Το σπίτι είναι ήσυχο και μισοσκότεινο. Τα αντικείμενα και ο χώρος του σαλονιού γενικά είναι ακαθόριστα. Στην κρεβατοκάμαρα που κάποτε μοιράζονταν οι γονείς του δεκαεννιάχρονου Στέλιου, τα τοπία στους πίνακες ζωγραφικής μοιάζουν ειδυλλιακά για κάθε εποχή του χρόνου. Το μπάνιο διακρίνεται ελάχιστα από το χαμηλωμένο φως της κουζίνας. Το ρολόι πάνω από το ψυγείο δείχνει 3 πμ.

Στο δωμάτιο του Στέλιου, ο υπολογιστής είναι σβηστός και τα βιβλία τακτοποιημένα στα ράφια της βιβλιοθήκης. Κοιμάται γυμνός με την κοπέλα που βρήκε στο μπαρ στο κέντρο της πόλης, ενώ τα ρούχα τους είναι πεταμένα στο πάτωμα.

Η ζωή του από τότε που πέθανε και η μητέρα του, πριν τρία χρόνια, έχει αλλάξει πολύ. Έχασε το ενδιαφέρον του για το σχολείο και το πανεπιστήμιο. Οι βαθμοί του έπεσαν. Οι παρέες που έκανε μέχρι και το τέλος της Γ’ λυκείου αποτελούνταν από παιδιά που έκαναν χρήση ναρκωτικών και κουβαλούσαν σουγιάδες. Οι θείοι του δεν πολυ-νοιάζονταν, συνήθως τον άφηναν ξέμπαρκο, του παρείχαν μόνο φαγητό, νερό και στέγη -και κάτι λίγα χρήματα, για το θεαθήναι. Στο στρατό πέρασε τους καλύτερούς του μήνες. Βρήκε κι εκεί άτομα σαν τις παλιές του παρέες. Πέρασαν γαμάτα, αν και οι «καμπάνες» από τους ανωτέρους (για απείθεια, για τσιγαριλίκια που έκαναν κ.ά.) έπεφταν η μία μετά την άλλη.

Όταν επέστρεψε, έπιασε δουλειά σε συνεργείο αυτοκινήτων. Πρωί έως και απόγευμα, εργασία. Μετά μπάνιο και φευγιό. Ξενύχτια. Ποτά. Χορό με γυναίκες που ευχαρίστως θα έκαναν σεξ μαζί του, ενώ μόλις τον έχουν γνωρίσει.

Αν ζούσε, η μητέρα μου θα ήταν απογοητευμένη, σκέφτεται. Τη θυμάται συχνά. Μερικές φορές, κλαίει. Ειδικά τα βράδια που δεν έχει παρέα και οι σκέψεις τον ζώνουν. Εκείνες τις στιγμές, θυμάται τις εικόνες όμορφων πόλεων που εκείνη είχε φέρει στο σπίτι. Τα αυτοκόλλητα στο ψυγείο. Τους πίνακες ζωγραφικής. Την αγάπη με την οποία μιλούσε για αυτά, που τα είχε μαζέψει από διάφορα ταξίδια που είχαν κάνει με τον άντρα της και το γιο της. Ο Στέλιος, όταν τα βλέπει, στενοχωριέται. Τον κάνουν να μελαγχολεί. Πού και πού, βλέπει όνειρα με τη μητέρα του και τις συνομιλίες τους, και μοιάζουν όλα αληθινά, σαν να είναι σε μια εκδοχή του Παραδείσου μαζί της, ενός Παραδείσου αποτελούμενου από εκείνα τα μέρη όπου επισκέφτηκαν.

Τώρα δεν σκέφτεται, ούτε βλέπει όνειρο. Κοιμάται βαθιά. Το αλκοόλ ρέει ακόμα στον οργανισμό του, ενώ το σεξ με την κοπέλα τον έχει χαλαρώσει για τα καλά. Βασικά, δεν υπάρχει χώρος στο μυαλό του για άλλους. Βασικά. Γιατί ουσιαστικά στο θολό τοπίο που επικρατεί στον ύπνο του, στέκεται ένα αχνό πρόσωπο που δεν μπορεί να ξεχάσει.

Η κοπέλα δίπλα του σαλεύει. Έχει ξυπνήσει. Μορφάζει και αποτραβιέται από τον Στέλιο. Κοιτάζει το ρολόι στο χέρι της. Χασμουριέται και ανασηκώνεται. Τα πόδια της πατάνε στο κρύο πάτωμα. Το σπίτι είναι ζεστό, αλλά όχι καλοκαιρινά αέρινο. Είναι λίγο παλιομοδίτικο για τα γούστα της. Αποπνέει μια αίσθηση ότι η εικόνα της τηλεόρασης θα είναι μετά βίας ασπρόμαυρη. Ότι ο υπολογιστής δεν πρέπει να υπάρχει, γιατί δεν έχει εφευρεθεί. Ότι στη γειτονιά θα ακούγονται φωνές παιδιών που παίζουν ποδόσφαιρο και όχι με videogames.

Η Αμαλία χαμογελάει. Έχει ξαναβρεθεί σε τέτοια μέρη. Έχει μεγαλώσει σε ένα από αυτά. Δεν της αρέσουν, αλλά πρέπει να τα υποστεί –και αυτά, εκτός από το σεξ με τύπους που δε γουστάρει, όπως είναι ο Στέλιος, για παράδειγμα.

Αρχίζει να περπατάει. Βγαίνει από το δωμάτιο. Πάει στην κουζίνα. Βρίσκει την τσάντα της. Παραμερίζει το πορτοφόλι και τα καλλυντικά, και βγάζει τα σύνεργά της: καρφίτσα, βότανα, μαριονέτα.
Κάντο να φανεί σαν κάτι φυσιολογικό.

Αυτή είναι η επιθυμία των θείων του Στέλιου. Δεν έχουν αποκαλύψει στην Αμαλία τους πραγματικούς τους σκοπούς, αλλά εκείνη τους έχει μάθει μέσα από τα ξόρκια της. Θέλουν το σπίτι και την μικρή περιουσία που του έχουν η αφήσει η μητέρα του και ο πατέρας του. Αλλά δεν θέλουν μπλεξίματα και υποψίες της αστυνομίας. Οι ίδιοι δεν ξέρουν από αυτά, οπότε ζήτησαν βοήθεια. Γνωστός τους τους σύστησε την Αμαλία. Εγγύηση, είπε.

Η Αμαλία ακούει ένα θόρυβο και γυρνάει απότομα. Νιώθει πρώτα την παγωνιά και μετά βλέπει το ψυγείο του οποίου η πόρτα έχει ανοίξει. Μυρίζει τα λιγοστά τρόφιμα. Αηδιάζει και κλείνει την πόρτα.

Επιστρέφει στο δωμάτιο, χωρίς να παρατηρήσει ότι τα χρώματα στα αυτοκόλλητα των πόλεων έχουν χαθεί και κυριαρχεί πλέον μόνο ένα μουντό γκρι. Αφήνει στο γραφείο τα σύνεργα και πάει και στέκεται πάνω από τον Στέλιο. Τον κουνάει και του ψιθυρίζει. Αυτός αντιδρά, λέγοντας, «Νυστάζω, μαμά». Η Αμαλία θέλει να γελάσει, αλλά δεν το κάνει. Του τραβάει μια τρίχα από τα μαλλιά και την κόβει. Ο Στέλιος λέει ξανά κάτι «στη μητέρα του».

Η κοπέλα επιστρέφει στο γραφείο. Βάζει την τρίχα στο στήθος της μικρής μαριονέτας. Γεμίζει το στόμα της με τα βότανα και μορφάζει από την ξινή γεύση τους. Πιάνει την καρφίτσα. Αρχίζει να ψέλνει χαμηλόφωνα, όπως της έμαθε μια φορά και έναν καιρό η μητριά της στο χωριό.

Ξαφνικά, βγάζει ένα αγκομαχητό και μερικά φύλλα πέφτουν από το στόμα της. Η οθόνη του υπολογιστή έχει ενεργοποιηθεί. Είναι κατά βάση σκοτεινή, δε δείχνει την επιφάνεια εργασίας, ωστόσο φωτίζεται, σαν πανί θεάτρου σκιών. Η Αμαλία χαμογελάει. Συμβαίνουν κι αυτά, σκέφτεται.

Βρίσκει τα φύλλα και τα βάζει στο στόμα της. Μασουλάει δυνατά. Στρέφεται ξανά προς τη μαριονέτα. Ακουμπάει τη μυτερή άκρη της καρφίτσας στο στήθος της μαριονέτας. Στο ύψος «της καρδιάς». Ανακοπή. Αυτό θα είναι το πόρισμα του γιατρού, σκέφτεται.

Ένα βιβλίο πέφτει μπροστά της και την κάνει να ξεφωνίσει. Χαμογελάει ξανά. Κάποια πνεύματα είναι πολύ μεγάλα πειραχτήρια, σκέφτεται.
Ψέλνει. Και πιέζει.
Ο Στέλιος βογκάει και φωνάζει. «Μαμά, ο Νίκος με χτυπάει!»
Η Αμαλία προσπαθεί να συγκεντρωθεί και να μη γελάσει.
Δεν προσέχει το εκνευρισμένο πρόσωπο που καθρεφτίζεται στην οθόνη.
Σφίγγει τα δάχτυλα γύρω από την καρφίτσα.
Ο Στέλιος έτοιμος να κλάψει. Τρίβει το στήθος του, η καρδιά του χτυπάει ακανόνιστα.
Τα φώτα αναβοσβήνουν.
Η Αμαλία δίνει ώθηση στο χέρι της.

Αλλά κάτι την αρπάζει από τα μαλλιά και η Αμαλία βρίσκεται στον αέρα και πέφτει στον απέναντι τοίχο. Βογκάει, νιώθοντας τα κόκαλά της να τρίζουν.

Βλέπει κάτι να την πλησιάζει. Μια άυλη σκιά. Κοιτάζει τη φωτογραφία στον άλλο τοίχο. Διακρίνει τα χαρακτηριστικά του πνεύματος. Μορφάζει από φόβο. Δεν είναι το πνεύμα που έχει καλέσει.

Είναι μια μεγάλη σε ηλικία γυναίκα, το πρόσωπο της οποίας υπάρχει και στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του Στέλιου, σε μια φωτογραφία που μέχρι πριν λίγες ώρες είχε χρώματα, αλλά πλέον είναι ένα γκρι προσωπείο.

Η μητέρα του Στέλιου έχει έρθει ξανά, για να σώσει το γιο της από μια ακόμα άμεση απειλή. Έχει βγει από τη φωτογραφία της. Είναι εδώ. Ξανά. Γιατί αυτή δεν είναι η πρώτη φορά όπου οι θείοι του Στέλιου προσπαθούν να τον ξεφορτωθούν.

Αλλά, αποφασίζει η μητέρα, ενώ πιάνει την Αμαλία και την τραβάει προς το υπόγειο του σπιτιού, θα είναι η τελευταία φορά.

Όταν ξυπνάει ο Στέλιος το πρωί, δε βρίσκει την Αμαλία και τα πράγματά της. Ανοίγει το ψυγείο, αφού παρατηρήσει λίγο τα αυτοκόλλητα. Μελαγχολεί. Τρίβει το στήθος του, ασυναίσθητα. Η καρδιά του έχει ηρεμήσει.

Το τηλέφωνο χτυπάει δύο ώρες αργότερα.

Είναι ο θείος του. Η θεία του ακούγεται κάπου αλλού στο χώρο.
Ακούγονται παραξενεμένοι.
Μιλάει μαζί τους.
Κάποια στιγμή, ο θείος ρωτάει τη θεία τι έπαθε η φωτογραφία της αδερφής του, της μητέρας του Στέλιου, που έχουν στον τοίχο του σαλονιού τους. «Έχει γίνει γκρι», λέει.

Μετά ακούγονται τα ουρλιαχτά των θείων του Στέλιου.