Αγαπημένο μου ημερολόγιο και μαλακίες τούμπανα. Ρε μλκ θα με τρελάνουν αυτοί οι τύποι. Βρήκαν τώρα άλλο τρόπο να μου τα ζαλίζουν. Η μάνα μου ρε φίλε το τερμάτισε. Μου πήρε λέει ημερολόγιο για να μάθω να εκφράζομαι. Ότι να’ ναι. Κάποιος της το πε; Κάπου το διάβασε; Θα σε γελάσω. Το θέμα είναι πως ενθουσιάστηκε και πήγε και την αγόρασε τη μαλακία και μου την έφερε. Να γράφω λέει ό,τι θέλω αρκεί να γράφω. Δεν θα τα διαβάζει κανείς λέει γιατί η μαλακία κλειδώνει κιόλας και μόνο εγώ έχω τα κλειδιά. Και εδώ λέει μπορώ ακόμα και να βρίζω. Ναι, εντάξει μας έπεισες. Να δω όταν θα διαβάσουν αυτό τι θα πουν.

Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια μπορεί και να μην το διαβάζουν, γιατί είναι μέρες τώρα που γεμίζω τις σελίδες με αβγδ αβ αβγδε αβ και εκείνη μόλις με βλέπει να κάθομαι να γράφω χαίρεται. Τι να πω, δεν παίζεται η τύπισσα. Κάθεται και ουρλιάζει άμα κατουρήσω το καπάκι της τουαλέτας και εχθές που γύρισε από το σχολείο δεν είπε κουβέντα. Μόνο που φαινόταν λίγο κλαμένη. Πρέπει να έκλαιγε στο δρόμο, αλλά εδώ τίποτα. Σου λέω δεν υπάρχει. Την παίζεις άσσο και την χάνεις.

Άστα ρε ημερολόγιο. Παίχτηκε μεγάλη μαλακία. Με έπιασαν να αντιγράφω στο τεστ. Βασικά ούτε που είχα προλάβει να δω και τίποτα. Μάλλον με έπιασαν να θέλω να αντιγράψω στο τεστ και έγινε χαμός. Πως το έκανα αυτό; Και πως το έκανα αυτό; Ξέρω γω; Το έκανα. Όλοι το κάνουν. Δεν τους θυμόμουν τους κωλοχαρακτηρισμούς του Οδυσσέα τι να ‘κανα; Ήταν και πολλοί. Εφτά! Τους τρεις θυμόμουν.

Τράβηξα το χαρτί κάτω από το θρανίο μου να δω τους άλλους τέσσερις. Και έκανε τόσο θόρυβο, ρε μαλάκα, το χαρτί. Το χαρτί ρε! Λες και τράβηξα ολόκληρο τραπέζι. Και μετά έγινε χαμός. Μέχρι και στον διευθυντή με πήγε η μαλακισμένη. Τόσα χρόνια το άκουγα, δεν είχα πάει ποτέ. Χάλια ήταν. Μου μίλαγε και γω δεν ξέρω πόση ώρα. Παρακάλαγα να χτυπήσει κουδούνι να πάω στην τάξη μου. Και δεν χτύπαγε το γαμημένο. Δεν χτύπαγε.

Μη με ρωτήσεις και εσύ τι έλεγε ο διευθυντής. Δεν θυμάμαι. Άλλο σκεφτόμουν εκείνη την ώρα. Πως θα γίνει να μη βάλω τα κλάματα. Προσπαθούσα να θυμηθώ αυτά που μου έλεγε η μάνα μου όταν καμιά φορά με πονάει η κοιλιά μου. Να παίρνω βαθιές αναπνοές και να σκέφτομαι κάτι ευχάριστο. Πως κολυμπάω στη θάλασσα και τέτοια.

Τελικά ούτε αυτό έπιασε γιατί στο τέλος έκλαψα. Και μόλις έκλαψα σταμάτησε ρε να μιλάει. Τι είναι και αυτό με τους μεγάλους; Λένε, λένε, λένε και μόλις κλάψεις εντάξει ρε φίλε δεν έγινε και τίποτα όλοι κάποια στιγμή έχουν αντιγράψει. Μην το κάνεις θέμα που θα σε δει όλο το σχολείο να βγαίνεις κλαμένος από το γραφείο του διευθυντή. Συμβαίνουν αυτά. Δεν είναι κάτι.

Και μπήκα μετά στην τάξη με κόκκινα μάτια. Όσο και αν τα έπλυνα δεν έφευγε το κλάμα. Και με κοίταζαν όλοι. Και η Μυρτώ. Τα αγόρια γέλαγαν. «Ο Βελισαρόπουλος έκλαιγε! Έκλαιγε ο μαλάκας, η λούλα, η αδερφή». Και γέλαγαν όλοι. Ήθελα να δω αν γέλασε και η Μυρτώ, αλλά δεν κοίταξα. Εσύ τι λες ρε μαλακισμένο ημερολόγιο; Λες να γέλασε και αυτή;

 

Μ.Ρ