Με τα μάτια κλειστά

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

«Με κλειστά τα μάτια, πάντα τραγουδάω…», άκουσε στο ραδιόφωνο τη φωνή της Μελίνας Κανά.

Πόσα της θύμιζε αυτό το τραγούδι! Πότε ήταν ελεύθερη κι ωραία, χωρίς έγνοιες, και πήγαινε σε συναυλίες της Μελίνας Κανά, λάτρης του εντέχνου, γαρ, πότε γνώρισε τον άντρα της, πότε τον παντρεύτηκε και πότε έκανε οικογένεια μαζί του.

Και, καθώς νανουρίσματα δεν ήξερε, νανούριζε τις κόρες της με τραγούδια του Αλκίνοου (Ιωαννίδη), του Ορφέα (Περίδη), του Νίκου (Παπάζογλου), αλλά και της Μελίνας Κανά. Και οι κόρες της από μικρές έμαθαν – στην αρχή να σιγομουρμουρίζουν και μετά να τραγουδούν –  τον «Ζέφυρο», το «Μιλώ για σένα», τις «Τυφλές ελπίδες» και άλλα τραγούδια πολλά.

Και τα χρόνια πέρασαν και οι μικρές μεγάλωσαν και δεν τραγουδούσαν πια τραγούδια έντεχνα, αλλά τραγούδια της εποχής, «σουξέ της μιας στιγμής».

Και η Νόρα μεγάλωσε και έχασε την ανεμελιά και την φρεσκάδα της και την παρέσυρε η καθημερινότητα, η ρουτίνα, οι υποχρεώσεις. Και είχε νεύρα και ξέσπαγε φωνάζοντας –άλλες φορές, στα παιδιά, και , άλλες φορές, στον Χρήστο, που δεν σταμάτησε να τον αγαπάει, αλλά, ώρες ώρες, την εκνεύριζε και αυτός, και ο κόσμος όλος!

Και δεν είχε όρεξη για τίποτα, εκτός ίσως από φαγητό, και όλα της φαίνονταν βουνό – και τα παιδιά και η δουλειά και οι δουλειές του νοικοκυριού.

Και ήξερε ότι βουλιάζει, αλλά δεν ήξερε πώς να βγει από το τέλμα.

Και έγινε ένα κουβάρι άγχους, νεύρων, φοβιών – γιατί φοβόταν κιόλας, φοβόταν για την υγεία των δικών της ανθρώπων. Ένας φόβος 24ωρος , δυνάστης, με τον οποίο ξύπναγε και κοιμόταν, προσευχόμενη πάντα να είναι όλοι καλά, και ας πάθαινε κάτι η ίδια.

Και δεν ήξερε τι να κάνει, επειδή είχε μάθει ότι πρέπει να είναι δυνατή και να φαίνεται δυνατή, από μικρή.

Έκανε προσπάθειες, έκανε μικρές αποδράσεις με ταξίδια και τότε όλα ήταν καλά και ξέχναγε τα πάντα και διασκέδαζε και το ευχαριστιόταν.

Μα, όταν επέστρεφε στη ρουτίνα, επέστρεφαν και όλοι οι δαίμονες μαζί. Και όχι, δεν είχε κατάθλιψη – ή, έτσι νόμιζε –  γιατί δεν ήθελε να φύγει από αυτή τη ζωή, γιατί αισθανόταν ευγνώμων που ζούσε και είχε στο πλάι τον άντρα και τα παιδιά της, γιατί αναγνώριζε ότι υπάρχουν και πολύ χειρότερα και βίωνε διαρκώς τον φόβο, μήπως χάσει όλα αυτά που έχει, καθώς τα εκτιμούσε και με το παραπάνω.

Και προσπαθούσε να βρει διέξοδο και να ξεσπάσει, εξομολογούμενη ένα μικροσκοπικό κομμάτι όσων σκεφτόταν, όχι στον Χρήστο, γιατί δεν ήθελε να τον επιβαρύνει, αλλά στην κολλητή της, που την καθησύχαζε.

Αλλά όλα παρέμειναν μέσα της, στο πλάι της, συνοδοιπόροι – και το άγχος, και τα νεύρα και οι φοβίες. Και η μάχη συνεχιζόταν. Μάχη για να είναι λειτουργική, μάχη για να μην καταλάβει κανείς τίποτε από το χάος μέσα της, μάχη για να μην ξεσπά άδικα, ούτε στους δικούς της ανθρώπους, ούτε πουθενά.

Και ήρθε μια μέρα που η Νόρα δεν άντεξε άλλο και ήθελε να παρατήσει τη μάχη και να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Και ξύπνησε και ζήτησε από τον Χρήστο να πάει μόνος του τα παιδιά στο σχολείο.

Άνοιξε πόρτες και παράθυρα στο σπίτι, προκειμένου να μπει φρέσκος αέρας, πήρε μια βαθιά ανάσα και άνοιξε τον υπολογιστή.

Συνέταξε στα γρήγορα 1 email και το έστειλε, πριν προλάβει να αλλάξει γνώμη – ήταν το email, με το οποίο παραιτούνταν από τη δουλειά. Ήταν μια αρχή.

Κατόπιν πήρε τηλέφωνο τον Χρήστο στο κινητό. «Τι έγινε;», τη ρώτησε ανήσυχος. «Είσαι καλά; Δεν θα πας στη δουλειά;» «Όχι, δεν θα πάω», του απάντησε, «αλλά είμαι μια χαρά. Θα σε περιμένω στο σπίτι το μεσημέρι, να φάμε και να μιλήσουμε. Σ’ αγαπάω πολύ», και έκλεισε το τηλέφωνο, πριν προλάβει να τη ρωτήσει κάτι άλλο.

Έφτιαξε τον καφέ της, κάθισε στην πολυθρόνα και άνοιξε το ραδιόφωνο. Όλα θα πάνε καλά…

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *