Ξέρεις πως είναι.
Πες μου πως ξέρεις. Μη μου λες “όχι”.

Γιατί αν δεν το ένιωσες ποτέ, ίσως θα ‘ταν καλύτερα να σταματήσεις την ανάγνωση. Τώρα. Εδώ, στην πρώτη κιόλας γραμμή.

Και πάλι φίλοι θά’ μαστε. Εσύ ένας μικρός κι αλάνθαστος Θεός, εγώ ένας ασήμαντος κι ευάλωτος θνητός.

Βλέπεις, αν δεν αφέθηκες ποτέ σε πόθο τότε δεν έζησες και δε θα καταλάβεις, πόσο μάλλον να αποδεχτείς, να συγχωρέσεις.
Αλλά και πάλι, ακόμη κι αν ερχόταν αβίαστη, τι αξία άραγε θα’ χε αυτή σου η συγχώρεση, για μένα ή για εκείνη;

Όταν εμείς, εμείς οι ίδιοι, που πρωταγωνιστήσαμε σ’ αυτό το ώ τόσο κοινότοπο κι υπέροχο δράμα, το σκυλομετανιώσαμε και θα γυρίζαμε πίσω τον χρόνο, σκαλίζοντας ώσπου να λιώσουν τα νύχια μας, τα δάχτυλά μας αν ωφελούσε, στην αφετηρία και θα τ’ αλλάζαμε όλα.

Αλήθεια.
Αν μπορούσαμε.
Θα τ’ αλλάζαμε(;)

Αυτό, το κάτι που “δεν γίνεται-δεν πρέπει να συμβεί” ενώ τίποτε δεν ήταν βεβαιότερο πως αργά ή γρήγορα επρόκειτο να γίνει και το γνωρίζατε και οι δύο, το γνωρίζατε απ’ την πρώτη στιγμή που τα μπλε μάτια της συνάντησαν τα δικά σου και είδες μέσα τους ένα πόθο που καμιά βέρα, καμιά σχέση δεν θα μπορούσε να δαμάσει.

Τι κι αν κάνατε τα πάντα για να τ’ αποφύγετε, να το σταματήσετε “όσο ήταν νωρίς” αφού εκεί, στο πρώτο “νωρίς” ήταν ήδη πολύ αργά.

Αλλά, ας είμαστε δίκαιοι, έτσι για την ακρίβεια της ιστορίας. Κάνατε και οι δυο σας φιλότιμες προσπάθειες να το αποτρέψετε, να το αναβάλετε έστω, μέχρι να λησμονηθεί ή να περάσει, να μειωθεί σε κάτι διαχειρίσιμο, αυτό το καλογυαλισμένο κατακόκκινο μήλο που εκλιπαρεί να δαγκωθεί κι ας ξέρεις πως δεν σου ανήκει ακόμη κι αν σου δίνεται, ακόμη κι αν γνωρίζεις πως έτσι θα χάσεις τον Παράδεισο.

Κι αν μια δαγκωματιά του αξίζει όσο ο Παράδεισος;

Και όλοι οι υπόλοιποι, πόσο τυφλοί, θεέ μου, πόσο τυφλοί αλήθεια, που δεν το βλέπαν όλο αυτό, τόσο έντονο, τόσο απτό που θα μπορούσαν να το τεμαχίσουν με μαχαίρι και σας αφήναν, άβολα μόνους, σαν δυο παιδιά με σπίρτα και βενζίνη κι έναν διάολο που τα παρακινεί “Παντρέψτε τα”, όσο εκείνοι ανοίγουν χριστουγεννιάτικα δώρα και καλούν χαρούμενα τα ονόματα σας ή παίζουν αμέριμνα κροκέ στον μεγάλο κήπο ή πηγαίνουν για ψώνια και σας αφήνουν πίσω, σε αυτό το τεράστιο σπίτι, μ’ ένα πανέμορφο κουτί της Πανδώρας που ουρλιάζει να ανοιχτεί κάθε φορά που είστε μόνοι κι ας ξέρετε πως μέσα του κρύβονται όλες οι συμφορές του κόσμου.

Δε θα σου πω για την πρώτη φορά που δοθήκαμε ο ένας στον άλλο μετά από επτά ολόκληρα χρόνια άρνησης. Δεν θα σου πω γι’ αυτό, όχι. Θα μπορούσα να σου τα περιγράψω βέβαια, έχω τις λέξεις και τις αναλογίες που θα σε κάνουν να νομίζεις πως είσαι εκεί, παρών, ένας κρυμμένος ηδονοβλεψίας πίσω απ’ την μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας, αυτόπτης κι αυτήκοος μάρτυρας μιας πυρηνικής σχάσης στο πλήρωμα του χρόνου, την στιγμή που οι αντοχές παραδόθηκαν, η λογική εγκατέλειψε τα κορμιά μας και με πλησιάζει, έρχεται και μ’ αγκαλιάζει, κλαίει και γελά ενώ παίρνει το πρόσωπο μου σφιχτά μέσα στα δύο της ζεστά χέρια και με φιλά, όπως δεν φίλησε ποτέ της – όπως δεν φιλήθηκα ποτέ μου κι αναπνέουμε από την ίδια Μια Ανάσα με την οποία δώσαν οι Θεοί ψυχή στο άψυχο.

Θα σου πω όμως για το τίμημα.
Γιατί, κουτέ θνητέ, το ήξερες πως οι Θεοί δεν στην χαρίζουν, έτσι απλά αυτή την Μια Ανάσα, στην δανείζουν κι έπειτα, σαν στυγνοί τοκογλύφοι έρχονται να πληρωθούν τα δανεικά τους και ζητούν 21 γραμμάρια πανωτόκια. Ήταν ένα αδιάφορο και κρύο, γκρίζο μεσημέρι του Μάρτη που χτυπήσαν μανιασμένα την πόρτα μου και την απαίτησαν πίσω.

Κι από τότε θα κουβαλώ για πάντα μέσα μου, σαν ένα ενοχλητικό βαρίδι, σαν το μολύβι από κάποια σφαίρα που δεν αφαιρέθηκε ποτέ εκείνη την μέρα.

Με πήρε τηλέφωνο πανικόβλητη, “πρέπει να έρθεις”, “φοβάμαι”, “είναι εκτός εαυτού”. Οδήγησα εκεί, στο πανέμορφο σπίτι τους στην καρδιά της Αγγλικής εξοχής, όσο το γρηγορότερο μπορούσα.

– Ξέρει για εμάς;
– Δεν του είπα αλλά με ρώτησε αν είσαι εσύ.

Δεν του είπε. Αλλά κατάλαβε(;)

Ο άντρας της, σαν αδερφός μου, έτρεξε απαρηγόρητος στους στάβλους, πήρε μια τριχιά και χάθηκε στο δάσος.
Τον έψαχνα για μισή ώρα. Καλούσα μάταια τ’ όνομα του.

Τον είδα μετά από μια στροφή στο λασπωμένο μικρό μονοπάτι.
Ήταν σε ένα σπασμένο δέντρο που έγερνε κι ακουμπούσε πάνω σ’ένα άλλο, ίδιο μ’ αυτό μα ζωντανό. Δίπλα του ένα μικρό άχαρο ρυάκι νερού έψαχνε τον δρόμο του προς την άσχημη θάλασσα της Μάγχης.

Έχεις δει ποτέ σου βαρύτερο εκκρεμές από έναν κρεμασμένο πατέρα δύο ανήλικων παιδιών; Όταν τον βρήκα να αιωρείται, ήταν ακόμη ζεστός αλλά σαφώς νεκρός.
Δεν μπορούσε να γίνει τίποτε. Απείχε μόλις 20 εκατοστά από το έδαφος. Είκοσι εκατοστά κι έτη φωτός από τον κόσμο των ζωντανών. Τον αγαπούσα, τον αγαπούσα γαμώτο.
Τον κατέβασα με δυσκολία…

Τα μπλε και κόκκινα φώτα μοιάζουν τόσο ξένα, τόσο παράταιρα μέσα στο δάσος και τα γυμνά κλαδιά του γέμισαν από αυτά μέσα σε λίγα λεπτά μετά το τηλεφώνημα μου.

Μου είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτό. Ένας θείος του είχε κάνει το ίδιο όταν ήταν μικρός και το είχε ψάξει τότε. Μου είχε πει. Παίρνει 10 δευτερόλεπτα μέχρι να χάσεις τις αισθήσεις σου από έλλειψη οξυγόνου. Του είχα πει κι εγώ τότε, Απορώ τι σκέφτεται κανείς αυτά τα δέκα δευτερόλεπτα.

Ακόμη απορώ.

Συγγνώμη φίλε.

Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό πως το τίμημα εκείνης της ανάσας μου θα ήταν η τελευταία σου.