Μεταμφιέσεις Ι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

«Δε θέλει ν΄ ακούσει κουβέντα σου λέω!»

«Δεν της τα λες καλά, γι΄ αυτό! Άσε μας να της μιλήσουμε εμείς που ξέρουμε πώς να της το φέρουμε!»

«Όχου, μ΄ έπρηξες πια κυρά Μελουδία μου! Άμα σ’ λέω είν’ αγύριστο κεφάλι, είν’ αγύριστο κεφάλι. Δε θέλει, λέει, προξενιά! Μα δε φταίει αυτή! Ο κύρης μ΄ φταίει που την έχει κακομαθημέν΄. Ό,τι τ΄ λέει, κάν΄. Οι καλοί πατεράδες, άμα οι κόρες τους δεν υπακούν τους ρίχν΄ ένα μπερντάκι! Ενώ αυτός…»

«Άμα της μιλήσουμε εμείς, θα δεχτεί» τη διαβεβαίωσε η κυρά Μελωδία ρίχνοντας συνωμοτικές ματιές στην γυναίκα, που στεκόταν δίπλα της με σκυμμένο κεφάλι και το κλαρωτό μαντήλι να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου της.

«Μην ήρθες πάλι για ‘κείνον, τον συφοριασμένο τον βαφτισιμιό σου, τον Πρέτυχο; Πήρε τα μούτρα του και ήρθε κάνα δυο φορές και μόνος του εδώ, μα τον ξαπόστειλα. Κι εντολή να μην είχα από τον κύριο μου, πάλι θα τον ξαπόστελνα!».

«Όχι, όχι γι΄ άλλον είναι, μεγάλη τύχη!»

«Δε δέχεται σ’ λέω, κ΄βέντα δε θέλ΄ ν΄ακούσει. Θηρίο γίνεται σα της μιλήσεις, για προξενιά. Θες να με βάλεις σε μπελάδες, ομπό!»

«Ας μου το ‘πει η ίδια».

«Άμα πια! Άμα δε με πιστεύεις, έλα μέσα να στα πει κι η ίδια. Άι πάμε, μα να ξέρ΄ς ιγώ δε φταίω για ό,τι συμβεί!»

«Τι να φταις καημένη. Ξέρω εγώ!».

«Αμ, δεν ξέρ΄ς γι΄αυτό τα λες! Γιατί άμα ήξερες θα ΄παίρνες μαζί και κάνα κατσαρόλ΄» μουρμούρησε η Ζαφείρω και προπορεύτηκε σκυφτή, σέρνοντας το ποδάρι της και βαστώντας τα πάκια της.

«Τι μουρμουράς καλέ;» τη ρώτησε η Κυρά Μελωδία σταματώντας με το χέρι της την ανυπόμονη γυναίκα με το κλαρωτό μαντήλι, που έκανε ν΄ ακολουθήσει την γριά Ζαφείρω, ρίχνοντάς της ένα επιπληκτικό βλέμμα. Εκείνη στάθηκε κοιτώντας την απολογητικά και κάνοντας της νόημα να περάσει. 

«Τι να μουρμουράω… Που δεν πήρες κάνα τέντζερη, λέω και θα τον χρειαστείς» έλεγε μέσα από τα δόντια της η γριά Ζαφείρω, κουνώντας το κεφάλι της πάνω – κάτω, σαν καμπανάκι.

Η Κυρά Μελωδία σκούπισε τις χοντρές στάλες ιδρώτα από το μέτωπό της, η καρδιά της κόντευε να σπάσει από την αγωνία. 

«Τι να τον κάνω, καλέ, τον τέντζερη;» προσπάθησε ν΄ αστειευτεί ακολουθώντας τη βραδυκίνητη γερόντισσα.

«Να χώ΄εις του κεφάλ΄ σ΄ μέσα, μπας και του γλιτώσεις!» απάντησε με σοβαρό ύφος η γριά, γυρνώντας να δει τις δυο γυναίκες μέσα στο μισοσκόταδο της εισόδου και έπειτα προχώρησε προς το κομψό σαλόνι. 

«Αχαχα» γέλασε αμήχανα η κυρά Μελωδία και γύρισε και κοίταξε εξεταστικά πίσω της, τη γυναίκα με το τσεμπέρι, που την παρότρυνε να προχωρήσει. Ένας μικρός αναστεναγμός της ξέφυγε. Η γριά χώθηκε σε μια από τις πόρτες που κατέληγαν στο ευρύχωρο πολυτελές σαλόνι, μιλώντας ασταμάτητα.

«Ναι, γέλα, γέλα.  Άμα σου ΄ρθ΄ κάνα βιβλίο στου κεφάλ΄ θα ιδώ πώς θα γελάς! Αυτή δεν είναι τσούπα. Ο καπετάν Νταβέλης είν΄ χωρίς το μουστάκ΄! Δεν άφηκε βάζο για βάζο κι τώρα έπιασε τα βιβλία! Τι τα θες! Δε φταίει άλλος από τον κύρ΄ μ΄. Του τα λέω, τα ξαναλέω και αυτός γελάει. Άλλαξαν, λέει, οι καιροί. Τι άλλαξαν; Θα πέσ΄ φωτιά να μας κάψ΄! Που να κάψ΄ πρώτα ούλα τα βιβλία. Αυτά φταίν΄! Τα σπουδάματα! Τι τα θέλαμε τα σπουδάματα και τα Παρίσια! Αυτά κι ΄κείνη η αφορισμένη, η φιλενάδα! Θα της έβαζα εγώ μυαλό, αλλά δεν μπορώ βλέπ΄ς να μιλήσω. Και με ξέρεις καλά, κυρά Μελωδία μου, στόμα έχω και μιλιά δεν έχω! Ιγώ τόσα χρόνια μέσ΄ σ΄αυτό του σπίτ΄, τον κύρη μου από πιδί στα γόνατα μ΄ τον εμεγάλωσα κι αν τον πονώ. Και όσα χρόνια έλειπε, ιγώ το σπίτι το κράτησα, σαν εκκλησία. Τίποτα δεν του μαγάρισ΄! Αχ, ευτυχώς που δε ζει ο πατέρας του, να ιδεί πως έγινε ανέκδοτο τ΄ όνομά του! Αχ, αυτός ήταν άνδρας, σήκωνε φωνή και ούλοι στέκοταν σούζα, κατέβαζε τη μαγκούρα του και πού σε πουνεί και πού σε κόφτ΄. Αχ και να ζούσε!» Η γριά κοντοστάθηκε άλλη μια φορά να πάρει ανάσα.  

Η κυρά Μελωδία έριξε μια ανήσυχη ματιά στη γυναίκα που ερχόταν πίσω της, η οποία έμοιαζε αγανακτισμένη. 

«Το ξανασκέφτηκες; Μήπως να φύγουμε;» τη ρώτησε σιγανά, γέρνοντας προς το αυτί της. Μα ΄κείνη της κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και της έκανε ένα ανυπόμονο νόημα να προχωρήσει. Αν είχε αγανακτήσει με κάτι, αυτό ήταν η βραδυπορία της γριάς.

Η γριά οικονόμος χτύπησε μαλακά μια πόρτα, στο βάθος του σκοτεινού διαδρόμου, χωρίς να λάβει απάντηση, την άνοιξε, τους έκανε νόημα να περάσουν κι έφυγε. Η προξενήτρα κόλλησε, έκανε να γυρίσει πίσω, μα η γυναίκα με το μαντίλι την πήγε σχεδόν σηκωτή ως την πόρτα. Η κυρά Μελωδία στάθηκε μπροστά στην ανοιχτή πόρτα και ξερόβηξε. Δεν το έπαιρνε απόφαση να μπει. Σκούπισε τις νοτισμένες κοκαλιάρικες παλάμες της πάνω στη φούστα της, ίσιωσε το μαύρο τσόχινο καπέλο της με το φτερό και γούρλωσε τα μάτια έντρομη, μόλις η γυναίκα πίσω της την προσπέρασε και μπήκε αποφασιστικά στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε πια γυρισμός, σκέφτηκε μοιρολατρικά η κυρά Μελωδία και την ακολούθησε μουδιασμένη.

Το δωμάτιο ήταν φωτεινό παρ’ όλες τις μεγάλες καρυδένιες βιβλιοθήκες, που κάλυπταν όλους σχεδόν τους τοίχους, χάρη σ΄ ένα εντυπωσιακό μπρούτζινο πολύφωτο.  Μπροστά από ένα μεγάλο παράθυρο, βρισκόταν ένα στενό δρύινο γραφείο με περίτεχνα πόδια και δύο σκαλιστές πολυθρόνες. Μια νεαρή κοπέλα με καστανά μαλλιά, κομμένα σε αυστηρό καρέ, που φορούσε ένα έντονο φούξια φόρεμα, ήταν σκυμμένη πάνω από ένα σωρό με χαρτιά και έγραφε απορροφημένη. Η κοπέλα είχε διπλώσει τις γάμπες της στο πλάι και το φόρεμα της είχε σηκωθεί, αφήνοντας εκτεθειμένους τους μηρούς της, ενώ τα παπούτσια της ήταν παραδίπλα. Η κυρά Μελωδία ξεροκατάπιε. 

«Τι είναι πάλι Ζαφείρω;» ρώτησε ελαφρά εκνευρισμένη η κοπέλα, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της. Τη σιωπή έσπασε η κυρά Μελωδία, που τραυλίζοντας προσπάθησε να της εξηγήσει το λόγο επίσκεψής της, μα πρώτη φορά η πανέξυπνη και γλωσσού προξενήτρα ένιωσε να τα χάνει και τελικά σταμάτησε να μιλά. Η κοπέλα τις κοίταζε ξαφνιασμένη, μην μπορώντας να πάρει απόφαση για το τι πρέπει να κάνει, κοιτώντας πότε την κομψή κυρία Μελωδία, που φορούσε το καλό της λαδί ταγιέρ και πότε την ψιλόλιγνη γυναίκα με τα μαύρα άχαρα ρούχα και το παρδαλό τσεμπέρι, που έκρυβε το μισό πρόσωπό της. 

Η γριά Ζαφείρω χώθηκε πίσω τους, κρατώντας ένα δίσκο και βλέποντας την αμηχανία που επικρατούσε άρχισε να μουρμουρά.

«Πάει χάλασ΄ ου κόσμος! Τα χάσ΄ κι η κυρά Μελουδία, μπρος στο σαμιαμίδι. Πες της κυρά Μελουδία μου! Πες της τι τύχη μεγάλη έχει, που δε θέλει ν΄ακούσει κουβέντα κι θέλ΄ να φύγει, πού να πάει μόν΄; Ακούς πεισματάρικο θηλυκό;» και παίρνοντας θάρρος από τις δυο αμίλητες γυναίκες, βγήκε μπροστά και άρχισε να φωνάζει, «Κανόνισε να μείν΄ς στο ράφι, κακομοίρα μ΄, με τα μυαλά που κουβαλάς. Μόνο το νου σου στα Παρίσια, τα βιβλία και στις βόλτες με τις φιλενάδες το ‘χεις! Που να ζούσε ο παππούς σου, να σου ΄δίνε ένα ξύλο!».

«Ζαφείρω!» ακούστηκε προειδοποιητική η φωνή της κοπέλας, που ανασηκώθηκε και έγειρε πάνω από το γραφείο, κοιτώντας τη γριά γυναίκα απειλητικά.

«Τι είπα πάλι; Μίλ΄σα; δε μίλ΄σα! Εγώ, που στόμα έχω και μιλιά δεν έχω! Αμ έτσι είν΄, η Ζαφείρω τα φταίει ούλα. Σε ποιον θα ξεσπάσουμε, στην Ζαφείρω! Ιγώ φταίω που νοιάζομαι!». Ξαφνικά άλλαξε τόνο και άρχισε να μιλά με ήρεμη, ευγενική φωνή, απευθυνόμενη στις δύο γυναίκες. «Ορίστε, σας ήφερα ένα λικεράκ΄ και γλυκό τριαντάφ΄λλο. Είν΄ πάρα πουλύ ωραίο! Η κυρά μ΄ το κάνε. Είν΄ καλή νοικοκυρά, άμα ξεκουλλά απ΄ τα βιβλία!».

«Ζαφείρω!» επανέλαβε πιο ηχηρά και φανερά εκνευρισμένη η κοπέλα, που είχε σφίξει τις γροθιές της.  

Η γριά της γύρισε την πλάτη και πρότεινε τον δίσκο στις δυο γυναίκες.

«Πάρτε! Πάρτε! Καθίστε! Γιατί στέκεστε όρθιες;».

«Ζαφείρω!» ακούστηκε έξαλλη τώρα η κοπέλα, που παράτησε το γραφείο και προχώρησε απειλητικά προς το μέρος της. Η γριά, που την είδε με την άκρη του ματιού της, αλαφιάστηκε, της έγειρε ο δίσκος και τα λικέρ κατέληξαν πάνω στη φούστα της κυρά Μελωδίας. Η Ζαφείρω πανικοβλήθηκε, προσπάθησε να καθαρίσει τον λεκέ με την ποδιά της, μα τα έκανε χειρότερα. Η κοπέλα επενέβη, έχοντας βρει την ψυχραιμία της, 

«Ζαφείρω, οδήγησε την κυρία στην κουζίνα, να καθαρίσετε τον λεκέ», έπειτα στράφηκε στην κυρά Μελωδία. «Λυπάμαι πολύ για ό,τι έγινε, καλύτερα να πάτε στην κουζίνα να ρίξετε λίγο νερό…»

Η κυρά Μελωδία ακολούθησε τη γριά ανακουφισμένη.

Η κοπέλα έμεινε μόνη στο δωμάτιο με τη γυναίκα με το τσεμπέρι. Για πρώτη φορά παρατηρούσε αυτή τη γυναίκα. Κάτι την ενοχλούσε απάνω της, μα δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν αυτό. 

«Καθίστε, αν και δεν έχω καταλάβει ακόμα τον λόγο της επισκέψεως σας…» της είπε προσπαθώντας να ακουστεί ήπια και ευγενική. Η γυναίκα την κοίταξε κατάματα με τα μικρά καστανά σπινθηροβόλα μάτια της. Ξαφνικά η κοπέλα τινάχτηκε μπροστά και τράβηξε το μαντήλι από το πρόσωπο της γυναίκας.

«Εσύ!», αναφώνησε ξαφνιασμένη. 

«Σε παρακαλώ, μη βάλεις τις φωνές!», ακούστηκε μια βαθιά αντρική φωνή. Ο νεαρός άντρας απομάκρυνε το μαντήλι από το κεφάλι του και πέρασε αμήχανα το χέρι του μέσα από τα κοντοκουρεμένα μαλλιά του. 

«Τι κάνεις εδώ και για ποιο λόγο έχεις μασκαρευτεί; Τι γελοιότητες είναι αυτές;» 

Ο νεαρός άντρας με τα αδρά χαρακτηριστικά, χαμογέλασε αμήχανα και έτριψε τον κρόταφό του. 

«Ήθελα να σας δω…», ψέλλισε διστακτικά. 

«Να με δεις», είπε η Ξένια κοφτά σε ερωτηματικό τόνο και τα μάτια της στένεψαν γεμάτα θυμό και υποψία. 

«Έπρεπε να σας δω!», πρόσθεσε με στόμφο.

«Έπρεπε;» επανέλαβε κοφτά η κοπέλα με ειρωνεία και ένα ψεύτικο μειδίαμα. «Ένεκα του επαγγέλματος; Γι΄ αυτό μασκαρευτήκατε έτσι; Είστε σε αποστολή;» 

Ο νεαρός άντρας κάτι έκανε να πει, μα τελικά απλά ανοιγόκλεισε το στόμα του σαν ψάρι. Η κοπέλα του γύρισε την πλάτη, πήγε και κάθισε στο γραφείο της και σταύρωσε τα χέρια. 

«Λοιπόν σας ακούω, κύριε Πρέτυχε», είπε σε τόνο αυστηρό η Ξένια και πρόσθεσε: «Για ποιο λόγο θέλατε να με δείτε κι έπρεπε να μασκαρευτείτε και να έρθετε, με αυτόν τον τρόπο στο σπίτι μου και όχι όπως όλοι οι αξιοσέβαστοι άνθρωποι;», τον ρώτησε με ειρωνεία, τονίζοντας το “αξιοσέβαστοι”. Ο νεαρός άντρας ξερόβηξε και έριξε μια λοξή ματιά προς την πόρτα, από όπου είχαν φύγει η οικιακή βοηθός και η προξενήτρα.

«Θα σας τα πω όσο πιο σύντομα μπορώ, γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο».

Η Ξένια ανασήκωσε το φρύδι της και προσπάθησε να διατηρήσει το αυστηρό ύφος της, μα η εμφάνιση του Άλκη δεν τη βοηθούσε. Ήταν τόσο γελοίος, με το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπο του, το μαύρο φθαρμένο πουκάμισο, τη μακριά μαύρη φούστα, που με το ζόρι κρατιόταν στη στενή λεκάνη του και που φαινόταν να την έχει πατήσει αρκετές φορές.

 Η κοπέλα κοίταζε τον νεαρό άντρα κοροϊδευτικά κι όμως ένιωθε την καρδιά της να σκιρτά. Τα συναισθήματά της πάλευαν ανάμεσα στον έρωτα και την οργή, ήθελε να τον αγκαλιάσει και ταυτόχρονα ήθελε να του ανοίξει το κεφάλι! Πόσες νύκτες είχε ξενυχτήσει στη σκέψη αυτού του νεαρού άνδρα και της επεισοδιακής γνωριμίας τους στο αστυνομικό τμήμα, όπου την έσυραν για το μήκος της φούστας της! Ο νεαρός δημοσιογράφος περίμενε την είδηση της ημέρας και τι καλύτερο από μια νεαρή, γόνο πλούσιας οικογένειας, άρτι αφιχθείσα από το Παρίσι, που συνελήφθη στα στενά της Πλάκας με κοντό φόρεμα και συνοδευόταν από έναν νεαρό Γάλλο. Με τον οποίο, σύμφωνα με το όργανο της τάξης και της ηθικής, χαριεντιζόταν. Το ότι ο Γάλλος αποδείχτηκε Γαλλίδα, που φορούσε παντελόνι, ήταν το χρυσό εισιτήριο για την επιτυχία.

Έτσι, ο νεαρός δημοσιογράφος, που παρέμεινε κοντά της ως και την επομένη που οδηγήθηκε στο δικαστήριο για να αφεθεί τελικά ελεύθερη, έγραψε ένα καυστικό άρθρο για την παράνοια του μέτρου, που απέκρυπτε όμως τα ονόματα των κοριτσιών. Το άρθρο πούλησε τρελά, πράγμα που εξόργισε τον Δικτάτορα και τράβηξε τα όρνια, τους συναδέλφους του, που επιθυμούσαν να μοιραστούν λίγη από τη δόξα ή να υπερασπιστούν την κυβέρνηση. Σύντομα τ΄ όνομά της φιγουράριζε με μεγάλα γράμματα στα εξώφυλλα των φυλλάδων και ο καθένας πρόσθετε και μια δική του πιπεράτη κι εντελώς φανταστική εκδοχή στην ιστορία του, που συνοδευόταν από κάμποσες φωτογραφίες της. Αυτό ήταν εξωφρενικό ακόμα και για κάποια με τη δική της περιουσία. Η Ξένια δεν ήταν όμως ένα αδύναμο κοριτσόπουλο και η αίσθηση ότι δεν είχε φταίξει, άρα δεν της άξιζε να υποστεί όλο αυτόν το διασυρμό, την ατσάλωνε. Δεν έχωσε το κεφάλι της στην άμμο, περιμένοντας την μπόρα να περάσει, αντιθέτως προσπάθησε να συνεχίσει την ζωή της, σαν όλα αυτά που γράφονταν, να μην την αφορούσαν και σε αυτό την στήριζε και ο πατέρας της. Συνέχισε τις βόλτες με τη Ζαν, τις επισκέψεις και τις χοροεσπερίδες, αν και πια την καλούσαν σπάνια και όταν το έκαναν, χρειαζόταν να υποστεί ανάρμοστα σχόλια και πισώπλατα χιχιρίσματα. Δεν είχαν περάσει ούτε δύο εβδομάδες, όταν σε μια χοροεσπερίδα, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο. Η οικοδέσποινα, θέλεις από άγνοια, θέλεις από κακεντρέχεια, είχε καλέσει και την οικογένεια Πρέτυχου. Η συνάντησή τους θα ήταν θέμα συζήτησης για πολύ καιρό, παρόλο που η Ξένια δεν κατάφερε να τον δει παρά ελάχιστα. Την ώρα που ο νεαρός Πρέτυχος το πήρε επιτέλους απόφαση και ετοιμαζόταν να την χαιρετήσει, ο Μίμης, γιος του συνεταίρου του πατέρας της, τον απέτρεψε. Οι δυο νέοι αντάλλαξαν βαριές κουβέντες και σίγουρα θα πιάνονταν στα χέρια, εάν δεν παρενέβαινε ο πατέρας της.

Εκείνη τη νύχτα ο Μίμης της έκανε πρόταση γάμου, πράγμα που την ξάφνιασε απίστευτα, γιατί ποτέ δεν του είχε δώσει το δικαίωμα να θεωρεί ότι θα είναι ποτέ μαζί, για να της παραδεχτεί ότι το έκανε μόνο και μόνο επειδή του το ζήτησε ο πατέρας του. Της πρόσφερε την αποκατάσταση του ονόματός της, για το μερίδιο του πατέρα της στην εταιρεία. Την ίδια νύκτα, η Ξένια αποφάσισε ότι δεν υπήρχε λόγος να παραμείνει άλλο στην Αθήνα.

«Δεσποινίς Ξένια…» την έκοψε από τις σκέψεις της ο νεαρός, που έσφιγγε το κλαρωτό μαντήλι και το τύλιγε αμήχανος γύρω από την γροθιά του, όση ώρα μιλούσε. «Ονομάζομαι, όπως ξέρετε, Άλκης Πρέτυχος, γιος του Αριστείδη Πρέτυχου και είμαι δημοσιογράφος, δηλαδή δικηγόρος, δηλαδή δικηγόρος τελείωσα, αλλά δουλεύω ως δημοσιογράφος…» άρχισε να τραυλίζει και να χάνει τον ειρμό του. Σταμάτησε και την κοίταξε κατάματα, περιμένοντας μια αντίδραση στα λεγόμενά του, μα η Ξένια καθόταν σοβαρή με χέρια σταυρωμένα και περίμενε. 

«Προσπάθησα να  έρθω και ως αξιοπρεπής κύριος, αλλά ο πατέρας σας έχει δώσει εντολή να μη μου επιτραπεί η είσοδος. Έστειλα αντιπροσώπους, μα δεν έγιναν δεκτοί.  Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί σας, μα δεν τα κατάφερα. Πρέπει όμως οπωσδήποτε να σας μιλήσω. Γιατί ήθελα να σας δω. Ήθελα να σας δω για…» ξερόβηξε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Για να σας ζητήσω συγγνώμη και προσωπικά, για όσα έγιναν και που κατά κάποιο τρόπο σας εξέθεσα και να σας διαβεβαιώσω ότι δεν είχα καμία πρόθεση». Ξεροκατάπιε και χωρίς ανάσα πρόσθεσε: «Θα ήθελα να σας παντρευτώ. Θα με παντρευτ…» τα λόγια του κόπηκαν, στο άκουσμα του ηχηρού γέλιου της Ξένιας.

«Κύριε Πρέτυχε, σκοπεύετε να φτιάξετε χαρέμι;».

«Τι εννοείτε;» τη ρώτησε χάνοντας το κουράγιο του ο Άλκης.

«Εμ, αν είναι κάθε φορά που γράφετε για κάποια στην εφημερίδα σας και την “εκθέτετε”, να την παντρεύεστε…»

«Όχι, όχι, δεσποινίς Λιβαξή» την έκοψε φανερά αγχωμένος ο Άλκης και έριξε άλλη μια λοξή ματιά προς το στενό διάδρομο. «Δεν καταλάβατε, δεν ήμουν αρκετά σαφής», είπε και ξεφυσώντας πέρασε τα δάκτυλα του μέσα από τα μαλλιά του.

«Η πρόταση μου δεν έχει καμία σχέση», είπε τονίζοντας το “καμία”, ενώ ταυτόχρονα προχωρούσε προς το μέρος της με μεγάλα βήματα, ώσπου στάθηκε μπροστά στο γραφείο και την κοίταξε κατάματα. 

«Η πρόταση μου δεν έχει καμία σχέση με όσα έγιναν», είπε μαλακά, γεμάτος σιγουριά. «Έχει σχέση με το ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σας, για την ακρίβεια, πολύ ερωτευμένος μαζί σας». Έσκυψε και ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. «Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου», της ψιθύρισε.

Η Ξένια βυθίστηκε μέσα στα μικρά αεικίνητα μάτια, μα ο Άλκης ξαφνικά τινάχτηκε. Η φωνή της κυρά Μελωδίας ακουγόταν υπερβολικά δυνατή, προφανώς θέλοντας να τον προειδοποιήσει. Φόρεσε άγαρμπα το μαντήλι και προσπάθησε να δέσει τον φιόγκο στο πίσω μέρος του κεφαλιού, μα δεν τα κατάφερνε, τα χέρια του έτρεμαν. Η Ξένια σηκώθηκε και έπιασε τις άκρες από το μαντήλι, αποφεύγοντας το βλέμμα του. Το τύλιξε καλύπτοντας το πρόσωπο του και γέρνοντας σχεδόν απάνω του. Ένιωσε την αναστατωμένη ανάσα του να χαϊδεύει το πρόσωπό της. 

«Δε θα πεις κάτι;», της ψιθύρισε ικετευτικά, καθώς του έδενε τον κόμπο. 

Εκείνη τον κοίταξε κατάματα. Τα μελιά μάτια της πέταγαν σπίθες. 

«Τα εννοείς αυτά που λες;» τον ρώτησε με μια σκληράδα στη φωνή. 

«Ναι, θέλω να γίνεις γυναίκα μου, σήμερα, τώρα αν γίνεται…»

«Σήμερα; Τώρα;» μειδίασε η Ξένια και απομακρύνθηκε. «Γιατί τέτοια βιασύνη;» τον ρώτησε με υποψία.

«Εμένα με ξέρεις κυρά Μελωδία μου, λέω λίγα και καλά. Τον καλύτερο θα έπαιρνε η κυρά μου και ας είναι αδύνατη σαν τσίχλα, αν δε συνέβαινε αυτή η αναποδιά με το που γύρισε. Μοναχοκόρη, με τα φραντζέζικα της, το πιάνο της και το χαρτί, το πατυχίο ντε, στ΄ αριθμητικά. Ε κυρά μου, καλά δεν τα λέω;» τη ρώτησε η γριά Ζαφείρω μπαίνοντας.

«Ζαφείρω!» ακούστηκε απειλητική η φωνή της Ξένιας, αναστρέφοντας το βλέμμα της, μα η γριά συνέχισε απτόητη.

«Η κυρά μου, όχι που να το παινευτώ, γιατί είναι κυρά μου, μα είναι καλό κορίτσι. Ε λίγο κακομαθημένη, βέβαια, αλλά άμα παντρευτεί με κάνα μπερντάκι θα στρώσει, αυτό να του πεις». Ο Άλκης μειδίασε ελαφρά κάτω από το μαντήλι, μα το απειλητικό βλέμμα της Ξένιας, που κάθισε ξανά στην καρέκλα της, τον έκανε να σοβαρέψει αμέσως. Η κυρά Μελωδία εν τω μεταξύ, κοίταζε πότε τον έναν, πότε τον άλλο ανήσυχη και προσπαθούσε να ψυχανεμιστεί τι είχε συμβεί κατά την απουσία της. 

«Ζαφείρω, θα ήθελα ένα ποτήρι νερό σε παρακαλώ», έκανε ψυχρά η Ξένια.

«Αμέσως, κοκόνα μου, αμέσως», είπε η γριά και καθώς έβγαινε, σέρνοντας το ποδάρι της γύρισε και την προειδοποίησε.

«Κοίτα κυρά μου, μην τις διώξεις! Πετάς την τύχη σου! Και το παλικάρι είν’ καλό, όπως λέει κι η κυρά Μελουδία κι σ’ αγαπάει! Πες της κυρά Μελουδία μου!» Την παρότρυνε η γριά καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της. 

Η κυρά Μελωδία συμφώνησε γνέφοντας. «Και όποιος αγαπάει, κάνει τρέλες…», είπε απολογητικά, σπάζοντας τη βαριά σιωπή.

«Τρέλα, το ονομάζεται αυτό;» την ρώτησε ειρωνικά η Ξένια, δείχνοντας με το χέρι της τον Άλκη, προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο για να σκεφτεί. 

«Δεσποινίς Λιβαξή, τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Μη νομίζετε κι εγώ είχα τις αντιρρήσεις μου, μα πώς μπορείς ν ‘αρνηθείς σ’ ένα ερωτευμένο; Λυπάμαι για όλο αυτό το μασκαριλίκι, μα ήταν αναγκαίο για πολλούς λόγους». 

Η Ξένια έριξε μια λοξή ματιά στον Άλκη που καθόταν σ΄ αναμμένα κάρβουνα.

«Μπορώ ν ‘ακούσω τους λόγους;», ρώτησε με πάγο στη φωνή, προσπαθώντας να κρατηθεί από τη λογική της. 

«Με κυνηγάνε, Ξένια…» ήταν ο Άλκης που μίλησε. «Τους ενόχλησαν πολύ αυτά που γράφαμε. Έκλεισαν την εφημερίδα. Όσοι δε συνελήφθησαν ήδη, κατέφυγαν στα βουνά ή έφυγαν στο εξωτερικό». Η Ξένια δεν κατάφερε να κρύψει την ταραχή που της προκάλεσαν τα λόγια του. 

«Χρειάζομαι μια απάντηση, θέλω να ξέρω αν έχω λόγο να επιστρέψω…».

«Τι εννοείς;»

«Αύριο φεύγω για το Παρίσι, πρέπει να ξέ…» τα λόγια του κόπηκαν από την απρόσμενη εισβολή του πατέρας της Ξένιας.

«Ξένια, χρυσή μου, πάλι τσακώθηκες με την Ζαφείρω; Δεν… Ω, μα συγγνώμη, δεν ήξερα ότι έχουμε επισκέψεις!» αναφώνησε ξαφνιασμένος, καθώς προσπαθούσε να επεξεργαστεί το περίεργο θέαμα της αδύνατης γυναίκας με το παρδαλό μαντήλι, που έσκυβε πάνω από την κόρη του. Του πήρε λίγη ώρα για ν΄ αναγνωρίσει τη φιγούρα, που αναδεύτηκε δίπλα του.

«Κυρία Μελωδία; Εσείς εδώ; Μα πώς; Θέλω να πω, συγγνώμη, αλλά έχω δώσει σαφείς εντολές. Δηλαδή! Θέλω να πω…» τραύλισε αμήχανος και έριξε ένα παρακλητικό βλέμμα στην Ξένια, η οποία έμοιαζε εξίσου αναστατωμένη.

«Οι κυρίες, ότι έφευγαν πατέρα! Λοιπόν κυρίες μου, να σας συνοδεύσω, περάστε!», είπε προσπαθώντας να κρύψει την ταραχή της, δείχνοντάς τους την πόρτα.

Ο Άλκης χλόμιασε, το κεφάλι του κόντευε να σπάσει, ήθελε να διεισδύσει στο μυαλό της προπορευόμενης Ξένιας, μα δεν μπορούσε. Προχωρούσε μπροστά του λυγερή, με το φούξια γυαλιστερό φόρεμα να χαϊδεύει τις όμορφες καμπύλες της και να θροΐζει σε κάθε της βήμα. Για ποιον είχε ντυθεί έτσι; Θα έβγαινε; Θα είχαν καλεσμένους; Αυτός ο κολλιτσίδας ο Καληπάτης, ο  γιος του συνεταίρου του πατέρας της, θα την συνόδευε; Έπρεπε να τον είχε σπάσει στο ξύλο εκείνη την ημέρα. Λάθος του. Είχε κάνει ολόκληρη μηχανορραφία για να καταφέρει την οικοδέσποινα να τον καλέσει, μόνο και μόνο για να έχει μια ευκαιρία να τη δει και να της μιλήσει και του το χάλασε ο φιόγκος! Η Ξένια γύρισε και τον κοίταξε για μερικά δεύτερα, με τα όμορφα μελιά μάτια της. Η καρδιά του σκίρτησε, όπως την ημέρα που την πρωτοείδε σ΄ εκείνο το άθλιο τμήμα. Τόσο καιρό είχε δει ένα σωρό κοπέλες να τις σέρνουν ως εκεί οι αστυνομικοί και να περνάνε όλη αυτή την εξευτελιστική διαδικασία με τις μεζούρες, τα φευγαλέα αγγίγματα και τα αισχρόλογα, μα ποτέ καμία δεν του είχε κάνει εντύπωση όσο αυτή η κοπέλα, που μπήκε στο τμήμα στητή, αεράτη, με σιγουριά και αξιοπρέπεια. Ούτε μια στιγμή δε λύγισε, δεν έμπηξε τα κλάματα, δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί. Σ΄ αντίθεση με τη φίλη της, την Ζαν, που είχε κατατρομάξει και που στην ουσία, την παράτησε μόνη με την πρώτη ευκαιρία και έφυγε.

Εκείνος έμεινε κοντά της όλη τη νύχτα και τη συνόδεψε από μακριά, ως το δικαστήριο. Εκεί γνώρισε και για πρώτη φορά τον πατέρα της, που φαινόταν ένας αξιοσέβαστος άνθρωπος, με μεγάλη αδυναμία στην μοναχοκόρη του. Ο Άλκης προσπάθησε να του μιλήσει, μα δεν τα κατάφερε. Όση αδυναμία είχε στην κόρη του, άλλη τόση απέχθεια είχε για τα όρνια, όπως ονόμαζε τους δημοσιογράφους. Η Ξένια έγινε αφορμή να γράψει το καλύτερο του άρθρο και να επικρίνει την γελοία πολιτική του δικτάτορα και όλα τα κακώς κείμενα της εποχής του. Αυτό που δεν είχε υπολογίσει, ήταν το πόσο βρώμικη θα ήταν η αντεπίθεση που θα δεχόταν και πόσο ανεξάντλητη ήταν η φαντασία των στρατευμένων συναδέλφων του. Εν τω μεταξύ, εκείνος είχε ήδη μιλήσει στον πατέρα του, που προσέγγισε τον πατέρα της Ξένιας. Όχι μόνο η πρότασή τους έπεσε στο κενό, παρόλο που δε ζητούσαν προίκα, μα ο πατέρας της τους ξεκαθάρισε ότι δεν ήθελε να ξαναπλησιάουν την κόρη του.

Ο κύριος Λιβαξής είχε φτιάξει ένα “κάστρο” γύρω από την μοναχοκόρη του, με θεμέλιο λίθο την γριά Ζαφείρω, που τον έδιωχνε κάθε φορά που τον έβλεπε. Ακόμα και όταν κατάφερε να δωροδοκήσει κάποιον να της περάσει ένα μήνυμα, η γριά δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία. Ο κλοιός γύρω του στένευε, τ’ όνομα και τα λεφτά του πατέρα του δε θα μπορούσαν να τον κρατήσουν ασφαλή για πολύ καιρό ακόμα. Έπρεπε να φύγει, άγνωστο για πόσο καιρό. Μπορεί για μήνες, μπορεί για χρόνια. Η εφημερίδα του έκλεισε, ο εκδότης του φυλακίστηκε, κάθε μέρα κάποιος συνάδελφός του συλλαμβανόταν και εξαφανιζόταν κι εκείνος το μόνο που σκεφτόταν, ήταν πώς θα συναντηθεί με την Ξένια. Όταν τους ειδοποίησαν ότι είχε βγει ένταλμα σύλληψης εναντίον του, τον σαβάνωσε η απελπισία. Ή τώρα ή ποτέ. Χρειαζόταν έναν δούρειο ίππο και ποιος καλύτερος από την νονά του, την κυρά Μελωδία. Το σχέδιο ήταν ριψοκίνδυνο, μα ήταν σίγουρος ότι αν κατάφερναν να μπουν και είχε το χρόνο να της μιλήσει, θα κατάφερνε να την πείσει για τα αισθήματά του και να πάρει μια θετική απάντηση στην πρότασή του. Και πράγματι τα κατάφεραν, ξεγέλασαν το λαγωνικό και για λίγο είχε αναθαρρήσει, μέχρι την εμφάνιση του πατέρα της. Αν είχε λίγο χρόνο ακόμα! Μα η Ξένια άνοιγε ήδη τη βαριά περίτεχνη ξύλινη πόρτα και τους έκανε νόημα να περάσουν έξω, ενώ απέφευγε να τον κοιτάξει. Πριν βγουν, ο Άλκης γύρισε και της ψιθύρισε παρακλητικά στ΄ αυτί:

«Θα με παντρευτείτε; Πρέπει να ξέρω, ότι θα με περιμένετε!».

Τα μάτια της παιχνίδισαν πειρακτικά και ένα ελαφρύ μειδίαμα φώτισε το χλομό πρόσωπό της.

«Όχι, δε θα σας περιμένω…» του είπε κοιτώντας τον κατάματα, με μαλακή σταθερή φωνή. Ένιωσε το κορμί του να σφίγγεται και τα μάτια του πήραν μια έκφραση πόνου, μα πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, η κυρία Μελωδία τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσυρε προς την καγκελόπορτα του κήπου. Η Ξένια απόμεινε να τους κοιτά αναποφάσιστη. Το ΄χε παρατραβήξει…

 

***

 

«Εντάξει; Τα πήρες όλα;»

«Ναι, μπαμπά!».

«Καλά, αν ξέχασες και τίποτα, γράψε μου και θα στο φέρω εγώ, σε έξι μήνες που θα έρθω».

«Εντάξει μπαμπά! Μην ανησυχείς!».

«Μα να ταξιδέψεις μόνη σου; Μου φαίνεται ότι είχε δίκιο η Ζαφείρω, μήπως να το αναβάλλουμε και να προσλάβω μια…», αναρωτιόταν φωναχτά ο κύριος Λιβαξής, κοιτώντας πότε το φωνακλάδικο ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων γύρω τους και πότε την κόρη του, που έλαμπε μέσα στο μπλε κόμπαλτ ταγιέρ της, με το μικρό μπλε καπέλο στερεωμένο στα καλοχτενισμένα μαλλιά της.

«Μα δεν θα είμαι μόνη! Θα είναι και η κυρία Αντύπα και σου είπε ήδη ότι θα με προσέχει».

«Ναι, μα δε θα είστε σε κοντινό κουπέ, μήπως…» έκανε σκεφτικά ο κύριος Λιβαξής. 

«Μια χαρά θα είμαι μόνη μου. Τα είπαμε αυτά! Και η Νανά μόνη της επέστρεψε και μη μου μιλάς για την Ζαφείρω!», απάντησε θυμωμένα η Ξένια.

«Καλά, καλά, για καλό τα λέει, επειδή σ΄ αγαπάει!» προσπάθησε να την κατευνάσει ο πατέρας της. Η Ξένια φαινόταν αφηρημένη, σαν να έψαχνε κάτι μέσα στο πλήθος. Κάπου ανάμεσα στο πλήθος, ένας μελαχρινός πιτσιρικάς με κουρελιασμένα ρούχα, που κρατούσε ένα μικρό καλάθι φώναζε, «Εδώ το καλό παστέλι!». 

«Να σου πάρω ένα παστέλι;» τη ρώτησε ο κύριος Λιβαξής και πριν προλάβει να του απαντήσει, έκανε νόημα στον πιτσιρικά και αγόρασε μερικά, δίνοντάς του παραπάνω από την αξία τους. Η Ξένια τον κοίταζε και χαμογελούσε, έτσι όπως γλυκομιλούσε στον πιτσιρικά και αρνιόταν να πάρει τα ρέστα.

«Μπαμπά μου, σ΄ αγαπώ πολύ, το ξέρεις;»

Ο κύριος Λιβαξής της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο, που έκανε το χρυσό του δόντι να λάμψει.

«Και εγώ παιδί μου! Καλό ταξίδι να έχεις και μακάρι να βρεις την ευτυχία εκεί που πας!».

«Ω, μπαμπά μου! Είμαι σίγουρη ότι θα τη βρω και ας μην με περιμένει!», αναφώνησε η Ξένια και τον αγκάλιασε σφιχτά.

«Ξένια;» ακούστηκε μια ξέπνοη φωνή πίσω της. Η Ξένια γύρισε και κοίταξε κατά εκεί από όπου προήλθε η φωνή. Μια αδύνατη, ψηλή, μαυροφορεμένη γυναίκα την κοιτούσε πίσω από ένα μαύρο βέλο που έκρυβε το πρόσωπο της και την ταραχή της.

«Αγαπητή μου», είπε μαλακά η Ξένια και της χαμογέλασε πλατιά. «Ταξιδεύετε και εσείς σήμερα;» πρόσθεσε με νάζι και προσποιητή αθωότητα.

«Ναι», μουρμούρισε αμήχανος ο Άλκης, μην μπορώντας ακόμα να πιστέψει αυτό που έβλεπε.

«Κυρία μου», έσκυψε το κεφάλι του και την χαιρέτησε ο κύριος Λιβαξής.

«Μπερτράν…», ψέλλισε προσπαθώντας να λεπτύνει την φωνή του ο Άλκης.

«Κυρία Μπερτράν, να σας συστήσω τον πατέρα μου, κύριο Λιβαξή».

«Χαίρω πολύ…» μουρμούρισε ο Άλκης χωρίς να δώσει το γαντοφορεμένο χέρι του.

«Επίσης και λυπάμαι για την απώλειά σας…», είπε με αβεβαιότητα ο κύριος Λιβαξής και προσπάθησε να διαπεράσει το πυκνοϋφασμένο βέλο με τη ματιά του. Ο Άλκης ταράχτηκε και έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένος.

«Επιστρέφετε στην πατρίδα σας;» ρώτησε όσο πιο αθώα μπορούσε ν΄ ακουστεί η Ξένια. Ο Άλκης ένιωθε ένα κόμπο στο λαιμό και δεν κατάφερε να βγάλει άχνα, μόνο έγνεψε θετικά. «Ορίστε μπαμπά, που ανησυχούσες. Βρήκαμε και άλλη γνωστή!».

«Α μάλιστα, εσείς σε ποιο κουπέ θα είστε; Αν επιτρέπεται…», ρώτησε με ενδιαφέρον ο κύριος Λιβαξής.

«Στο οκτώ», ίσα που ακούστηκε ο Άλκης μέσα στη τόση οχλοβοή.

«Δίπλα – δίπλα θα είστε!» αναφώνησε ο κύριος Λιβαξής ευχαριστημένος. «Αν δεν σας είναι βάρος, θα με υποχρεώνατε αν προσέχατε την κόρη μου! Από πού, όμως, γνωρίζεστε;» ρώτησε ήπια, κοιτώντας διαπεραστικά τη μαυροντυμένη φιγούρα. Το τρένο σφύριξε και ο κύριος Λιβαξής ενστικτωδώς αγκάλιασε την κόρη του και την έσφιξε πάνω του, ξεχνώντας για λίγο την παρουσία της περίεργης γυναίκας, που στεκόταν αμήχανη πίσω τους. Το τρένο σφύριξε ξανά και η Ξένια ξεκόλλησε από την αγκαλιά του πατέρα της και κατευθύνθηκε προς το τρένο. Ο κύριος Λιβαξής, καθώς τους αποχαιρετούσε, κοίταζε εξεταστικά μια την αναψοκοκκινισμένη κόρη του και μια την μαυροντυμένη χήρα, που έδινε αμήχανη τη βαλίτσα της στον καμαρότο. 

«Μην ανησυχείς μπαμπά, θα είμαι μια χαρά», του φώναξε η Ξένια μόλις ανέβηκε στο τρένο.

«Εγώ πάλι νομίζω πως θα έπρεπε ν΄ανησυχώ, αγαπητή μου…»  μονολόγησε και η φωνή του καλύφθηκε από το σφύριγμα του τρένου. Η Ξένια ξεκίνησε να τον χαιρετά ζωηρά.

«Θα τα πούμε σε έξι μήνες!» της φώναξε ο πατέρας της χαιρετώντας τους, ώσπου το τρένο έγινε μια μικροσκοπική κουκίδα στον ορίζοντα.

Εν τω μεταξύ, μέσα στο τρένο, ο διάδρομος είχε πια αδειάσει και η Ξένια προχωρούσε ακολουθώντας τον καμαρότο, ενώ ο Άλκης ακολουθούσε εκείνη, σαν υπνωτισμένος. 

«Ώστε δεν θα με περιμένεις;», έσκυψε και της ψιθύρισε παιχνιδιάρικα, με την πρώτη ευκαιρία. Η Ξένια ανασήκωσε τους ώμους ανέμελα και του χαμογέλασε πλατιά, γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι. 

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε κυρία “Μπετράν” και τι σας πέρασε από το μυαλό. Εγώ είχα κλείσει πολύ καιρό τώρα το εισιτήριό μου! Η συνάντηση μας είναι τυχαία και όλως διόλου δυσάρεστη!» του απάντησε με αθώο ύφος και νάζι στη φωνή.

Ο Άλκης σάστισε και απόμεινε ακίνητος στη θέση του. Ευτυχώς που δεν μπορούσε να δει κάτω από το βέλος, η Ξένια, πόσο είχε χλωμιάσει. 

«Σε πειράζω, ανόητε!» του ψιθύρισε η Ξένια πισωπατώντας, μόλις αντιλήφθηκε ότι δεν την ακολουθούσε, χαρίζοντάς του ένα αστραφτερό χαμόγελο και ο Άλκης βιάστηκε να την ακολουθήσει.

«Α, σας ευχαριστώ πολύ!» αναφώνησε η Ξένια, καθώς έμπαινε μέσα στο κουπέ με το νούμερο εφτά. Ο καμαρότος είχε τοποθετήσει τη βαλίτσα της στο πάνω ράφι αποσκευών και της έκανε μια γρήγορη ξενάγηση. Η Ξένια βιάστηκε να τον διώξει, έπειτα γύρισε προς τον Άλκη, που την κοιτούσε ζαλισμένος από την πόρτα και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ήταν ευτυχισμένος. 

«Κυρία Μπετράν, μου επιτρέπετε…» είπε η Ξένια με αυστηρή φωνή, μα χαμογελώντας και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα. Ο Άλκης χαμογέλασε. Όλα θα πήγαιναν καλά πια. Είχε όλο το χρόνο που χρειαζόταν για να την πείσει για τ΄ αληθινά αισθήματά του. Μια καινούρια ζωή τον περίμενε στο Παρίσι, μια ζωή δίπλα στη γυναίκα που αγαπούσε! Όλα θα πήγαιναν καλά, σκεφτόταν ενθουσιασμένος.

Μα κάνοντας να μπει στο κουπέ νούμερο οκτώ, πάγωσε…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook