Δεν υπάρχει νησιώτης πιστεύω, που να μην έχει δουλέψει σεζόν σε κάποιο τουριστικό προορισμό κι έτσι έτυχε και σε μένα το καλοκαίρι του ‘09 να με βρει σε ένα μπιτσόμπαρο στα νότια του νησιού.

Είχα την ευτυχία, ας πούμε, να δουλεύω τη πρωινή βάρδια. Δηλαδή να ανοίγω και να στήνω το μαγαζί για το βράδυ κάνοντας και τον εκάστοτε καφέ, καθώς η ώρα που δούλευα τη πλειονότητα των πελατών αλλά και των ντόπιων τους έβρισκε σε μεθυσμένο λήθαργο που συνήθως διαρκούσε μέχρι το απόγευμα.
Όπως είπα δεν με χαλούσε. Ξυπνούσα το πρωί κύριος κι έκανα το μπανάκι μου στη θάλασσα και μετά πήγαινα χαλαρός για δουλειά η οποία μπορεί να ‘ταν ένα δεκάωρο, αλλά δεν την έλεγες δύσκολη αν και σίγουρα καταντούσε βαρετή από ένα σημείο και μετά. Τη βαρεμάρα αυτή την έσπαγα τα βράδια όπου γυρνούσα και μπεκρόπινα στα μπαράκια αλλά κυρίως έμενα σε αυτό που δούλευα μιας και έπινα τσάμπα εκεί. (ΣΣΣΣ! Μην το πει κανείς στο αφεντικό!)Που και που βρισκόταν και καμιά τουρίστρια να μου κάνει συντροφιά.

Έτσι ένα βράδυ λοιπόν κι ενώ άραζα στο μπάρ με το ουισκάκι μου σκάει μια παρέα τεσσάρων, καινούριων στο χωριό, κοριτσιών και μένουμε όλοι μαλάκες. Ξεχωρίζω μια απίστευτη γυναίκα αδύνατη μελαχρινή, με μακριά ίσια μαλλιά, ψηλά ζυγωματικά και καταπράσινα μάτια. Φορούσε ένα μακρύ, στενό μαύρο φόρεμα και η καρδιά μου σκίρτησε στο πως αγκάλιαζε το κορμί της. Ευθύς αμέσως πήγα στο μέρος της, τη πήρα από το χέρι και την έβαλα να κάτσει δίπλα μου στο μπαρ. Έγνεψα στο συνάδερφο μου και μας έβαλε δυο ποτά χαμογελώντας και κλείνοντας μου το μάτι σαν χαζό. Η κοπελιά δεν μιλούσε γρι Αγγλικά κι έτσι καταφύγαμε για να συνεννοηθούμε σε ένα παράδοξο συνδυασμό όποιας γλωσσάς ξέραμε κάνα δυο λέξεις, γλώσσας του σώματος και άφθονου αλκοόλ. Τα μόνα που κατάλαβα (ή που θυμάμαι έστω) ήταν πως τη λέγαν Ολίβια και ήταν είκοσι ετών από τη Σερβία. Α, και ότι είχε έρθει διακοπές με τις αδερφές της.

Δεν θυμάμαι καν πόσο ήπιαμε και πως κύλησε η βραδιά, το ξύπνημα πάντως με βρήκε με το στόμα ξερό, ένα στομάχι σβούρα και το κεφάλι να χτυπάει σαν τα τύμπανα του Καζαντ-Ντουμ. Κατάφερα μετά βίας να ανοίξω τα μάτια μου και να σου μπροστά μου ένας μαύρος φουντωτός θάμνος. «ΩΝΑΣΟΥΓΑΜΗΣΩ ΑΝΤΡΑ ΦΟΡΤΩΣΑ» πετάχτηκα επάνω ενώ τον κλοτσούσα στα πλευρά ρίχνοντας τον κάτω από το κρεβάτι με το κεφάλι πρώτα. Ακούω το χαρακτηριστικό ΝΤΟΥΝΓΚ και να σου πετάγεται όρθια και ολόγυμνη η Ολίβια φωνάζοντας και προφανώς βρίζοντας στη γλώσσα της. ‘Ντάξει ήταν γυναίκα, γυναικάρα μάλιστα, αλλά διάβολε αυτή η τρίχα. Τόση τρίχα… Γιατί;

Ενώ τα συλλογιζόμουν όλα αυτά ακόμα ζαλισμένος παρά το απότομο ξύπνημα εκείνη μάζεψε τα ρούχα της όπως όπως και βγήκε από το δωμάτιο μου φωνάζοντας έξαλλη χτυπώντας τη πόρτα. Ω, ρε πούστη σκατά τα έκανα και ετοιμάστηκα να πάω να ανοίξω το μαγαζί. Στο δρόμο πέρασα κάτι γλάστρες μαγαζιών κι αφού πρώτα βεβαιώθηκα πως δεν κοιτάει κανείς μάζεψα ένα ωραίο μπουκέτο άνθη. Σκέφτηκα πως ίσως μου φαινόταν χρήσιμα αργότερα κι έτσι τα έβαλα στο ψυγείο με τις μπύρες. Έκανα ένα καφέ κι άνοιξα το μαγαζί διερωτώμενος που σκατά είχα μπλέξει.

Γύρω στις εννιά το βράδυ πάνω που είχε έρθει η αλλαγή μου κι ετοιμαζόμουν να φύγω βλέπω την Ολίβια έξω από το μαγαζί. Ήταν πανέμορφη η άτιμη αλλά δεν μπορούσα να βγάλω αυτή τη τρίχα από το μυαλό μου. Το βλέμμα μας συναντήθηκε και τη χαιρέτισα δειλά με ένα χαζό χαμόγελο. Εκείνη γύρισε στα αριστερά της κάτι είπε στη γλώσσα της και με έδειξε με το δάκτυλο. Πισωπάτησα αμέσως και μπήκα πίσω από το μπαρ ενώ ένας κτηνώδης Σέρβος ανέβαινε με περίσσια τσαντίλα τα σκαλάκια του μαγαζιού κάνοντας τα να τρίζουν. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο πάνω μου ενώ το ηλιοβασίλεμα αντανακλούσε στο τεράστιο ξυρισμένο του κεφάλι. Το μπλουζάκι του ίσα ίσα χωρούσε αυτό που υπολόγιζα ως περίπου εκατό σαράντα κιλά σλαβικών μυών και τα θολά πράσινα μάτια του ήταν ανέκφραστα, κλειδωμένα στα δικά μου και βέβαια όπως ο θάνατος. Προτού καν σκεφτώ να λιποθυμήσω (έστω στα ψέματα) ακολούθησαν άλλοι δύο αναλόγων διαστάσεων και χαρακτηριστικών τύποι. Τον ήπιαμε σκέφτηκα ενώ με αντανακλαστικά νίντζα κάρφωσα μια λευκή χαρτοπετσέτα σε ένα καλαμάκι σαν σημαία ανακωχής και έπιασα ένα μπουκάλι βότκα(Βότκα δεν πίνουν οι Σέρβοι; ΘΕΕ ΜΟΥ ΑΣ ΠΙΝΟΥΝ ΒΟΤΚΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ) στήνοντας το στο μπαρ μπροστά του. Εκείνος σταμάτησε για λίγο απορημένος ενώ εγώ επιστράτευσα όλη τη μαλαγανιά και τη ρητορική μου δεινότητα προσπαθώντας να απολογηθώ για τα χθεσινοβραδινά. Πάλι καλά ο Γιούρι μιλούσε Αγγλικά και γέλασε με το πάθημα μου, εξηγώντας ότι είναι η μόνη τους αδερφή (Α,ρε Ολίβια να μην μιλούσες κι εσύ αγγλικά;) και είναι πολύ προστατευτικοί μαζί της. Επίσης ότι στη χώρα τους δεν συνηθίζεται οι γυναίκες να ξυρίζονται παντού.

Αφού λοιπόν εξήγησα κι απολογήθηκα 1000 φορές φώναξε και την αδερφή του στη παρέα κι εγώ επί τόπου της έδωσα τα λουλούδια. Εκείνη κοκκίνισε ελαφρώς και μου σκάσε ένα χαμόγελο ενώ καθόταν στο μπαρ κάνοντας μου νόημα να βάλω κι εκείνης ένα ποτό.

Τρίχα η όχι περάσαμε και την επόμενη βραδιά παρέα!