Την τρέμω την φωτιά. Ο μεγαλύτερός μου φόβος, είναι να καώ ζωντανή. Ο πρώτος εφιάλτης που θυμάμαι να είδα όταν ήμουν παιδί, ήταν άνθρωποι να καίγονται. Ελπίζω να μην μου συμβεί, γιατί το Σύμπαν, με το αρρωστημένο του χιούμορ, έχει μια τάση να παίζει μπαλίτσα με τους φόβους μας και να μας τους πετάει στα μούτρα.

Ευτυχώς, εδώ που βρίσκομαι, δεν έχω τηλεόραση. Δεν ξέρω πόσο θα άντεχε ο ψυχισμός μου να παρακολουθώ όλο το μέγεθος της φρίκης. Όμως και αυτά τα σκόρπια που είδα στο Internet, ήταν αρκετά…

Νιώθω πως δεν έχω το δικαίωμα να εκφέρω άποψη για κάτι που δεν βίωσα. Το θεωρώ ιερόσυλο απέναντι σε όποιον έχασε τη ζωή του, σε όποιον έχασε τον άνθρωπό του, μα και σε όποιον έχασε το βιος του. Γράφω μονάχα για να ελευθερώσω λίγο από το σφίξιμο και για να κάνω δυο – τρεις υπενθυμίσεις. Είδα εκπρόσωπο της εκκλησίας να μιλά για “θεία δίκη”, γιατί, λέει, έχουμε άθεο πρωθυπουργό. Όχι ρε, ρασοφόρο ξερατό της κολάσεως, δεν είναι ο Τσίπρας που δίνει το κακό παράδειγμα – και δεν είμαι πολιτικοποιημένη. Για κάτι σκατόψυχους σαν κι’ εσένα, γέμισε ο κόσμος άθεους. Και αυτοί που δηλώνουν άθεοι, ίσως και να ‘ναι αυτοί που έχουν θεό μέσα τους. Αλλά τι ήταν πάντα ο λόγος της εκκλησίας στην ιστορία του κόσμου; Ένας βούρδουλας για να κρατάνε τον αμόρφωτο κοσμάκη φοβισμένο. Να έχει σκυμμένο ταπεινά το κεφάλι, όσο εκείνοι καμαρώνουν μέσα σε χρυσοκεντημένα άμφια, φόρο τιμής σε έναν ρακένδυτο Χριστούλη.

Αρνούμαι! Η δική μου θρησκεία, ο δικός μου Θεός, ονομάζεται Αγάπη και είναι ο μόνος λόγος που κινούνται ακόμα τα γρανάζια αυτού του σάπιου κόσμου. Και η δύναμη της δικής μου πίστης, είναι πως, όσο και αν πληγωθώ, όσο και αν θεωρηθώ “χαϊβάνι”, όσο και αν με εκμεταλλευθούν, εγώ θα συνεχίσω να αγαπώ. Και κάθε φορά που θα καταφέρνω, έστω, να κάνω έναν άνθρωπο να χαμογελάσει, μόνο τότε θα έρχομαι σε επαφή με την Πηγή μου.

Επίσης, διάβασα από Ελληνάρες, κατάρες για τους μετανάστες, μέχρι και ρίξιμο ευθυνών για την πυρκαγιά, έτσι απλά, γιατί υπάρχουν, ρε παιδί μου – ναι, δεν είναι ανέκδοτο! Και αναρωτιέμαι τώρα εγώ, πόσο άραγε ν’ αγαπάς το πατριωτάκι σου, την καθαρόαιμη, τρομάρα σου, ράτσα σου, που ούτε τον σκασμό δεν μπορείς να βγάλεις μπροστά στην συμφορά και τον χαμό του, παρά εκμεταλλεύεσαι μια τέτοια στιγμή, για να ξεράσεις άλλη μια φορά τη χολή σου;
Γελιέσαι, κακομοίρη μου, πιστεύοντας πως οι κότες με τα χρυσά αυγά, θα τρέξουν μέσα σε μπουρμπουλήθρες ροζ ανιδιοτέλειας, να σε κρατήσουν όρθιο την στιγμή που θα γκρεμίζεσαι. Γιατί είναι οι ίδιοι που τα βράδια πιπιλίζουν το δαχτυλάκι, κάνοντας όνειρα γλυκά να ψοφήσει η κατσίκα σου και εσύ και όλο σου το σόι. Να λιγοστεύουμε, να περάσουν μόνοι τους την πίστα, γιατί είναι οι καλύτεροι!

“Ρατσισμός είναι να μισείς κάτι που, τυχαία, δεν είσαι”. Αλλά όσες φορές και αν προσπαθήσω να στο εξηγήσω, η φωνή μου δεν θα καταφέρει καν να γαργαλήσει τον ανύπαρκτο εγκέφαλό σου. Γι’ αυτό, παύω ν’ ασχολούμαι.

Δυστυχώς, διάβασα και για ανθρώπους που έχασαν τις ζωές τους, αρνούμενοι να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους. Για ποιον γαμημένο λόγο; Πόσο μας έχει ζαλίσει ο τρόπος ζωής και οι πλασματικές ανάγκες μας; Πόσο έχουμε μπερδέψει τη σειρά προτεραιοτήτων μας; Τα ντουβάρια ξαναχτίζονται και θα βρίσκονται εκεί και μετά από ‘μας. Και, πιστέψτε με, κάποια στιγμή, κανείς δεν θα μπορεί να θυμηθεί ποιος ζούσε κάποτε ανάμεσα σε αυτά τα ντουβάρια. Γι’ αυτό, ζήστε! Πείτε πιο πολλά “σ’ αγαπώ”, αγκαλιάστε, κυλιστείτε με άσπρο μπλουζάκι στο χορτάρι, χαμογελάστε με τη ζεστασιά του πρωινού ήλιου στη μούρη σας, φάτε όλα σας τα λεφτά σε ταξίδια, όπως και να ‘χει ζήστε! Γιατί δεν ξέρουμε για πόσο θα μπορούμε, γαμώτο. Η κάθε μέρα είναι δώρο και δεν αγοράζεται με ευρώ.

Και τέλος, τόσες σπαραξικάρδιες φωτογραφίες αυτές τις μέρες στα social media, τόσες φλυαρίες… Γέμισαν πάλι οι τοίχοι μας likes. Ξέρεις, αν έρθεις τη στιγμή που πονάω και μου λες τα δικά σου, από μέσα μου θα ουρλιάζω να σκάσεις. Όμως από το χέρι σου θα κρατηθώ γερά! Πόσες, αλήθεια, κοινοποιήσεις έγιναν, αναλογικά με τα προηγούμενα, που να περιείχαν τρόπους για έμπρακτη, για ουσιαστική βοήθεια; Και πόσοι από αυτούς που κοινοποίησαν, σηκώθηκαν, όντως, για να πάνε να στείλουν ένα δεματάκι ανάσας;

Ρε, τι έχουμε πάθει, πραγματικά, ως είδος; Τι πήγε τόσο στραβά, που όλοι ξέρουμε να λέμε το σωστό, αλλά κάνουμε πάντα το λάθος; Αμπελοφιλόσοφοι του κώλου γίναμε, θαρρώ και αυτός ο κώλος φάρδυνε τόσο, που δεν ξεσφηνώνει πια από την πολυθρόνα.

Με λένε Μαρία Κεσόγλου και σήμερα ντρέπομαι, σαν το ελάχιστο που μπορώ να κάνω.