Γεια χαρά. Με διαβάζεις φανατικά, δεν με διαβάζεις φανατικά, δεν με διαβάζεις καθόλου. Ελπίζω για αυτό το κείμενο, να κάνεις μια εξαίρεση. Να με διαβάσεις. Σκέτο.

Κυκλοφορώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εδώ και αρκετά χρόνια. Όπως κι εσύ. Σε βλέπω να γελάς με αστεία βίντεο, να δακρύζεις με ιστορίες αγάπης, να θυμώνεις με την αδικία. Μπορεί να αλληλεπιδρούμε συχνά ή, και καθόλου. Ίσως σε συμπαθώ, ίσως με συμπαθείς. Ίσως κι όχι. Μπορεί να συμφωνούμε σε πολλά και να διαφωνούμε σε άλλα τόσα. Δεν είναι απαραίτητα κακή η διαφωνία. Μπορεί να γίνει μοχλός πίεσης, να μας βάλει να σκεφτούμε, να δούμε την άλλη πλευρά, ακόμη και να αναθεωρήσουμε. Θα σου πω, όμως, το εξής: χρειαζόμαστε δουλειά για να μάθουμε να διαφωνούμε σωστά, να εστιάζουμε στις απόψεις μας και στη διαφορετικότητα τους και όχι σε εκείνα τα άλλα, τα ευτελή και διάφανα.

Αγάμητη, κακογαμημένη, πατσαβούρα, κωλόχοντρη, χτικιάρα. Είσαι ηλίθια; Γιατί τόσα νεύρα, έχουμε περίοδο; Άλλη μια καημένη μανουλίτσα. Καλά να πάθει, το τραβούσε το κέρατο ο οργανισμός της. Κάτι τέτοιες θέλουν έναν ομαδικό βιασμό. Γίνατε όλες μάνες και τα ξέρετε όλα. Εγώ δεν κάνω βίζιτες, κουκλίτσα μου.

Και μόνο που τα έγραψα, αναγούλιασα. Αλλά τα έχεις πει. Κουβέντες που αν προέρχονταν από έναν άντρα, θα σε εξόργιζαν, θα σε έκαναν να βγεις στους δρόμους να φωνάξεις για τα δικαιώματα των γυναικών σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, τον υποβιβασμό και εξευτελισμό που είμαστε αναγκασμένες να υπομένουμε στον χώρο εργασίας, στο μπαράκι, στο σπίτι μας το ίδιο κλπ κλπ κλπ. Λόγια που κάνουν την Κρουέλα ντε Βιλ και την «κακιά» του παλιού ελληνικού κινηματογράφου Τασσώ Καββαδία να μοιάζουν με την Χάιντι και την Άννυ – ξέρεις, τη φίλη της Κάντυ.

Βγάζεις χολή για μια άλλη γυναίκα τόσο αβίαστα. Κι ας θυμάσαι ακόμη εκείνη τη φορά που ο πατέρας σου είπε τη μάνα σου ηλίθια κι εσύ πετάχτηκες και του απάντησες «Ηλίθια είσαι» χωρίς να το σκεφτείς. Και, παραδόξως, δεν «μπήκες» τιμωρία.

Κι εκείνη τη φορά που όλα τα credits του κόσμου δόθηκαν σε έναν άντρα συνάδελφο – κι ας τα άξιζες εσύ – και ήσουν τόσο θυμωμένη που βούρκωσες. Και στον διάδρομο, όταν σε πέτυχε με κόκκινα μάτια, σε ρώτησε όλο ειρωνεία «Τι έχεις, καλή μου; Περίοδο;»

Και τότε, που δούλευες σ’ εκείνο το καφέ και το αφεντικό σου σου φώναζε να δουλεύεις περισσότερο και να τρως λιγότερο, να φανεί η μεσούλα σου, μπας και βρεις κανέναν γαμπρό.

Επίσης θυμάσαι εκείνη τη φορά που σου πήρε τη σειρά ένας τύπος στο σουπερμάρκετ κι όταν έκανες σκηνή, σε έστειλε στην κουζίνα σου.
Και, φυσικά, δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσεις εκείνο το βράδυ που, ενώ δεν ήθελες, έκανες σεξ. Βουρκωμένη, ντροπιασμένη, μισή. Και με μια ωραία μελάνια στο όμορφο πρόσωπό σου.

Αλήθεια; Φέρεσαι σε μια άλλη γυναίκα τόσο άθλια όσο σου φέρθηκαν διάφοροι άντρες σε όλη σου τη ζωή, άντρες που εγώ, εσύ, η Μαίρη, η Χαρά, η Ανδριάνα, ο Κώστας, ο Τάσος, ο Δήμος και οι υπόλοιποι σκεπτόμενοι άνθρωποι αυτού του κόσμου, κατατάσσουμε στην κατηγορία «σκουλίκι της γης»; Και είσαι εντάξει με όλο αυτό; Δεν σε κάνει να θέλεις να ουρλιάξεις όλο αυτό το μίσος; Δεν σε καταβάλλει; Δεν σε αδειάζει συναισθηματικά; Δεν θα υπερασπιζόσουν με όλο σου το είναι μια γυναίκα που δέχεται/ανέχεται/υπομένει/επιτρέπει αυτή τη συμπεριφορά; Δεν θα γινόσουν η φωνή της, η γροθιά της, η ανάσα της; Το ξέρω ότι θα γινόσουν όλα αυτά και άλλα τόσα. Τότε, γιατί επιλέγεις να γίνεις διάφανη; Γιατί επιτρέπεις στον εαυτό σου από συμπαγής ασπίδα να γίνει κοφτερό μαχαίρι; Πώς αντέχεις να μειώνεις και να πληγώνεις έτσι την ίδια σου τη φύση; Μια άλλη γυναίκα. Την μάνα σου, την αδερφή σου, την κολλητή σου, εμένα, τον εαυτό σου.

Είμαι η Ξένια, η Μυρτώ, η Βιβή, η Τάνια, η Κατερίνα. Και με μισώ.
Δεν εξηγείται αλλιώς.

Κάποτε, με διάβαζες φανατικά, δεν με διάβαζες φανατικά, δεν με διάβαζες καθόλου. Ελπίζω για αυτό το κείμενο να έκανες μια εξαίρεση. Να με διάβασες. Σκέτο.