Μη μου τον επαίρνετε…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

«Μη μου τoν επαίρνετε! Σας παρακαλώ, θέλω να τον εδώ!» φώναξε στη σκιά που απομακρύνθηκε, κρατώντας αγκαλιά το γιο της. Έκανε να τρέξει προς το μέρος της, μα τα πόδια της είχαν κολλήσει θαρρείς στη γη κι όσο κι αν αγωνιζόταν δεν μπορούσε να τα κουνήσει.

Τινάχτηκε πάνω με τον ιδρώτα να μουσκεύει το πρόσωπό της και κοίταξε τριγύρω αλαφιασμένη. Τρία χρόνια κλεισμένα βλέπει τον ίδιο εφιάλτη. Έκρυψε το πρόσωπό της στα χέρια της κι ανακάθισε στο κρεβάτι, κρατώντας την ανάσα της. Έπειτα σηκώθηκε και σύρθηκε ως το λουτρό για να πλυθεί και να συνέρθει. Περνώντας έξω από το δωμάτιο με τη γαλάζια πόρτα κοντοστάθηκε. Είχε πολλές μέρες να μπει μέσα. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει, όταν άγγιξε το πόμολο. Η πόρτα άνοιξε με ένα μικρό τρίξιμο. Ένιωθε να βουλιάζει. Για ακόμη μια φορά, με δυσκολία κρατιόταν όρθια. Το βλέμμα της καρφώθηκε στην άδεια κούνια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μύρισε νοερά μωρουδιακό άρωμα και πούδρα. Χάιδεψε απαλά το λούτρινο κουνελάκι που στόλιζε το κεντητό μαξιλάρι. Κάθισε έπειτα στην πολυθρόνα κι άρχισε να λικνίζεται μπρος-πίσω σιγοτραγουδώντας το νανούρισμα.

Κοιμήσου μέρα όμορφη, νύχτα με τ’ αστρουλάκια
μπαξέ μου με τα λούλουδα και με τα γιασεμάκια
κοιμήσου γιε μου πρωτογιέ  και γιε μου κανακάρη
κι από την Πόλη κοπελιά θε να’ρθει να σε πάρει…

Η φωνή της έσπαγε κάθε τόσο κι η μια παύση διαδεχόταν την άλλη. Τα δάκρυα που δεν έλεγαν να κυλήσουν στα μάγουλά της, γίνηκαν κόμπος που διαρκώς έσφιγγε. Ξαφνικά της φάνηκε σα να άκουσε θόρυβο απ’ το υπνοδωμάτιο και σταμάτησε να αφουγκραστεί. Δεν ήθελε να ξυπνήσει το Στρατή. Θα την έπαιρνε έξω από εκεί. Αυτός ήθελε από την πρώτη στιγμή να τα δώσουν όλα τα πράματα, να αδειάσουν το δωμάτιο. Μα εκείνη αρνιόταν πεισματικά, ένιωθε ότι αν το ‘καναν θα άδειαζε μαζί κι η ψυχή της. Δεν τον άκουγε κάθε που της άνοιγε την κουβέντα. Βούλωνε τα αυτιά της και μουρμούραγε. Ένα μουρμουρητό που ολοένα δυνάμωνε και δυνάμωνε…

Και ξαφνικά πεταγόταν ορθή κι ούρλιαζε βρίζοντας και τον χτυπούσε. Ύστερα σωριαζόταν κατάχαμα, έχωνε το πρόσωπό της στα χέρια της κι έκλαιγε με λυγμούς. Διαλυμένος κι ο Στρατής γονάτιζε δίπλα της, την έπαιρνε στην αγκαλιά του κι έκλαιγε κι εκείνος βουβά.

«Σάμπως δεν πονά κι αυτός;» τη ρώταγε η μάνα της στο τηλέφωνο. Μα εκείνη ένιωθε πως όπως πονά αυτή, δεν πονά άλλος κανείς.

 «Έλα να προσπαθήσουμε να κάμουμε άλλο παιδί» της είπε κάποτε. «Άλλο; Δεν καταλαβαίνεις; Άλλο… Άλλο…» μουρμούραγε με το βλέμμα της καρφωμένο στον τοίχο κι έπειτα τον κοίταζε μ’ αυτή τη ματιά που τον έκαιγε. Ματιά που έκλεινε μέσα της όλο το θυμό και την πίκρα της. Και περνούσανε οι μέρες και οι μήνες κι αυτή κλεισμένη στον εαυτό της και στους τέσσερις τοίχους δεν τόνε πλησίαζε. Μα κι ύστερα που το πήρε απόφαση, το παιδί δεν ερχόταν. «Θα’ ναι άλλο…» σκεφτόταν κι αυτή και παρηγοριόταν.

Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της κι αναπήδησε τρομαγμένη. «Σε τρόμαξα; Συγγνώμη» ψιθύρισε ο Στρατής. «Έλα να ξαπλώσεις.» Της πήρε το λούτρινο από τα χέρια και το ακούμπησε ευλαβικά πάνω στο μαξιλάρι. Λίγο καιρό πριν θα το είχε πετάξει χάμω θυμωμένος. Μα τώρα είχε μάθει πια και την άφηνε να πενθεί όσο και όπως ήθελε το χαμένο τους παιδί.

«Έπρεπε να ζητήσω να μου τον εφέρουν να τον εδω, να τον αγκαλιάσω, να τον αποχαιρετήσω» Του το έλεγε τρία χρόνια τώρα ανάμεσα στα κλάματά της. Κι αν ήθελε να το ξεχάσει ερχόταν ο ίδιος εφιάλτης κάθε βράδυ να της θυμίζει το «αμάρτημά» της, το παράπονό της… Κι αυτός την άκουγε χωρίς να μιλάει. Τι να της έλεγε άλλωστε; Αναβαστώντας τη στα χέρια του την οδήγησε πίσω στο κρεβάτι. Την σκέπασε με την κουβέρτα κι ύστερα ξάπλωσε κι αυτός δίπλα της και την πήρε αγκαλιά. 

«Μαρίνα, Μαρίνα ξύπνα!» ακούει το Στρατή. Πετάγεται πάνω και τρέχει στο διπλανό δωμάτιο. Δεν κοντοστέκεται πια έξω απ’ την πόρτα. Την ανοίγει, πλησιάζει και σκύβει πάνω απ’ την κούνια. Μωρουδιακό άρωμα και πούδρα την αγκαλιάζουν. Στο μαξιλάρι δεν ακουμπά πια το λούτρινο κουνελάκι, αλλά ολάκερος ο κόσμος της. Την παίρνει αγκαλιά, καθίζει στην πολυθρόνα και τη βάζει στο στήθος. Το μικρό χεράκι αγκαλιάζει το δείκτη της κι η καρδιά της κοντεύει να σπάσει από ευτυχία. Αρχίζει να λικνίζεται μπρος-πίσω και να σιγοτραγουδά το νανούρισμα…

Eλα ύπνε και κάθισε στην κούνια του παιδιού μας
και κούρνιασε στα βλέφαρα της κόρης του σπιτιού μας.
Kαλόμοιρη, καλότυχη και μοσχαναθρεμμένη.
Kοιμήσου και η μοίρα σου χρυσά προικιά σου υφαίνει.
Kοιμήσου άστρο λαμπερό κοιμήσου αυγή δροσάτη
κοιμήσου φεγγαροβραδιά με όνειρα γεμάτη.…

mikio

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook