πλούσιας και άρχισε να ξεφωνίζει και να διαμαρτύρεται στον υπάλληλο του τρένου. Αυτό που κανείς δεν κατάλαβε, ήταν τα λεφτά που του έχωσε στο χέρι και αυτό που του ψιθύρισε. Όταν οι άντρες βγήκαν, εκείνη όρμησε στο κουπέ της, έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε. Εν τω μεταξύ, χτυπούσαν ήδη στο διπλανό κουπέ. Η Ξένια χτύπησε την πόρτα με το δάκτυλο της κι ο Άλκης άνοιξε. Εκείνη τον τράβηξε προς τη δική της καμπίνα, όρμησε μέσα στη δική του και άρχισε να γδύνεται, πετώντας του τα ρούχα της και τα παπούτσια της. Ο Άλκης γούρλωσε τα μάτια του, μα η Ξένια του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα, ψιθυρίζοντάς του «Την ασφάλεια!». 

Φωνές αγριεμένες ακούγονταν απ’ έξω. Ο επιθεωρητής, πότε πρόσταζε και πότε απειλούσε τον καμαρότο να ξεκλειδώσει την πόρτα, εκείνος όμως βραδυπορούσε να φέρει τα κλειδιά. Η Ξένια φόρεσε το ημιδιάφανο νυχτικό, με το βαθύ σκίσιμο στο στήθος και τη ρόμπα και ξάπλωσε στον καναπέ, αφήνοντας μισάνοιχτη τη ρόμπα της. Σκούπισε με τη νοτισμένη πετσέτα, όσο καλύτερα μπορούσε, το βαμμένο πρόσωπο της και έπειτα την τύλιξε σαν τουρμπάνι στο κεφάλι της. Τέλος, έγειρε στο πλάι κι απίθωνε το βιβλίο ανοιχτό πάνω στο πρόσωπό της, ακριβώς τη στιγμή που άνοιγε η κεντρική πόρτα του κουπέ. 

«Μαντάμ, συγγνώμη…», ακούστηκε η φωνή του καμαρότου που γούρλωσε τα μάτια μόλις την είδε. Έκανε να μιλήσει στον Επιθεωρητή, ο οποίος τον έσπρωξε ανυπόμονος κι εισέβαλλε, μα κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά στο θέαμα της κοιμισμένης γυναίκας. Ξερόβηξε δυνατά, ώστε να τον ακούσει, μα η κοπέλα δεν κουνήθηκε. Έπειτα έγειρε από πάνω της και της μίλησε, μην μπορώντας να πάρει το βλέμμα του από το βαθύ ντεκολτέ της. Η Ξένια ένιωσε την καρδιά της να σπαρταρά, μα πρόσταζε συνέχεια τον εαυτό της να μην προδοθεί και προσπαθούσε να διατηρήσει την αναπνοή της ήρεμη.

«Ανήκουστο!», ακούστηκε η φωνή της κυρίας Αντύπα απ΄ έξω να πλησιάζει. «Θα διαμαρτυρηθώ στον Υπουργό! Αν είναι δυνατόν! Απαιτώ να επέμβετε!», είπε φτύνοντας τις λέξεις σ’ έναν καλοντυμένο κύριο που έσερνε μαζί της. Εκείνος αμήχανος προχώρησε μέσα στην καμπίνα.

«Κύριε Επιθεωρητά, η κυρία έχει απόλυτο δίκιο! Σας παρακαλώ ν΄ αποχωρήσετε!»

«Θα γίνει κι αυτό, μόλις ερευνήσω τον χώρο!».  

«Μα ελάτε τώρα κύριε επιθεωρητά! Αυτό είναι γελοίο! Πού μπορεί να κρύβεται ο φυγάς σας; Δεν είναι ότι υπάρχει και καμία κρυψώνα!».

Ο Επιθεωρητής αγνοώντας τον, άνοιξε το μπαούλο και έκανε νόημα στον αστυνομικό να το ψάξει. Εν τω μεταξύ, η κυρία Αντύπα πρόσταζε τον καμαρότο να σκεπάσει την άτυχη, όπως την αποκάλεσε, γυναίκα με μια κουβέρτα, μα ο επιθεωρητής δεν του επέτρεψε να πλησιάσει.

«Ξυπνήστε!» διέταξε ο Επιθεωρητής την Ξένια, ταρακουνώντας την από τον ώμο και κάνοντας το βιβλίο να μισογλυστρήσει και ν΄ αποκαλύψει μέρος του προσώπου της. 

«Αρκετά!» αναφώνησε με αυστηρότητα ο κύριος. «Αυτό ξεπερνά τα όρια!», είπε ανασηκώνοντας το διαβατήριο. «Η κυρία, Μπετράν», είπε διαβάζοντας το όνομα. «Σίγουρα δεν μπορεί να είναι ο νεαρός Πρέτυχος που ψάχνετε! Δεν έχετε καμία δικαιολογία!».

«Αυτό να μου το πει η ίδια», έσκουξε κατακόκκινος ο Επιθεωρητής, αρπάζοντάς του το διαβατήριο και ξεφυλλίζοντάς το.

«Τι να σας πει! Αυτό είναι ανήκουστο! Δε βλέπετε ότι η γυναίκα έχει πένθος και προφανώς ήπιε ηρεμιστικό για να κοιμηθεί;», αναφώνησε ο καλοντυμένος κύριος, σηκώνοντας το μπουκαλάκι και δείχνοντάς του το επιδεικτικά. «Περάστε έξω, κύριε και εσείς! Όλοι έξω, τώρα! Να το ξέρετε κύριε, αυτό δε θα περάσει έτσι!», είπε σκληρά ο άντρας και τους πέταξε κυριολεκτικά έξω. Η Ξένια άκουσε τον καμαρότο, που συγύριζε και παρέμεινε στη θέση της, στήνοντας αυτί κι ακούγοντας τον καυγά του άντρα, που καθώς φαίνεται ήταν διακεκριμένος δικηγόρος, με τον επιθεωρητή και το θόρυβο που έκαναν οι αστυνομικοί στα διπλανά κουπέ. Ένιωσε τον καμαρότο να στέκεται για λίγο αναποφάσιστος από πάνω της και έπειτα άκουσε τα βήματά του ν΄ απομακρύνονται και την πόρτα ν΄ ανοίγει και να κλείνει.

Η Ξένια ανάσανε βαθιά, μα δεν τολμούσε να σηκωθεί ακόμα, ούτε καν ν΄ ανοίξει τα μάτια της. Απλά προσπαθούσε να καταλάβει αν είχε φύγει ο καμαρότος. Τελικά, το πήρε απόφαση και προσποιούμενη ότι αναδευόταν στον ύπνο της, μισάνοιξε τα μάτια της. Κανείς, ήταν μόνη. Αναστέναξε ανακουφισμένη, μα δεν τολμούσε ακόμα να σηκωθεί. Αν επέστρεφαν; Τότε άκουσε το πόμολο της εσωτερικής πόρτας ν΄ ανεβοκατεβαίνει μαλακά. Η Ξένια το πήρε απόφαση, σηκώθηκε κι ασφάλισε με τον σύρτη την κεντρική πόρτα και έπειτα άνοιξε την ασφάλεια της ενδιάμεσης. Ο Άλκης την κοιτούσε αναστατωμένος. Την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του.

«Τα κατάφερες!» της ψιθύρισε. 

«Μέχρι να κατέβουν από το τρένο στη Σαλονίκη, δεν μπορούμε να ησυχάσουμε», ψέλλισε η Ξένια και ξαφνικά της βγήκε η ένταση και άρχισε να τρέμει. 

«Όλα θα πάνε, καλά. Θα το δεις! Είσαι απίστευτη!», είπε και την φίλησε απαλά στο μέτωπο. Ο Άλκης την έσφιξε για ώρα στην αγκαλιά του, ώσπου να σταματήσει το τρέμουλό της και έπειτα έγειρε και την φίλησε στα χείλη με πάθος. Ξαφνικά η Ξένια τον απώθησε σαν να τσουρουφλίστηκε και του έριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα. Την κοίταξε απολογητικά και κάτι έκανε να πει, μα η Ξένια τον έκοψε απότομα.

«Ντύσου καλύτερα και φόρα και το καπέλο, δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί και σίγουρα δεν έχω καμία όρεξη να καταλήξω πάλι εξώφυλλο», είπε ψυχρά, προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της, καθώς τον έσπρωχνε προς το κουπέ του και του έκλεινε απότομα την πόρτα τραβώντας και τον σύρτη. Στάθηκε για λίγο, ακουμπώντας την πλάτη της πάνω στην ενδιάμεση πόρτα κι αναστέναξε, έκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά. Το ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του το ήξερε καλά. Αυτό που δεν μπορούσε να ξέρει, ήταν κατά πόσο εννοούσε αυτά που έλεγε ο Άλκης και πόσο μπορούσε να τον εμπιστευτεί. Πώς μπορούσε να είναι μ΄ έναν άνθρωπο, για τον οποίο ήξερε ελάχιστα και με το ζόρι είχαν ανταλλάξει μερικές κουβέντες, έστω κι αν η καρδιά της ούρλιαζε ότι ήταν αυτός, ο ένας; Έναν άνθρωπο που έμοιαζε να είναι αδίστακτος όταν θέλει να πετύχει κάτι και δεν σταματούσε ώσπου να το πετύχει; Έπειτα ήταν ο πατέρας της, που δεν ήθελε ούτε ν΄ ακούσει τ΄ όνομα του Άλκη, αν και ήταν σίγουρη ότι δε θα της έφερνε πολλές αντιρρήσεις αν την έβλεπε αποφασισμένη. Ήθελε να τον γνωρίσει καλύτερα, μα ταυτόχρονα έτρεμε μήπως έκανε λάθος, καθώς το μαθηματικό μυαλό της δυσκολευόταν πολύ να αποδεχτεί μια νίκη της καρδιάς, έναντι της λογικής. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, βρίσκονταν παγιδευμένοι σ΄ ένα τρένο, με αστυνομικούς να τον ψάχνουν…

Η Ξένια είδε τα καλοδιπλωμένα ρούχα της τοποθετημένα πάνω στο μεγάλο καναπέ. Ντύθηκε, βάφτηκε και μετά πήρε να συμμαζεύει το αναστατωμένο κουπέ της.  Έχωσε τα πράγματά της μέσα στη βαλίτσα της όπως – όπως, έτσι όπως προσπαθούσε να καταχωνιάσει και τους φόβους της, όταν χτύπησε μαλακά η πόρτα. Κοκκάλωσε, ένιωσε τον πανικό να την κυριεύει και προσπάθησε ν΄ αφουγκραστεί, μα πέρα από το ρυθμικό ντουκ ντουκ του τρένου, τίποτα άλλο δεν ακουγόταν. Κάποιος ξαναχτύπησε λίγο πιο έντονα την πόρτα της. Σκούπισε τα ιδρωμένα της χέρια στη φούστα της και μισάνοιξε την πόρτα του κουπέ της.

«Κυρία Αντύπα…», είπε με μια μικρή έκπληξη.

«Τι κάνεις χρυσή μου; Ήρθα να δω πώς είσαι…», είπε η ευτραφής κυρία με τα μαύρα μπουκλωτά μαλλιά πιασμένα κότσο και το μακρύ σκούρο μπλε ταξιδιωτικό φόρεμα, που κρατούσε μια πανέμορφη σκαλιστή βεντάλια. Ο καμαρότος, που πέρασε βιαστικός, τις ενημέρωσε ότι θα έκαναν μια έκτακτη στάση σύντομα. 

«Μια χαρά, ευχαριστώ», απάντησε η Ξένια αμήχανη και άνοιξε περισσότερο την πόρτα. 

«Πολύ χαίρομαι χρυσή μου, γιατί ξέρεις, έδωσα το λόγο μου στον πατέρα σου ότι θα σε προσέχω», είπε η κυρία Αντύπα που εισέβαλλε μέσα, θρονιάστηκε στον καναπέ και ξεκίνησε μια απίστευτη γλωσσοδιάρροια, που δεν είχε τελειωμό. Μα ο λογισμός της Ξένιας έτρεχε αλλού. Η Ξένια κοιτούσε συνέχεια έξω από το παράθυρο, τα βουνά, τους λόφους, τις πεδιάδες, τα μικρά χωριουδάκια που ήταν σπαρμένα πάνω τους και μετρούσε την ώρα.

«Μα τι έχεις καλή μου; Όλα καλά;», την ρώτησε κάποια στιγμή, ακουμπώντας το χέρι της η κυρία Αντύπα με τη βεντάλια. 

«Με συγχωρείτε, αφαιρέθηκα!», έκανε μαλακά η Ξένια, ρίχνοντας κλεφτές ματιές κατά την ενδιάμεση πόρτα.

«Ω μα φυσικό, αγαπητή μου, θα έχεις ταραχτεί με όλη αυτή τη φασαρία. Το ξέρεις ότι τους κρατούν σ΄ ένα κουπέ της οικονομικής;»

«Ποιους;»

«Μα αυτούς που πιάσαν. Α, μα είναι σε άθλια κατάσταση!» αναφώνησε με αγανάκτηση η κυρία Αντύπα. «Στον έναν σπάσανε το χέρι και τον άλλον τον έχουν χτυπήσει πολύ άσχημα στα πλευρά» πρόσθεσε φανερά στεναχωρημένη. Το βλέμμα της άλλαξε μόλις είδε την Ξένια να ταράζεται, μια πονηρή λάμψη εμφανίστηκε στα μάτια της.  «Είχαν πληροφορίες και για τον νεαρό Πρέτυχο, τον δημοσιογράφο…», είπε σέρνοντας τις λέξεις κι απολαμβάνοντας την αναστάτωση που προκάλεσαν στην κοπέλα.

«Τον ξέρεις; Ω, μα τι λέω! Φυσικά και τον ξέρεις!», είπε μειδιώντας αινιγματικά. «Είναι ο νεαρός που… Τέλος πάντων! Ευτυχώς, δεν τον βρήκαν πουθενά!» είπε με ειλικρινή ανακούφιση και κάρφωσε με τα μάτια της την Ξένια. Η κοπέλα, που είχε ανακτήσει την ψυχραιμία της, της έριξε ένα παγωμένο βλέμμα. Η κυρία Αντύπα την κοίταξε κατάματα και πρόσθεσε σιγανά μειδιώντας ειρωνικά: «Οι ανόητοι!».

«Ανόητοι;», ψέλλισε η Ξένια και το βλέμμα της λοξοδρόμησε στην ενδιάμεση πόρτα. Το στόμα της στέγνωσε κι ασυναίσθητα έσφιξε τις γροθιές της. 

«Ω ναι, ανόητοι!», επανέλαβε πιο φωναχτά η κυρία Αντύπα και σηκώθηκε με απίστευτη σβελτάδα και βρέθηκε μπροστά στην ενδιάμεση πόρτα. «Μου πήρε λίγη ώρα, ξέρεις, να καταλάβω πώς το έκανες!», είπε χαμογελώντας συνωμοτικά και βγάζοντας την ασφάλεια κατέβασε το χερούλι, μα η πόρτα δεν άνοιξε· την κοίταξε απογοητευμένη, αμέσως όμως αναθάρρησε, κοίταξε την Ξένια πονηρά και χτύπησε την πόρτα σιγανά. 

«Μα τι κάνετε;», έκανε να διαμαρτυρηθεί η Ξένια και σηκώθηκε, φουρκισμένη με την ανακατώστρα. Δεν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα κι ακούστηκε ν΄ ανοίγει η δεύτερη ασφάλεια. Η Ξένια χώθηκε ανάμεσα στην κυρία Αντύπα και την πόρτα και πιάνοντας το χερούλι προσπάθησε μάταια να τη συγκρατήσει. Η πόρτα άνοιξε και μια αντρική φιγούρα στεκόταν στο άνοιγμα.  «Καλησπέρα σας, κύριε Πρέτυχε. Ή μήπως να πω καλύτερα, κυρία Μπερτράν;», είπε σιγανά, χαμογελώντας πονηρά η κυρία Αντύπα και τον χτύπησε μαλακά με την κλειστή βεντάλια της. 

«Γιατί δεν έρχεστε κι εσείς στην παρέα μας, αγαπητέ μου;» είπε πιο δυνατά. 

Η Ξένια είχε πανιάσει, μα και ο  Άλκης δεν πήγαινε πίσω. Η κυρία Αντύπα τους γύρισε την πλάτη, κάθισε πάλι στον καναπέ κι απολάμβανε τον τρόμο των δύο νέων, κοιτώντας πότε τον έναν, πότε τον άλλο. Η Ξένια συνήλθε πρώτη. Φορώντας το ψυχρό προσωπείο της, κάθισε στην άκρη του αναπαυτικού καναπέ και κοίταξε κατάματα τη μεσήλικη γυναίκα.

«Είσαστε πολύ έξυπνη γυναίκα!» της είπε προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή της.

«Όχι, που να το παινευτώ, αλλά είμαι!» τη διαβεβαίωσε η κυρία Αντύπα. «Αλλά όχι τόσο, όσο ο άνθρωπος που σκέφτηκε όλο αυτό το…», είπε κουνώντας πέρα – δώθε την κλειστή βεντάλια της. «Μα ποιος το σκέφτηκε;» έγειρε προς την Ξένια και τη ρώτησε συνωμοτικά.  

«Η Ξένια…» επενέβει ο Άλκης και τους σέρβιρε ένα ποτό, βάζοντας και για τον εαυτό του ένα, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία του. «Τα εύσημα είναι όλα δικά της, εγώ τα είχα χάσει!», πρόσθεσε με ειλικρίνεια. Η κυρία Αντύπα χαμογέλασε πλατιά.

«Φυσικά! Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο!», αναφώνησε και χασκογέλασε ευχαριστημένη. 

«Στην Ξένια λοιπόν!», αναφώνησε η κυρία Αντύπα υψώνοντας το ποτήρι της και ύστερα ήπιε μια γουλιά. Ο Άλκης έκανε το ίδιο κι η Ξένια του έριξε ένα απειλητικό βλέμμα. Ξαφνικά, η μεσήλικη ευτραφής γυναίκα σοβάρεψε. «Αγαπητή μου, φαντάζεστε την έκπληξή μου, όταν σας είδα ξαπλωμένη μισόγυμνη στο διπλανό κουπέ, με τα μαύρα ρούχα να κρέμονται θεατρικά. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ!».

«Με αναγνωρίσατε;» ψέλλισε η Ξένια, που τα μάγουλά της είχαν αποκτήσει ένα έντονο τριανταφυλλί χρώμα.  

«Μα φυσικά! Ευτυχώς όμως, ο κύριος επιθεωρητής κι οι αστυνομικοί του ήταν απασχολημένοι να κοιτούν το στήθος σας και όχι το πρόσωπό σας…» είπε συνωμοτικά η κυρία Αντύπα, γέρνοντας προς το μέρος της. Το γάργαρο γέλιο της κάλυψε το βογγητό της Ξένιας, που ένιωθε το έντονο βλέμμα του Άλκη καρφωμένο πάνω της.

«Τι έχετε σκοπό να κάνετε;» την ρώτησε ξεψυχισμένα η κοπέλα.

Η κυρία Αντύπα την κοίταξε με απορία. «Για ποιο πράγμα; Δεν καταλαβαίνω…», είπε και κλείνοντάς της το μάτι, γέλασε πάλι δυνατά. Έπειτα άρχισε πάλι να μιλάει ασταμάτητα για άσχετα πράγματα, σαν να μην είχε ειπωθεί τίποτα. Μα οι δύο νέοι δεν άκουγαν τι έλεγε, απορροφημένοι ο καθένας στις δικές του σκέψεις και ταυτόχρονα με αγκιστρωμένα βλέμματα. Το τρένο άρχισε να μειώνει ταχύτητα κι ο εκνευρισμός τους όλο και μεγάλωνε. 

«Ο σταθμός!» ψέλλισε η Ξένια κοιτώντας από το παράθυρο. Ο Άλκης παρέμενε όρθιος, ευθυτενής, ενώ οι δύο γυναίκες χλώμιασαν κι ασυναίσθητα έπλεξαν τα χέρια τους και τα έσφιξαν νευρικά. Βαριά σιωπή απλώθηκε στο κουπέ. Τα λεπτά σέρνονταν εκνευριστικά αργά. Από το παράθυρο είδαν τον επιθεωρητή ν΄ απομακρύνετε, μιλώντας σε κάποιον και κάνοντας νευρικές χειρονομίες. Πίσω του έρχονταν κάμποσοι αστυνομικοί, κουβαλώντας δύο καταχτυπημένους άντρες. Η Ξένια απέστρεψε το βλέμμα. Όταν επιτέλους το τρένο πήρε μπρος κι απομακρύνθηκε από την αποβάθρα, ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε απ΄ όλους. 

«Λοιπόν!» αναφώνησε η κυρία Αντύπα κι ανασηκώθηκε. «Νομίζω ότι ο κίνδυνος πέρασε πια, τώρα μας μένουν να κανονίσουμε πιο ευχάριστα πράγματα».

Οι δύο νέοι την κοίταξαν απορημένοι.

«Καταρχάς, ελπίζω να μην έχετε αντίρρηση, μα θα ήθελα να γίνω η κουμπάρα!», είπε κοιτώντας μια τον έναν και μια τον άλλον. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπο της.

«Εγώ καμία!» αναφώνησε ο Άλκης κι αμέσως πρόσθεσε: «Αν το θέλει κι η Ξένια…»

«Υπέροχα, έκλεισε!» χτύπησε τα χέρια της στον αέρα η κυρία Αντύπα, πριν προλάβει ν΄ απαντήσει η Ξένια. «Θα είναι ένας υπέροχος γάμος!» πρόσθεσε σε χαρούμενο τόνο, μα βλέποντας την αμφιβολία στα μάτια της Ξένιας, έγειρε και της ψιθύρισε. 

«Αγαπητή μου, όταν ένας άντρας μιλά για γάμο με τέτοιο ενθουσιασμό, είναι απολύτως σίγουρος για το τι νιώθει και παρόλο που δε σου είναι εύκολο, πρέπει ν΄ αρχίσεις να εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους, αλλιώς θα υποφέρεις στη ζωή σου. Καλή κι η λογική, μα χρειαζόμαστε και την πίστη. Την πίστη στους ανθρώπους, την πίστη στο ότι κάπου, εκεί έξω, υπάρχει η αγάπη που ζητάμε. Η αληθινή, για εμάς, αγάπη και μόνο οι δυσκολίες και η πίστη μπορούν να την ξεμασκαρέψουν».

«Να την ξεμασκαρέψουν;»

«Φυσικά, οι άνθρωποι είμαστε υποκριτές κρύβουμε τα συναισθήματα μας, το χαρακτήρα μας, τα πιστεύω, την αγάπη μας, πίσω από μάσκες. Φυσικό είναι να φοβάσαι, μα για να βρεις την αλήθεια σου, πρέπει να πιστέψεις ότι θα τη βρεις και ό,τι πιστεύεις, βρίσκεις…».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook