Το μούχρωμα έβαφε απόκοσμα την αυλή του ξωκλησιού. Πολλοί ήταν εκείνοι που περίμεναν στην ουρά, μες την βουή, για να χαιρετίσουν την νύφη και το γαμπρό, για να τους συγχαρούν και να τους ευχηθούν. Κανείς τους δεν έδινε σημασία σ’ εκείνον τον μεσήλικα με το περιποιημένο γένι, το μακρύ γκρι μαλλί και το πανάκριβο κοστούμι. Ούτε η νύφη, μήτε κι ο γαμπρός.

Μισό «να ζήσετε» πρόλαβε να πει, πριν θολώσει το βλέμμα του γαμπρού. Κάτι είπε μέσα απ’ τα δόντια του κι ύστερα μάζεψε όλη του τη δύναμη και έριξε κουτουλιά στον μεσόκοπο κύριο, που βρέθηκε κατά γης, να ματώνει από την μύτη. Σώπασε το πλήθος κι ο αχός του χάθηκε κι έσβησε κι έδωσε την θέση του στα τιτιβίσματα των πουλιών και το ελαφρύ θρόισμα των φύλλων, που ‘χαν αρχίσει να πέφτουν από τα δέντρα. Σάστισε κι η νύφη, που γύρισε και κοίταξε τον άνθρωπο στον οποίο έδωσε όρκους αιώνιας πίστης, με φοβισμένο βλέμμα. «Ηλία;» ψέλλισε κι εκείνος της έκλεισε το μάτι, την βούτηξε στην αγκαλιά του κι έτρεξε προς το αυτοκίνητο. «Σχόλασε το πάρτι, καρντάσια μου!» δήλωσε, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση προς τους παγωμένους παρευρισκόμενους, αφού άφησε την γυναίκα του, στην θέση του συνοδηγού. Μπήκε στ’ αμάξι κι έφυγε, σηκώνοντας σκόνη κι αφήνοντας το πλήθος να φροντίσει εκείνον που έριξε σχεδόν αναίσθητο, στο πλακόστρωτο που υπήρχε μπροστά απ’ το ξωκλήσι.

Ώρες αργότερα, έχοντας βγάλει τα ρούχα που θα φορούσαν για μία και μοναδική φορά στη ζωή τους, πήραν μπύρες κι άραξαν σ’ εκείνη την πλατεία που πρωτοφιλήθηκαν. Δεν μιλούσε ο Ηλίας, μόνο ατένιζε τον δρόμο που υπήρχε στην απόσταση, μη δίνοντας σημασία στα φώτα των αυτοκινήτων που έσκιζαν την νύχτα. Ήπιε μια γουλιά κι ύστερα δεύτερη. Κούρνιασε πάνω του η Λένα, που δεν μπορούσε να καταλάβει ούτε την σιωπή του, μήτε την συμπεριφορά του. «Θα μου πεις;» του ψιθύρισε κι εκείνος, πικρογέλασε, πριν αναστενάξει.

«Τον γέρο μου, ήθελα να τον θυμάμαι σαν ήρωα. Σαν τον ήρωα που ήταν κάποτε…» μουρμούρισε, δίχως να καταφέρει να διώξει εκείνο το πικρό χαμόγελο από το μούτρο του. «Τον θυμάμαι, που λες, να μας έχει βγάλει βόλτα, να μας κρατάει απ’ το χέρι και να περνάει ο παγωτατζής με το τρίκυκλο, σηκώνοντας βαβούρα και σκόνη. Να του ζητάμε παγωτό και να μη μιλάει. Θυμάμαι το αγχωμένο βλέμμα του, καθώς έβαζε το χέρι στην τσέπη και ψάρευε κέρματα και χάρτινα. Με τα μάτια τα μέτραγε, πενηντάρικα, δεκάρικα κι εικοσάρικα, απ’ τα παλιά, τα ασημένια, τα βαριά – τα θυμάσαι; Και την ανακούφιση θυμάμαι, όταν έφταναν τα λεφτά και μας έπαιρνε παγωτό τσιχλόφουσκα. Και την κατσάδα απ’ τη μάνα μου, ύστερα που γυρίζαμε στο σπίτι, και την φάτσα του και τις γκριμάτσες, και τις ατάκες, «αφού ήθελαν παγωτό τα παιδιά, Τάνια μου, τι να τα ‘κανα;» έλεγε με ύφος δαρμένου σκυλιού, και γελούσε η μάνα μου και χαλαρώναμε κι εμείς. Μέχρι εκεί θέλω να τον θυμάμαι. Ούτε μέρα παραπέρα», έκανε ο Ηλίας κι έπειτα σώπασε. Έριξε μια ματιά στην Λένα, της χάιδεψε το μάγουλο κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα του στον δρόμο.

«Κι όμως, θυμάμαι…» σιγοψιθύρισε, πριν συνεχίσει την αφήγηση. «Μετά μεγαλοπιάστηκε. Διορίστηκε, έγλειψε κώλους, πήρε μίζες και προαγωγές, ο Μπάμπης απ’ την Δρακότρυπα, που έγινε Χαράλαμπος με διαμέρισμα πρώτα και μεζονέτα στας Αθήνας, ύστερα. Πήρε κινητό με πορτάκι, χώθηκε στο χρηματιστήριο κι αγόρασε Chrysler κάμπριο. Άλλαξε τον τίμιο τον Άσσο Κασετίνα, σε Davidoff στην αρχή, σε Bolivar μετά κι έπειτα σε Montecristo. Τότε χτύπησε η αρρώστια την μάνα. Σκλήρυνση κατά πλάκας. Δεν άντεξε πολύ. Δύο χρόνια; Έπεσε ένα μεσημέρι απ’ τη σκάλα, σε μια κρίση. Μπήκαμε σπίτι με τον αδερφό. Η μάνα μας, νεκρή, στη μέση του σαλονιού κι ο κυρ-Μπάμπης απολάμβανε την συντροφιά εκείνης που, ντεμέκ, είχε προσλάβει για να προσέχει τη μάνα, μ’ ένα συλλεκτικό Cohiba στο στόμα. Ούτε να την κλάψουμε δεν σώσαμε. Ξαναπαντρεύτηκε. Σαράντα εφτά ο κυρ-Μπάμπης, είκοσι ένα η τσούπρα, δεκαεφτά εγώ. Πήρα τα μάτια μου κι έφυγα, μου έκλεισε την πόρτα, πείνασα πάνω στην Σαλονίκη, προσπαθώντας να πάρω πτυχίο. Η ζωή μου όλη, μια λούπα πάνω σε γρατζουνισμένο βινύλιο» κατέληξε κι ύστερα έχωσε τα χέρια του στις τσέπες του παντελονιού του. «Ανάθεμά σε, μάστρο-Μπάμπη…» μουρμούρισε. Έβγαλε η Λένα ένα τσιγάρο απ’ το τσαντάκι της και του το έδωσε. Του το άναψε. Πνίγηκε απ’ την τζούρα. Έβηξε μα συνέχισε να το καπνίζει.

«Μετά ήρθ’ ο συρφετός. Μπαρμάν τα βράδια, σερί στη σχολή το πρωί, να παλεύω με το νοίκι και τα πάγια. Να προσπαθώ να κάνω κομπόδεμα για το στρατό, έχοντας ξεγράψει τον πατέρα που με ξέγραψε και να ‘ρχονται όλα στραβά. Έξωση γιατί ο ιδιοκτήτης πάντρευε την κόρη κι ήθελε να της δώσει το σάπιο δυαράκι. Τρέχα, Λιάκο, βρες σπίτι, τρέχα μετακόμισε. Το σταθερό δεν το σήκωνε ποτέ, στο κινητό τον έβρισκα αραιά και που. Ζητούσα κανένα ψιλό για να καλύψω καμιά τρύπα κι έπαιρνα πάντα την ίδια απάντηση – να βάλει βύσμα, να πάω Αθήνα, να με χώσει στην δουλειά, να μείνει το μαρούλι στην οικογένεια. Εξαφανισμός. Και χάιντε, Λιάκο, ξαναπροσπάθησε να γεφυρώσεις τα χάσματα που άλλοι συντηρούσαν και δώσ’ του στο κενό. Και τρέχα, σπασμένος, λαθρεπιβάτης στο τραίνο, να μαζέψεις τον κυρ-Μπάμπη απ’ τα νοσοκομεία, γιατί μπήκε στο σπίτι, βρήκε την κυρά να πηδιέται με κάποιον που του κάπνιζε και τα Cohiba και πήρε την καρδιά στα χέρια. Και πάρε, Λιάκο, υποσχέσεις δίχως αντίκρισμα. Και δώσε ξανά τα ίδια και τα ίδια για να πάρεις, στα χέρια σου, μόνο στάχτη και φωτιά και θειάφι στην ψυχή· μια πύρινη λαίλαπα που τροφοδοτεί, ακόμη και σήμερα, ένα άσβεστο μίσος για έναν υπάνθρωπο που κατέστρεψε ζωές για να ζήσει την δική του. Κι είχε – αυτός ο ξεδιάντροπος άνθρωπος, που ούτε λίγη ψυχή δεν είχε να δώσει στα παιδιά του – το θράσος να εμφανιστεί στον γάμο μου. Όχι. Δεν υπήρχε περίπτωση να το δεχτώ – και να σου πω και κάτι; Δεν θα μου χαλάσει την πιο όμορφή μου μέρα, ο κυρ-Μπάμπης. Αρκετές μου χάλασε. Να πάει να γαμηθεί. Έλα να σε πάρω μια αγκαλιά…»

«Μια ζωή, με την ψυχή στο στόμα…» μουρμούρισε, γλυκά, η Λένα, καθώς καθόταν στα πόδια του.
«Με την ψυχή στο στόμα, για τον μαλάκα…»
«Πάψε λέμε! Είπαμε, τέλος μ’ αυτό» τον μάλωσε γλυκά.
«Τέλος ρε φάτσα…»