Μια ιστορία της Λίνας

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 1981,

Κουράστηκα. Κουράστηκα κι όχι, δε φταίει το παιδί. Δεν μπορώ πια ούτε και να χαμογελάσω. Δεν με χαροποιεί τίποτα κι ας κάνω όσα πάντοτε μου έφτιαχναν τη διάθεση. Κι ας έχω τον αγαπημένο μου να δουλεύει και να ξενυχτάει στο πλευρό μου, να σηκώνεται για να ταΐσει την μπέμπα μας, για να με ξεκουράσει λίγο. Κουράστηκα μ’ αυτόν τον μπαγιάτικο κόσμο που έχει πιάσει να σαπίζει. Με κούρασαν οι άνθρωποι και νομίζω πως πια δεν έχω άλλη αντοχή.

Απόντες όλοι στα δύσκολα και σφετεριστές της δικής μας χαράς στα όμορφα, αυτοί είναι, δεν θ’ αλλάξουν ποτέ κι αν αλλάξουν, μάσκες θα φοράνε, για να μας κοροϊδέψουν, για να μας κάνουν να ελπίσουμε, για να πιστέψουμε ότι έμαθαν, για να γκρεμίσουν πάλι την εμπιστοσύνη μας. Σταμάτησα να εμπιστεύομαι τον κόσμο γιατί δεν του αξίζει πια.

Πιάσαμε πάλι χθες την κουβέντα για τ’ όνομα της μπέμπας. Δεν θέλει να την βαφτίσουμε ο Λάμπρος. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι σ’ αυτόν τον κόσμο που ζει, η κόρη μας θα στιγματιστεί γιατί διαφέρει. Το καταλαβαίνει, μα παλεύει με τον δικό του τρόπο για να το αλλάξει. Του έλεγα να την βαφτίσουμε στο όνομα της γιαγιάς του, που στην ουσία, τον μεγάλωσε μέχρι μια ηλικία. «Βιργινία; Όμορφο πολύ είναι και θα της ταιριάζει, μα την κόρη μου δεν την βαφτίζω ακόμη κι αν κατέβει εδώ κάτω ο Θεός να μου τα ψάλλει» μου απάντησε.

Του τ’ αναγνωρίζω, του πιτσιρικά μου, ότι δεν φοβάται κανέναν και τίποτα. Λογικός μέχρι τα πέρατα της γης, πράος, άνθρωπος διαλλακτικός που βάζει όρια μόνο όταν πρέπει. Ήθελα να του μιλήσω χθες, μα, ο καημένος, ήταν τόσο κουρασμένος από τη δουλειά, που πήρα το παιδί και πήγα και κοιμήθηκα στον καναπέ, για να μην τον ξυπνήσει μέσα στ’ άγριο χάραμα, το κλάμα της.

Δεν αντέχω πια τον κόσμο, ίσως επειδή δεν αντέχω τον εαυτό μου. Χθες περπατούσαμε στην πόλη με την Γιάννα, σπρώχνοντας τα καρότσια μέσα στη βουή και τα καυσαέρια του κέντρου. Είχε τον μπέμπη της στο καρότσι και την μεγάλη της κόρη λίγο πιο δίπλα. Έμπηξε τα κλάματα κάποια στιγμή ο μικρός. Θύμωσε η Γιάννα. Φάνηκε στο πρόσωπό της. «Ίδιος ο πατέρας σου» του φώναξε, σχεδόν φτύνοντας το παιδί, προσπαθώντας να το καλμάρει.

«Φτάνει μαμά!» ακούστηκε η φωνή της κόρης της. Βούλιαξε η ψυχή μου. Μου θύμισε τα δικά μου χρόνια. Πολλές φορές προσπάθησα να της μιλήσω, μα δεν θέλει να καταλάβει πού είναι το λάθος της. Δεν γουστάρουν οι άνθρωποι να τους δείχνεις τα λάθη τους. Προσπαθούν, πάντα, να τα φορτώσουν κάπου αλλού. Η Γιάννα, τα λάθη της, τα φορτώνει στον μικρό της γιό. Σ’ εκείνο το πλασματάκι που με το στανιό του ‘δωσε τ’ όνομα του πατέρα του, ενός πατέρα απόντα, ενός ανθρώπου που έπαιξε μαζί της κι ύστερα την παράτησε.

Μου ‘χε πει ότι έκανε και δεύτερο παιδί, για να μην την αφήσει ο άντρας της, για να μην μπαρκάρει στα καράβια, για να τον έχει από κοντά. Ψέματα. Διάφανοι είν’ οι άνθρωποι και βλέπουμε μέσα τους, όχι γιατί μας αφήνουν, μα οι δικαιολογίες που μας φτύνουν, είναι τόσο φτηνές, όσο εκείνα τα φτηνά, ψεύτικα λουλούδια, που μού φέρανε στη γέννα. Υπάνθρωποι, ούτε καν ζώα. Τα ζώα έχουν συναισθήματα. Οι άνθρωποι έχουν μόνο εγωισμό.

Δεν μπορώ πια να χαμογελάσω, και πώς να μπορώ, που μου τελείωσε η ανοχή. Αν δεν είχα και τον Λάμπρο, θα ‘χα φύγει προ πολλού, μα, πόσο ν’ αντέξει κι αυτός, ο έρμος, η δόλια η ψυχή, που του ‘κλεισαν όλες τις πόρτες κατάμουτρα και τον άφησαν να παλέψει μόνος του με τα θεριά; Την είχα πάρει από καιρό την απόφαση, την ανέβαλλα γιατί αναθάρρευα, γιατί πίστευα ότι το παρελθόν τελείωσε, γιατί δεν ερχόταν κανένας να με στοιχειώσει. Κανένας άνθρωπος, καμία θύμηση. Μόνο που ‘ρθε χθες τ’ απόγευμα, για να μου θυμίσει όσα έγιναν τότε. Πάνω που ξέχασα. Πάνω που αδιαφόρησα. Πάνω που άρχισα να συγχωρώ. Πάνω που έλεγα να κάνω το επόμενο βήμα.

Θα τ’ αφήσω όλα και θα φύγω. Κουράστηκα. Ας βγάλουν άκρη αυτοί που πρέπει. Δεν με θλίβει για την κόρη μου, καλύτερα να μεγαλώσει χωρίς εμένα, παρά με μια μισότρελη που την στοιχειώνει το παρελθόν της και δεν βρίσκει ούτε μια διέξοδο απ’ την κόλαση που έζησε και συνεχίζει, μέσα της, να ζει. Μόνο για τον Λάμπρο θλίβομαι, για ‘κεινο το παράξενο παιδί που πάντοτε ήταν μόνο του. Για τον αγαπημένο μου, που ‘μαθε, πέφτοντας, να πατάει τόσο σταθερά στα πόδια του, που δεν πρόκειται να τον ρίξει τίποτα κάτω. Φοβάμαι μην τον πάρω κι αυτόν στο λαιμό μου. Φοβάμαι μην αντιδράσει άσχημα στα όσα έχω να πω. Φοβάμαι μην καταστρέψει τη ζωή του, για να πάρει το δικό μου αίμα πίσω. Φοβάμαι τους ήσυχους ανθρώπους, γιατί ξέρω από τι υλικά είναι φτιαγμένοι και πώς σφυρηλάτησαν εαυτούς, για ν’ αντέξουν το μίασμα που λέμε κοινωνία.

Καλύτερα τώρα που ‘ναι ακόμη νωρίς. Καλύτερα ν’ αφήσω την πίκρα μου σ’ αυτά τα τετράδια, παρακαταθήκη για την κόρη μου, για να μάθει την σκληρή πλευρά της ζωής, πριν χρειαστεί να την αντιμετωπίσει. Καλύτερα να ξεμπερδεύω απ’ αυτό το βάσανο, πριν να είναι αργά για όλους.

Αγαπημένε μου Λάμπρο, ελπίζω αυτά να είναι τα τελευταία μου λόγια. Δεν φταις εσύ, δεν φταίει το παιδί, δεν φταίω εγώ. Φταίνε όσοι δεν έκαναν τίποτα για ν’ αποτρέψουν καταστάσεις ή για να περιορίσουν τη ζημιά όταν είχε ήδη γίνει. Θέλω να ‘σαι αυτός που είσαι και να μην αλλάξεις ποτέ. Εκείνος ο φευγάτος τύπος, που ακόμη και με βροχή, ακόμη και με χαλάζι, ακόμη και με τσουχτερό κρύο, έπαιρνε την κιθάρα του, τριγύριζε στην πόλη και μίλαγε για τους μπαρέδες που του τσάκιζαν τα χέρια, χαμογελώντας. Εκείνος ο χαμένος που δεν κοιμόταν αν δεν χάραζε, γιατί δεν τού ‘φτανε η νύχτα για να δημιουργήσει. Εκείνος ο πατέρας, για την κόρη μας, ο πατέρας που ποτέ δεν είχαμε εμείς.

Να της τα δώσεις να τα διαβάσει στα δεκατέσσερα της. Να καταλάβει. Να με μισήσει για τους σωστούς λόγους κι όχι για ό,τι της πεις κι ό,τι της πουν.

Κουράστηκα και φεύγω.

***

Ένα δάκρυ έπεσε πάνω στην πυκνογραμμένη σελίδα του τετραδίου κι έκανε το μελάνι, που δεν είχε στεγνώσει ακόμη, ν’ απλώσει πάνω στο φύλλο. Κάποτε, αυτή η εικόνα, έκανε την Μελίνα να χαμογελάσει, ακόμη και στα χάλια της, ακόμη και στα μεγαλύτερα ζόρια. Κάποτε θα καθόταν να παρατηρήσει πώς το δάκρυ της άπλωνε το μελάνι στο λευκό χαρτί. Χαμογελώντας, καθώς εκείνη η εικόνα της πρόσφερε απίστευτη ανακούφιση. Εκείνο, όμως, το απόγευμα, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Είχε καιρό που ‘χε σταματήσει να χαμογελά. Την έπνιγε, μέρα και νύχτα, το μέσα της. Εκείνο το κομμάτι της, που σκάλιζε το παρελθόν, προσπαθώντας να βρει τους λόγους που υπέμεινε τα όσα διαδραματίστηκαν στη ζωή της.

Έκλεισε το τετράδιο κι έστρεψε το βλέμμα της προς την κόρη της, που κοιμόταν γαλήνια στην κούνια της. Ούτε εκείνο το γαλήνιο μουτράκι που πάντοτε χαμογελούσε ανεπαίσθητα στον ύπνο του· λες κι έβλεπε τα ομορφότερα όνειρα στον κόσμο· κατάφερνε να την χαροποιήσει πια. Είχε μαυρίσει η Μελίνα κι ο κόσμος, γύρω της, της φαινόταν μαύρος κι άραχνος. Κοίταξε έξω απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο. Συννέφιαζε. Γκρίζα σύννεφα μαζευόντουσαν πάνω απ’ την πόλη, συγκρούονταν το ένα με το άλλο κι οι ήχοι που έβγαζαν, προμήνυαν την βροχή που ερχόταν για να δείρει την πόλη. Αναστέναξε.

«Ηλιαχτίδα μου, σ’ αγαπάω. Θέλω να το θυμάσαι» ψιθύρισε η Μελίνα στην μικρή κι ύστερα βγήκε από το δωμάτιο. Φόρεσε τα παπούτσια της, άνοιξε την πόρτα, πέρασε το κατώφλι της και κοίταξε, για μια και μόνη στιγμή, το άδειο σαλόνι. Βούρκωσε στην ιδέα ότι δεν θα το ξαναέβλεπε ποτέ. Βιαστικά και αθόρυβα έκλεισε την πόρτα. Κατέβηκε στο ισόγειο με τις σκάλες. Βάρυνε, σαν μολύβι, η καρδιά της, όταν βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να περπατάει.

Πέρασε από μέρη που έζησε, που γέλασε και που έκλαψε. Απ’ το μέρος που πρωτοσυνάντησε τον Λάμπρο κι απ’ τα στενά που είχαν περπατήσει μαζί. Ήθελε, πριν φύγει, να κρατήσει μέσα της όλες τις ζεστές στιγμές, μ’ εκείνον τον παράξενο άνθρωπο. Σουρούπωνε κι η Μελίνα συνέχιζε να περπατά αμίλητη, μέσα στην εκκωφαντική βουή της πόλης. Μέχρι που ‘φτασε σ’ εκείνο το προάστιο, για να ηρεμήσει το κεφάλι της και να βρει τον καλύτερο και καταλληλότερο τρόπο για να φύγει.

Τα κίτρινα και μωβ λουλούδια στα παρτέρια, της θύμισαν τα χρόνια στο χωριό. Επιτάχυνε το βήμα της. Βγήκε σ’ ένα δρόμο, δίπλα απ’ τις γραμμές του τραίνου. Απ’ τη μία εκείνη η παλιά γειτονιά, με τα σπίτια που ‘χαν χτιστεί μετά την κατοχή κι απ’ την άλλη μπαχτσέδες και χωράφια και, πού και πού, έβλεπε κάποιο νεόκτιστο, να χάσκει παράταιρα μέσα σ’ ένα, κατά τ’ άλλα, βουκολικό τοπίο.

Ακολούθησε με τα μάτια της το τραίνο που αγκομαχούσε στον δρόμο του προς το σταθμό. Συνέχισε να περπατάει, μέχρι που έφτασε σ’ εκείνη την γέφυρα. Αγέρωχη φάνταζε πάνω απ’ τις γραμμές. «Εδώ» ψέλλισε, περνώντας τον δρόμο απέναντι. Δεν υπήρχε πεζοδρόμιο, ούτε φράχτης, μόνο ένα τσαλαπατημένο συρματόπλεγμα, που το πέρασε μ’ ευκολία. Η πρώτη της σκέψη ήταν να πέσει στις γραμμές και να περιμένει το επόμενο τραίνο, μα ήταν σίγουρη ότι κάποιος θα την έβλεπε και θα έτρεχε για να την αποτρέψει. Έπεσε σε μερικά γυαλιά η ματιά της. Έσπασε ένα κομμάτι γυαλί, πατώντας το. Το πήρε στην παλάμη της. Άρχισε να ματώνει. Κοίταξε τον πήχη της κι εκείνη την στιγμή, ήταν η πρώτη φορά που κατάφερε να χαμογελάσει μετά από πολύ καιρό.

***

Ο Λάμπρος καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και διάβαζε, καπνίζοντας, τα ημερολόγια της Μελίνας. Τα ‘χε ξετρυπώσει όταν αποφάσισε ν’ αφήσει το σπίτι που έμεναν. Νευρικά κουνούσε το πόδι του καθώς έτρεχαν τα μάτια του στα ορνιθοσκαλίσματα της μακαρίτισσας της γυναίκας του. «Σκάλιζε όταν αγχωνόταν» συλλογίστηκε. Κρατούσε σημειώσεις, προσπαθώντας να ενώσει εκείνη την ιστορία που δεν του είχε αφηγηθεί ποτέ.

«Λάμπρο, παιδί μου, πάλι δεν κοιμάσαι;» άκουσε την φωνή του παππού του, που ερχόταν από το σαλόνι.

«Κοιμάται η μικρή για μένα» απάντησε εκείνος, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από το τετράδιο.

«Να ψήσω καφέ;»

«Και δεν ψήνεις;»

«Θα με βοηθήσεις με τον κήπο;» ρώτησε ο γέρος, πηγαίνοντας προς τον νεροχύτη.

«Ακόμη δεν ξημέρωσε».

«Όταν χαράξει»

«Όταν χαράξει, θα δούμε» μουρμούρισε ο Λάμπρος.

«Ξύλα στη σόμπα έριξες;»

«Έριξα, ναι. Η καλύτερη παρέα είναι».

«Γι αυτό και δεν τον θέλω αυτόν τον διάολο, το πετρέλαιο» σχολίασε ο γέρος, γεμίζοντας δύο μπρίκια με καφέ. Άνοιξε την πόρτα της σόμπας και τα ‘χωσε μέσα στη θράκα που σιγόκαιγε. «Καλά είσαι;»

«Καλά, ναι».

«Όλο στεναχωρεμένος είσαι, τώρα τελευταία».

«Θα μου περάσει, παππού» μουρμούρισε ο Λάμπρος, προτού αναστενάξει. Έκλεισε το τετράδιο και μάζεψε τις σημειώσεις του. Είχε πια καταλάβει τι ακριβώς είχε γίνει, μα το μυαλό του αρνιόταν να το χωρέσει. Από τότε που ‘χε ανακαλύψει τα ημερολόγια, ήθελε να βρει έναν τρόπο να κάνει την ψυχή της Μελίνας να ηρεμήσει. Εκείνο το βράδυ τον είχε ανακαλύψει και το κουράγιο το ‘χε μαζέψει, όπως μάζευε, κάθε μέρα, τα μαλλιά που έχανε απ’ τη στεναχώρια.

«Παππού, πρέπει να φύγω για δυο μέρες. Θα μπορέσεις να κρατήσεις το παιδί;» ρώτησε ο Λάμπρος, όταν άκουσε τον καφέ να τσιτσιρίζει στην πυροστιά. Σηκώθηκε κι έβγαλε τα μπρίκια απ’ τη σόμπα και γέμισε δυο φλιτζάνια.

«Θα μπορέσω».

«Θα φύγω με το που χαράξει».

«Να πας στο καλό, παιδί μου» του απάντησε ο γέρος κι ύστερα ήπιαν τους καφέδες τους σιωπηλοί, μέχρι που χάραξε κι ο Λάμπρος σηκώθηκε για να φιλήσει την κόρη του και να φύγει.

Μακρύ και κουραστικό ήταν το ταξίδι κι ο Λάμπρος ήταν απ’ τ’ άτομα που δεν τ’ άρεσε να ταξιδεύει. Αγκομαχούσε το αυτοκίνητο, ανεβαίνοντας στο ορεινό χωριό κι εκείνος άκουγε τα αγαπημένα κομμάτια της Μελίνας, βουρκώνοντας. Ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του, πριν αφήσει το αυτοκίνητο στην πλατεία του χωριού. Κατέβηκε, έβγαλε τσιγάρο και τ’ άναψε. Πήγε προς το καφενείο. Άγνωστες και μυστήριες ήταν οι φάτσες, που κοίταζαν με περιέργεια εκείνον τον σχεδόν φαλακρό νεαρό.

«Καλησπέρα» έκανε ο Λάμπρος, γνέφοντας στους γέροντες που ‘χαν θρονιαστεί στις ψάθινες καρέκλες, έξω απ’ τον καφενέ, και χαρτόπαιζαν.

«Καλησπέρα» του απάντησε ένας απ’ αυτούς, κοιτάζοντάς τον από πάνω ως κάτω.

«Ψάχνω την κυρά-Αγαθή, την Μπραϊτιανίζα…»

«Του μακαρίτ’ του Τάκ’ την κερά;» ρώτησε κάποιος άλλος γέρος.

«Αυτή» αποκρίθηκε, κοφτά, ο Λάμπρος.

«‘δω παρακάτ’ είν’ το σπίτ’. Το πέτρινο το δίπατο» μουρμούρισε ένας απ’ την παρέα.

Έγνεψε ο Λάμπρος κι έφυγε, πεζός, για το σπίτι που του έδειξαν. Χτύπησε την ξύλινη πόρτα με δύναμη. Η μεσόκοπη γυναίκα που άνοιξε την πόρτα, τον κοίταξε με απορία. «Λάμπρος Λάμπρου» έκανε κοφτά εκείνος, κάνοντας μια σπαστική κίνηση με το κεφάλι. «Ούτε στον γάμο μας δεν ήρθατε, ούτε στο μαιευτήριο, ούτε και στην κηδεία».

«Έλα… Πέρασε…» έκανε εκείνη, σαστισμένα.

«Δεν ήρθα για να περάσω. Για να ξεκαθαρίσω κάτι ήρθα. Η Μελίνα ποτέ δεν ήταν άρρωστη. Εσείς ήσασταν άρρωστοι…» πρόλαβε να πει ο Λάμπρος, πριν τον τραβήξει απ’ το χέρι μέσα στο σπίτι και βροντήξει την πόρτα πίσω της.

Του Λάμπρου του χρειάστηκαν μερικές στιγμές για να συνηθίσουν τα μάτια του τον υποφωτισμένο χώρο. Μανταλωμένα ήταν τα παράθυρα κι όπου έμπαινε φως, απ’ τις τρύπες τους, έβλεπες την σκόνη να πετάει μέσα σ’ εκείνο το δωμάτιο, που έμοιαζε σε καθιστικό, κουζίνα και τραπεζαρία.

«Γιατί;» ρώτησε ο Λάμπρος, σταυρώνοντας τα χέρια.

«Για εξηγήσεις ήρθες;»

«Ήρθα να πάρω εκδίκηση για την γυναίκα μου και δεν πρόκειται να φύγω, αν δεν βάλω φωτιά σ’ όλο το χωριό» συνέχισε, μανιασμένα.

«Χρώσταγε πολλά ο μακαρίτης…» μουρμούρισε, εκείνη, με απόκοσμη φωνή, προτού καθίσει σ’ ένα σκονισμένο ντιβάνι. Έπλεξε τα δάχτυλά της κι ύστερα αναστέναξε. Σώπασε. Δεν ήξερε τι έπρεπε να πει και τι όχι.

«Κι έπρεπε, γι αυτό το λόγο, να βάλεις κάποιον εδώ μέσα και να του δώσεις την κόρη σου στο πιάτο, ε;»

«Δεν… Παιδί μου… Δεν μπορείς να καταλάβεις… Γιατί τα σκαλίζεις τα παλιά; Πάνε. Πέρασαν. Έφυγαν» του απάντησε ήρεμα.

«Τίποτα δεν πέρασε. Σιχαμένα σκουπίδια, αφήσατε την κόρη μου χωρίς μάνα. Για μένα δεν με νοιάζει. Εμένα μπορεί και να μ’ άφηνε η Μελίνα. Μπορεί να επέλεγε να ζήσει κάπου αλλού τη ζωή της. Αλλά… Ποιος είναι;»

«Κι αν τον βρεις, παιδί μου, τι θα κάνεις; Θα τον σκοτώσεις; Έχασε τον ένα γονιό το παιδί σου, θα χάσει και τον άλλο;»

«Ποιος είναι;» επέμεινε ο Λάμπρος.

«Για ένα κεραμίδι και μερικά στρέμματα, για μια ιστορία που τελείωσε…»

«Θα μου πεις ποιος είναι ή θα βγω να ρωτήσω στο χωριό;» αγρίεψε εκείνος, σφίγγοντας τις γροθιές του και κοιτάζοντάς την με το πιο παγερό του ύφος.

«Ο αδερφός του μακαρίτη του άντρα μου» ψέλλισε.

«Πού μένει;»

«Θα…»

«Δεν ήρθα εδώ για να συζητήσω. Δεν έκανα τόσα χιλιόμετρα για να ακούσω παραμύθια. Ήρθα με σκοπό να τα σκαλίσω όλα. Να πάρω το αίμα μου πίσω. Αφού δεν το κάνεις εσύ, που ‘σαι μάνα, θα το κάνω εγώ, για χατίρι της κόρης μου. Σε ξαναρωτάω, για τελευταία φορά, πού μένει;»

«Εδώ… Στο χωριό… Δυο σπίτια παραδίπλα…» μουρμούρισε εκείνη, δείχνοντας αριστερά απ’ την πόρτα. Ούτε που χαιρέτισε ο Λάμπρος, βγαίνοντας από το σπίτι, μόνο έφτυσε στο έδαφος, την ώρα που έκλεινε πίσω του την πόρτα. Κίνησε για το καφενείο, για να σκεφτεί την επόμενή του κίνηση. Έπιασε ένα τραπέζι μακριά απ’ τους θαμώνες, κάθισε και στέριωσε το βλέμμα του στον δρόμο.

«Πιάσ’ ένα τσίπουρο, μάστορα» είπε στον άντρα με το δουλοπρεπές ύφος, όταν έφτασε μπροστά του. «Μάλιστα» έκανε εκείνος, σκύβοντας το κεφάλι κι επιστρέφοντας φουριόζικα στο μαγαζί.

Παρατηρούσε, ο Λάμπρος, το κλειστό σπίτι, με τα μανταλωμένα, ξεχαρβαλωμένα, κυπαρισσί παράθυρα, προσπαθώντας να φανταστεί τις ημέρες της Μελίνας εκεί μέσα. Δεν του ‘φτανε τόσο μακριά η φαντασία. Ούτε τον βοηθούσαν οι αφηγήσεις της. Ήξερε ότι αν δεν ζούσε την κατάσταση, δεν θα ήταν ποτέ ικανός να την κατανοήσει. Την γυναίκα του, άρχισε να καταλαβαίνει, που δεν μιλούσε ποτέ για τους δικούς της και τα χρόνια στο χωριό.

«Ποιος ήταν αυτός, μάνα;» ακούστηκε μια κοριτσίστικη φωνή μέσα στον οντά και η Αγαθή, που καθόταν με άδειο βλέμμα και μυαλό, στο ντιβάνι, σήκωσε τα μάτια της, για να αντικρίσει την μικρή της κόρη, να την κοιτάζει με απορία.

«Ο άντρας της Μελίνας» απάντησε, ξεφυσώντας.

«Παντρεύτηκε η Μελίνα, μάνα;»

«Ναι. Πάει καιρός. Έκανε και παιδί» συνέχισε εκείνη, προσπαθώντας να χαμογελάσει και να μη δείξει τη θλίψη της.

«Και γιατί δεν ήρθε μαζί του; Γιατί δεν έφερε και το παιδί; Έγινα θεία τώρα, σωστά, μάνα;»

«Σωστά κορίτσι μου».

«Πού ‘ν’ η Μελίνα, μάνα;» ρώτησε εκείνη, μα απάντηση δεν πήρε.

Η καρδιά του Λάμπρου σταμάτησε να χτυπάει όταν είδε εκείνο το καστανόξανθο κορίτσι με τα γαλάζια μάτια και την καραμπίνα στα χέρια, να βγαίνει απ’ το ερμητικά κλειστό σπίτι. «Λίνα;» ψιθύρισε σαστισμένα, καθώς την παρατηρούσε να πηγαίνει προς το μέρος του, με τ’ όπλο σηκωμένο. Κανείς δεν της έδωσε σημασία, μιας και δεν την παρατήρησαν, μόνο συνέχισαν να παίζουν χαρτιά και να συζητάνε χαμηλόφωνα.

Τίποτα δεν πρόλαβε να πει ο Λάμπρος. Άκουσε τον κρότο της εκπυρσοκρότησης κι είδε την λάμψη που βγήκε απ’ την κάννη, εκείνης της καραμπίνας που ξέρασε θάνατο. Ο φαλακρός γέρος που καθόταν με την πλάτη στο δρόμο, έπεσε αιμόφυρτος στο τσιμεντένιο πάτωμα. Τους πήρε στιγμές να καταλάβουν τι έγινε και μέχρι να το κάνουν, το κορίτσι εκείνο, ξαναγέμισε τ’ όπλο και του ‘ριξε τη χαριστική βολή. Στράφηκε προς τους άλλους. Παγωμένοι όλοι ήτανε. «Φευγάτε! Χαθείτε!» τους φώναξε, πριν γυρίσει προς τον Λάμπρο.

«‘συ ‘σ’ ο άντρας της Μελίνας;» τον ρώτησε με χαμένο και γαλήνιο ύφος κι ο Λάμπρος, στραβοκαταπίνοντας, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Κάθισε απέναντί του το κορίτσι. Άφησε δίπλα της το όπλο. «Πού ‘ν’ η Μελίνα;»

«Π-π-π-πέ-πέ-έ-θανε» τραύλισε ο Λάμπρος, που έτρεμε ολόκληρος από τον φόβο του. Έκανε να πιάσει το ποτήρι με το τσίπουρο, μα του έφυγε από τα χέρια. Γράπωσε το μπουκάλι μ’ όση δύναμη είχε και άδειασε το περιεχόμενό του, στο στόμα του.

«Από τι;»

«Αυτο… Ωχ…» κατάφερε να πει ο Λάμπρος, κοιτάζοντας την καραμπίνα.

«Μη φοβάσαι. Εσένα δεν σε πειράζω. Πες μου. Από τί πέθανε;»

«Αυτοκτόνησε» σιγομουρμούρισε, όταν, στιγμές αργότερα, κατάφερε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του.

«Κρίμα» έκανε εκείνη, θλιμμένα, σκύβοντας το κεφάλι της.

«‘Λιάνα! Άσ’ το τ’φέκι καταγής κι φεύγα απ’ τον άνθρωπο!» ακούστηκε μια φωνή. Γύρισε ο Λάμπρος. Ο χωροφύλακας του χωριού είχε μισοκρυφτεί πίσω από ένα τοιχίο της πλατείας και τους κοίταζε. Εμφανώς φοβισμένος ήταν κι εκείνος, γιατί ήξερε πολλά περισσότερα απ’ όσα ο Λάμπρος.

Δεν πρόλαβε να γυρίσει ο Λάμπρος, μόνο άκουσε τον πυροβολισμό. «Χάσ’ γιατί θα σε σκοτώσω κι εσένα!» την άκουσε να ουρλιάζει. Πρόλαβε κι έσκυψε ο χωροφύλακας. Φοβόταν ο Λάμπρος, μα δεν μπορούσε να μείνει παρατηρητής της κατάστασης. Της έπιασε το χέρι. «Εσύ είσαι η Ηλιάνα, η μικρή αδερφή της Μελίνας, ναι;» την ρώτησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. «Ναι» του είπε.

«Σκότωσες έναν άνθρωπο. Το ξέρεις;» συνέχισε ο Λάμπρος.

«Κι αυτός σκότωσε τον μπαμπά μου» αποκρίθηκε εκείνη, με παράπονο.

«Πόσο χρονών είσαι;» την ρώτησε. Έμεινε έκπληκτος όταν την είδε να μισοκλείνει τα μάτια, να μουρμουράει και να μετράει με τα δάχτυλά της. «Είκοσι δύο» του απάντησε, χαμογελαστά.

«Να διαβάζεις και να γράφεις, ξέρεις;»

«Με έμαθε η Μελίνα. Δεν με πήγαν σχολείο. Είπαν ότι είμαι χαζή».

«Κατάλαβα».

«Εσύ;»

«Εγώ πήγα σχολείο. Εκεί την γνώρισα την Μελίνα. Σπουδάζαμε μαζί».

«Γιατρός είσαι;»

«Ναι. Σε λίγο καιρό θα γίνω γιατρός» σχολίασε ο Λάμπρος.

«Άρα είσαι έξυπνος».

«Χαζός είμαι κι εγώ. Χαζοί είμαστε όλοι. Γιατί τον σκότωσες;»

«Αυτός φταίει».

«Πού φταίει;» συνέχισε τις ερωτήσεις ο Λάμπρος.

«Φταίει…» απάντησε εκείνη, αόριστα, βουρκώνοντας.

«Μάλιστα» είπε ο Λάμπρος κι ύστερα την είδε να σηκώνεται, να παίρνει το όπλο και να φεύγει. Δεν ήξερε πώς έπρεπε να αντιδράσει. Κατάλαβε τι είχε σκοπό να κάνει, όταν την είδε να μπαίνει με φόρα στο σπίτι της. Μέχρι να σηκωθεί απ’ το τραπέζι και να τρέξει, είχαν ακουστεί άλλοι τέσσερεις πυροβολισμοί.

Έπεσε στα γόνατα ο Λάμπρος, στη μέση του δρόμου, κι έπιασε το κεφάλι του. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Άδειο φάνταζε το χωριό. Είχαν κλειδώσει όλοι τα σπίτια τους κι είχαν μανταλώσει τα παράθυρα. Ο χωροφύλακας παρέμενε κρυμμένος, όντας φοβισμένος κι εκείνος. Κατουρήθηκε πάνω του όταν είδε μια σκιά να τον πλησιάζει. Ξεφύσηξε όταν αντίκρισε τον Λάμπρο να του δίνει το χέρι. «Το ‘λεγα ‘γω… Θα τ’ς σκοτώσ’ όλοι, η παλαβή…» τραύλισε, με απεγνωσμένο ύφος, κοιτάζοντας φοβισμένα τον άδειο δρόμο.

«Γιατί;»

«Είν’ καθυστερημέν’, δεν καταλαβαίν’ τι κάν’»

«Ποιον σκότωσε;»

«Ο μπάρμπας τ’ς ήταν αυτός. Τ’ς μεγάλωσε όταν πέθαν’ ο μάστρο-Τάκ’ς…»

***

Κυριακή, 31/12/1978

Είναι απίστευτο, αυτό το παιδί με το μακρύ μαλλί και το πέτσινο μπουφάν. Είχα ξεχάσει τι σημαίνει το να ζεις όμορφες, ξέγνοιαστες και χαρούμενες στιγμές. «Ο πιτσιρικάς σου» τον φωνάζουν τα κορίτσια, για να μ’ εκνευρίσουν. Το κατάφερναν για καιρό. Τι μου βρήκε; Ούτε και ξέρω, μήτε κι έχει σκοπό να μου πει. Αμίλητος κι εκείνος, σαν κι εμένα. Μοιάζουμε σαν άνθρωποι. Φυγάδες είμαστε, από καταστάσεις που έγιναν εξαιρετικά επώδυνες για να συνεχίσουμε να τις υπομένουμε.

Γύρισα σπίτι, μετά από μία ολόκληρη βδομάδα, για να πάρω μερικά ρούχα. Με τα δικά του κυκλοφορούσα. Κλειστήκαμε μέσα. Μιλούσαμε μόνο για όσα δεν μας πονάνε για να τα συζητήσουμε. Κοιμηθήκαμε μαζί. Φάγαμε. Γελάσαμε. Κλάψαμε. Μόνο για τους γονείς του δεν μιλάει. «Άφησέ το, δεν γουστάρω να μιλάω για νεκρούς» μου ‘πε, πριν αλλάξω θέμα, γιατί τον είδα να μουτρώνει.

Με φωνάζει «μπέμπα», γιατί λέει ότι χαμογελάω στον ύπνο μου. Πώς να μη χαμογελάω όταν ο άνθρωπος που υπάρχει δίπλα μου, είναι ο πιο απροσάρμοστος που έχω γνωρίσει και με κάνει, με την λογική του και το μυστήριο χιούμορ του, να τα χάνω, να σαστίζω και μετά, όταν μου εξηγεί τι εννοεί, να χαχανίζω με τις ώρες;

Δύσκολη μου φαινόταν η μετάβαση, απ’ το σημείο που μισούσα τους πάντες, στο σημείο που κατάφερα να αγαπήσω κάποιον. Ένα μικρό βήμα χρειάστηκε. Ένα βήμα και δύο, περίπου, μήνες. Δεν περίμενα ότι θα τα κατάφερνα κι όμως, τα κατάφερα. Δεν παίρνω όρκο για κανέναν, ούτε και για αυτόν, που παλεύει, κάθε μέρα, να μ’ αποδείξει τα όσα ισχυρίζεται.

Δεν σκοτεινιάζουν πια οι αναμνήσεις μου. Τελείωσε ο καιρός που έπρεπε να κάνω υπομονή κι ήρθε εκείνος που απλά θέλω να κάνω. Μπορεί τα επώδυνα να μην τελείωσαν, μα έχω κάποιον πια, που πιστεύω ότι με τον καιρό θα μπορέσω να τα μοιραστώ μαζί του.

Γράφω ό,τι προλαβαίνω, προσπαθώντας να μαζέψω κανένα ρούχο. Μου ‘πε να πάω μερικά ρούχα από ‘κει. Άλλο που δεν ήθελα. Κουράστηκα να κοιμάμαι μόνη. Σιχάθηκα και τις επισκέψεις του μπάρμπα μου, που ‘ρχεται τακτικά, για να μου δώσει λεφτά. Δεν αντέχω πια το επιχείρημα «σε σπουδάζω». Να το πάλι. Μου βγαίνουν τα σπασμένα. Εκείνα για τα οποία δεν μπορώ να γράψω παρά δυο γραμμές μονάχα.

Ψιλοχιονίζει σήμερα και κάνει κρύο. Πέντε ρούχα μάζεψα, τ’ άλλα θέλουν πλύσιμο. Θα τα πάρω κι αυτά, μαζί μου, στον Λάμπρο. Θα πλύνω και τα δικά του, που ‘ναι παραπεταμένα μέσα στο στενό μπάνιο. Περιμένει να πληρωθεί για να τα δώσει σε καθαριστήριο. Προσπαθώ να σχεδιάσω μια ζωή, μα δεν μ’ αφήνει το παράπονο.

Ας είναι. Δεν θα πικραθώ σήμερα. Δεν θα μου το επιτρέψω. Θα φύγω.

***

Παρασκευή, 31/8/1979

Τα καταφέραμε. Μου το έλεγε και δεν τον άκουγα. «Λίνα μου, λίγο προσοχή, ζωή μου». Τι λες και πώς το λες; Τι θα κάνουμε; Πώς θα το κάνουμε; Πώς θα τα βγάλουμε πέρα; Πώς;

Βρέχει. Όλο το βράδυ βρέχει, σαν να τελείωσε από χθες το καλοκαίρι. Μου λείπει τα βράδια που δουλεύει, αλλά κάπως πρέπει να φάμε. Περισσότερο φοβάμαι το να γίνω μαμά, παρά τις πανέρημες νύχτες που δεν περνάνε με τίποτα.

Λόγια σβησμένα. Θρυμματισμένα. Υποσχέσεις που δεν μπορώ πια να εκπληρώσω. Ξεχάστηκα κι άφησα τον εαυτό μου να αισθανθεί, εγώ, που έλεγα ότι δεν θ’ ασχοληθώ ποτέ με τους ανθρώπους, μα τι να έκανα που ήταν και παραμένουν όλα τόσο όμορφα; Χαρμολύπη. Χαρά γιατί ζω, λύπη γιατί απογοήτευσα τον εαυτό μου και ξέχασα τα όσα είχα πει.

Θα του μιλήσω τώρα, που ‘ν’ ακόμη νωρίς. Να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Να δούμε τι θα κάνουμε. Πώς θα το αντιμετωπίσουμε. Πώς θα τα καταφέρουμε. Γιατί, το μόνο σίγουρο, είναι ότι θα τα καταφέρουμε. Αυτό μας έμαθαν να κάνουμε. Να τα καταφέρνουμε.

***

«Ξενυχτάς, μάτια μου;» ακούστηκε η φωνή του Βασίλη. Σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της η Μελίνα, έκλεισε το τετράδιο που διάβαζε κι ύστερα προσπάθησε να του χαμογελάσει. «Δεν έχεις ύπνο;» τον ρώτησε κι εκείνος της έγνεψε. Άνοιξε το ψυγείο, μισοκλείνοντας τα μάτια, σαν να έψαχνε κάτι. «Μ’ έφαγε το φαγητό και μια σόδα δεν έχουμε» μουρμούρισε σκεφτικά.

«Σου είπα ότι το έκανες πολύ βαρύ…»

«Ναι, γι αυτό έφαγες όλο το ταψί!»

«Αφού πεινάω μωρέ Βασίλη» νιαούρισε η Μελίνα.

«Δεν σας προλαβαίνω από φαΐ. Ελπίζω όταν γεννήσεις να σταματήσεις να τρως σαν να μην υπάρχει αύριο!»

«Κι εγώ το ελπίζω, γιατί ούτε η ζώνη του αυτοκινήτου δεν θα μου κλείνει» σχολίασε εκείνη.

«Τι διαβάζεις;» ρώτησε ο Βασίλης κοιτάζοντας το κλειστό τετράδιο που είχε μπροστά της.

«Το ημερολόγιο της μαμάς μου».

«Έγραφε;»

«Πολύ όμορφα. Πάρα πολύ όμορφα».

«Θα σ’ αφήσω να συνεχίσεις» της είπε κι ύστερα έκανε να φύγει από την κουζίνα. Τον έπιασε από το χέρι. Την κοίταξε με απορία. «Πες μου».

«Έχω μείνει στο σημείο που θα πει στον μπαμπά ότι είναι έγκυος. Θέλεις να το διαβάσουμε μαζί;» τον ρώτησε, σχεδόν παρακλητικά, κι εκείνος της χάιδεψε το μάγουλο. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. «Πάμε» της είπε, χαμογελώντας

Το χάραμα τους βρήκε στον κήπο, να κάθονται και να διαβάζουν παρέα. Ο Βασίλης διάβαζε κι η Μελίνα τον άκουγε, αργομασώντας ένα ακτινίδιο. Μισό πακέτο τσιγάρα είχε κάνει ο Βασίλης, για να χωνέψει τα όσα ήξερε και τα όσα τράβηξε η μητέρα της Μελίνας, όταν ακόμη ήταν ζωντανή. «Ήξερε τη μάνα μου…» τραύλισε, διαβάζοντας την τελευταία της εγγραφή.

«Πρέπει να έκαναν παρέα» σχολίασε η Μελίνα.

«Ακόμη και τώρα… Μετά απ’ όλα αυτά… Δεν μπορώ να καταλάβω…»

«Έπρεπε να πεθάνει η Μελίνα» ακούστηκε η φωνή του Λάμπρου, που έβγαινε στον κήπο, για να πιεί τον καφέ του.

«Τι;» αναφώνησαν ο Βασίλης με την Μελίνα.

«Δυστυχώς, παιδιά μου, πολλές φορές, κάποιο «θέλω» μας, γίνεται «πρέπει». Η Μελίνα ήθελε να πεθάνει, από μικρή, για να ξεφύγει από το βάσανο και να μη χρειαστεί να υπομένει. Κάποια στιγμή, μέσα στο μυαλό της, αυτό έγινε ένα «πρέπει». Αυτό την σκότωσε. Η Μελίνα δεν μπορούσε να καταλάβει ότι πεθαίνοντας δεν θα έπαιρνε καμία εκδίκηση. Βέβαια, η περίπτωσή της ήταν ανίατη. Ήταν τόσο πεισματάρης άνθρωπος, που ό,τι κι αν έκανα, δεν θα της γύριζα το μυαλό. Πεθαίνοντας, η Μελίνα, τους πήρε όλους μαζί της…»

«Τι εννοείς;» ρώτησε, σαστισμένα, ο Βασίλης ενώ τον αγκάλιαζε σφιχτά η Μελίνα.

«Η αδερφή της…» ξεκίνησε να λέει, γυρίζοντας προς την κόρη του, «…η θεία σου· ναι, έχεις μία θεία για την οποία δεν έχουμε μιλήσει ποτέ· πέρασε τα ίδια κι ίσως και χειρότερα. Δεν άντεξε τον χαμό της αδερφής της. Πήγα να μάθω… Πω… Τριάντα δύο χρόνια πέρασαν κι όμως ακόμη τα θυμάμαι…»

«Σάλεψε;» ρώτησε, ψιθυρίζοντας, η Μελίνα.

«Είχε ήδη σαλέψει. Είναι ιδιαίτερος άνθρωπος η Ηλιάνα και…»

«Είναι;» ρώτησε ο Βασίλης.

«Ζει;» πετάχτηκε η Μελίνα.

«Ναι. Έγκλειστη».

«Σοβαρά μιλάς;» αναφώνησε ο Βασίλης.

«Μακάρι να μη μιλούσα σοβαρά» μουρμούρισε, αναστενάζοντας, ο Λάμπρος.

«Γιατί;» ψιθύρισε, βουρκώνοντας, η Μελίνα.

«Γιατί, όπως έλεγα πριν με διακόψετε, η Ηλιάνα είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, είναι πανέξυπνη αλλά, δυστυχώς, είναι λίγο αργή. Υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να ζήσει μια φυσιολογική ζωή, μα, όπως έζησε και με την ταμπέλα της «καθυστερημένης» στο χωριό, σάλεψε. Τα τελευταία χρόνια έχει κάνει μεγάλες προόδους, αλλά, και πάλι, ακόμη και σ’ αυτή την κοινωνία, θα σέρνει πίσω της ένα στίγμα».

«Κρίμα…» ψιθύρισε, στιγμές αργότερα, ο Βασίλης

«Κανείς δεν είναι κρίμα, γαμπρέ. Ο κάθε άνθρωπος είναι άξιος κι υπαίτιος της μοίρας του. Έτσι δεν λες;» τον ρώτησε ο Λάμπρος.

«Οι άνθρωποι, ναι. Όχι τα παιδιά».

«Σταματάς να γίνεσαι απόλυτος;»

«Όχι».

«Συνειδητοποιείς ότι ζεις σ’ ένα κόσμο που παράγει εγκληματίες; Κάποτε, Βασίλη, είχες πει ότι η αυτοκτονία και η δολοφονία είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Εν προκειμένω έχουμε μια ιδιόμορφη κατάσταση. Δύο αδερφές οι οποίες βιάζονται συστηματικά από τον θείο τους, υπό την αιγίδα της μητέρας, η οποία, ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το έκανε. Πέθανε πριν προλάβω να της μιλήσω, η Μελίνα δεν άφησε καμία αναφορά σ’ αυτό το γεγονός, μόνο μίσος και χολή και η Ηλιάνα ήταν πάρα πολύ μικρή για να θυμάται συζητήσεις και καταστάσεις, πέρα απ’ τις πιο βίαιες και τραυματικές. Η μία αδερφή, για να ξεφύγει και να εκδικηθεί, αυτοκτονεί. Η άλλη αδερφή, για να εκδικηθεί και να ξεφύγει, παίρνει μια καραμπίνα και εκτελεί τα άτομα τα οποία ήταν υπαίτια για την δυστυχία της. Ίδιο νόμισμα, διαφορετικές όψεις…»

«Η αρρώστια της ζωής μου δεν πηγάζει από εμένα, αλλά από εκείνους που με περιβάλλουν» συλλογίστηκε ο Βασίλης κι ύστερα παρατήρησε την Μελίνα που έκλεινε σφιχτά τα μάτια της κι είχε πάρει μια παραμορφωμένη γκριμάτσα, σαν να έδειχνε ότι πονούσε.

«Μπέμπα μου; Είσαι καλά;» την ρώτησε ανήσυχα κι εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Νομίζω ότι γεννάω» του ψιθύρισε. Άνοιξε τα μάτια της κι αντίκρισε το σαστισμένο του βλέμμα. «Ναι, τώρα βρήκα! Τελείωνε!» του φώναξε.

Κούνησε το κεφάλι ο Λάμπρος, χαμογελώντας, όταν είδε τον Βασίλη να τρέχει στο σπίτι. «Δεν θα ‘ρθω. Θα καθίσω με τα παιδιά» μονολόγησε, πιάνοντας το χέρι της κόρης του. «Θάρρος, μικρή μου. Θάρρος. Τώρα αρχίζουν όλα» της είπε κι εκείνη τον στραβοκοίταξε. «Καλά! Καλά, φεύγω!» της είπε, όταν είδε το δολοφονικό της βλέμμα.

***

«Αγαπημένη μου Λίνα, σήμερα δεν ήρθα να σου κάνω παράπονα…» μουρμούρισε ο Λάμπρος, καθώς καθόταν στο μνήμα της γυναίκας του, εκείνο το ζεστό απόγευμα του Ιούλη, λίγες ώρες αφού η εγγονή του είχε έρθει στη ζωή. «Ήρθα να σου πω ότι σ’ αγαπάω. Δεν κατάφερα ποτέ να σταματήσω να σ’ αγαπάω. Δεν κατάφερα να σε ξεχάσω κι ούτε να βάλω κάποια άλλη στη ζωή μου. Πολλά δεν μπόρεσα να κάνω, μα το σημαντικότερο το κατάφερα. Κατάφερα να σε καταλάβω και να σε συγχωρέσω. Μου πήρε χρόνια, χρόνια αμέτρητα, που σε κατηγορούσα άδικα, που θεωρούσα ότι με παράτησες, ότι έπραξες εγωιστικά και μ’ άφησες, μα σήμερα, ο τυφλός, μπορώ να δω. Πάντοτε ήσουν εδώ και ποτέ δεν θα φύγεις. Γεννήθηκε η εγγονή σου σήμερα κι ήρθα να στο πω, μαζί με μια συγγνώμη που άργησε πολύ. Ξεκουράσου, τώρα, ψυχή μου και θα ξανάρθω, όπως πάντοτε, μαζί με τα παράπονά μου…»

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook