TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Μια μέρα

Μια μέρα

Ο Βασίλης έσπρωξε την πόρτα του μπαρ κι έκανε χώρο να περάσει ο Κίμωνας. Έριξαν μια ματιά και τα μάτια τους αντίκρυσαν το γνώριμο σκηνικό ενός επαρχιακού μπαρ, ξεχασμένου στο χρόνο: ένα μεγάλο, σκοτεινό δωμάτιο, ποτισμένο από την τσιγαρίλα χρόνων, λίγοι άνθρωποι, σκόρπιοι εδώ κι εκεί, μεθυσμένοι περισσότερο από πλήξη παρά από αλκοόλ, και χαμηλή μουσική, αδιάφορη και άνοστη. Ο Βασίλης αναστέναξε, αυτό το μέρος ήταν ικανό να ρίξει σε κατάθλιψη τον οποιονδήποτε, πόσο μάλλον τον Άρη.

«Εκεί κάθεται» ακούστηκε η φωνή του Κίμωνα και κίνησαν κατά κει. Καθόταν στο μπαρ μόνος του, μ’ ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι φθηνό ουίσκι για συντροφιά, κοιτώντας το κενό. Στάθηκαν δίπλα του χωρίς να πουν κουβέντα, κι εκείνος γύρισε και τους κοίταξε με μάτια κόκκινα, λες κι έκλαιγε όλη την νύχτα. Ήπιε άλλη μια γουλιά και είπε σιγανά.

«Δεν σας κάνει και μεγάλη εντύπωση που πίνω πάλι, ε;»

Εκείνοι δεν μίλησαν, κι ο Άρης αναστέναξε.

«Από την πρώτη στιγμή που είδα την Άννα, ήξερα… δεν θα μπορούσα να ερωτευτώ ποτέ ξανά έτσι»

Χαμογέλασε θλιμμένα, «ο χρόνος είναι ο χειρότερος εχθρός μου. Πάντα καθυστερούσα… στην αρχή, ήμουν τόσο νέος, τόσο ανασφαλής και τρομαγμένος από αυτά που ένιωθα, ήθελα μόνο λίγο χρόνο για να βρω το κουράγιο να της μιλήσω, όμως μέχρι να νιώσω έτοιμος, εκείνη είχε μπλέξει με τον Ρήγα… κι αυτό ήταν. Ήταν τόσο χαρούμενη μαζί του, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα… πέρασαν δυο χρόνια κι εγώ απλώς την έβλεπα να είναι κάθε μέρα και πιο χαρούμενη, πώς θα μπορούσα να κάνω το οτιδήποτε που θα την πλήγωνε;» Η φωνή του έσπασε στο τέλος, σταμάτησε κι έβαλε κι άλλο ουίσκι στο ποτήρι του. Κανείς δεν μίλησε για λίγο, η ησυχία ήταν πολύ βολική εκείνη την ώρα.

«Γιατί δεν έφυγες; Γιατί έμεινες; Δεν έκανε αυτό τα πράγματα χειρότερα;» ρώτησε ο Κίμωνας. Ήταν καινούριος στην παρέα κι ήταν η πρώτη φορά που άκουγε την ιστορία από τον ίδιο τον Άρη.

«Δεν καταλαβαίνεις… το να την βλέπω κάθε μέρα ήταν το μόνο πράγμα που μου έδινε δύναμη να συνεχίζω. Έχω ανάγκη να την βλέπω, δεν μπορώ να είμαι μακριά της.»

Ο Κίμωνας δεν απάντησε, το μυαλό του προσπαθούσε να αποφασίσει αν ο Άρης ήταν δειλός ή γενναίος, όμως δεν έβγαζε άκρη.

«Το βράδυ που μας ανακοίνωσαν ότι θα παντρευόντουσαν, ήπια τόσο πολύ που κατέληξα στο νοσοκομείο. Εκείνο τον καιρό έβγαινα με την Κατερίνα, αναγκασμένος από όλους, γιατί «δεν ήταν υγιές αυτό που ζούσα». Την ίδια μέρα που έφυγα από το νοσοκομείο, της είπα να παντρευτούμε, δέχτηκε και παντρευτήκαμε αμέσως. Η Άννα ήταν εκεί, χαρούμενη με την χαρά μου, κι εγώ μέσα μου ούρλιαζα».

Κοίταξε το άδειο του ποτήρι.

«Είχαν δεν είχαν περάσει τέσσερις μήνες από το γάμο μου, όταν σκοτώθηκε ο Ρήγας σ’ εκείνο το τροχαίο.» Το πρόσωπό του άλλαξε, ο πόνος και η λύπη το χάραξαν.

«Εκείνο το βράδυ… έτρεξα στο νοσοκομείο και την βρήκα να σπαράζει, ήταν τόσο πληγωμένη, έγινα χίλια κομμάτια όταν την είδα έτσι». Το πρόσωπό του άλλαξε ξανά, ένα σαρκαστικό χαμόγελο εμφανίστηκε και τα μάτια του έλαμψαν. «Ξέρεις κάτι;» είπε γυρίζοντας στον Κίμωνα. «Θέλεις να ακούσεις κάτι αληθινά ενδιαφέρον;»

Ο Κίμωνας έγνεψε, ο λαιμός του είχε στεγνώσει.

«Ένιωθα ανακούφιση! Χαρά! Ένιωθα ότι επιτέλους ο Θεός μου έδωσε άλλη μια ευκαιρία! Φοβερό; Είδες τί ωραίος τύπος είμαι;»

«Δεν είσαι κακός, Άρη» προσπάθησε να τον παρηγορήσει ο Βασίλης, όμως εκείνος τον διέκοψε.

«Μην το κάνεις αυτό! Πήρα αυτό που μου άξιζε, άσε με να τελειώσω αυτή την υπέροχη ιστορία! Πού ήμουν; Α ναι… έφυγα νωρίς το πρωί από το νοσοκομείο, οδηγούσα χαμογελαστός λες κι είχα φύγει από γιορτή, ήμουν επιτέλους ελεύθερος να είμαι με την Άννα! Θα την παρηγορούσα και όταν θα ένιωθε καλύτερα θα της έλεγα πως αισθάνομαι και θα ήμασταν πια μαζί. Πήγα στο σπίτι τρέχοντας, βιαζόμουν να πω στην Κατερίνα ότι ήθελα διαζύγιο. «Πρέπει να σου μιλήσω» της είπα, «Κι εγώ το ίδιο» μου απάντησε, «Οι κυρίες προηγούνται» είπα, ήξερα ότι τα δικά μου νέα θα την καταρράκωναν. «Είμαι έγκυος!» μου ανακοίνωσε γεμάτη χαρά, κι όλος μου ο κόσμος κατέρρευσε, πάγωσα, δεν ήξερα τί να πω».

Άδειασε το μπουκάλι στο ποτήρι του, κοίταξε τους άλλους δυο κι χαμογέλασε, με τα μάτια γεμάτα πόνο.

«Δεν σας το είπα; Ο χρόνος είναι ο χειρότερος εχθρός μου!»

Κανείς δεν μίλησε πάλι, τα λόγια δεν χωρούσαν πουθενά.

«Και τί έκανα; Έκανα αυτό που θα έκανε κάθε σωστός άντρας! Έμεινα με μια γυναίκα που δεν αγαπώ και μεγαλώνω ένα παιδί που εύχομαι να ήταν δικό μου και της Άννας…» Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον Κίμωνα «Ορκίζομαι όμως, μια μέρα θα βρω την δύναμη να πω στην Κατερίνα την αλήθεια. Μια μέρα θα την βρω…»

Άφησε χρήματα στο μπαρ, πήρε το μπουφάν του και σηκώθηκε.

«Η Άννα με αγαπάει, κι όταν μια μέρα θα της πω την αλήθεια, θα είμαστε επιτέλους μαζί!»

Οι δυο άντρες τον παρακολούθησαν να χάνεται μέσα στην νύχτα με αβέβαια, μεθυσμένα βήματα. Ο Βασίλης κοίταξε τον Κίμωνα, που ήταν σοκαρισμένος, παρόλο που τον είχε προειδοποιήσει. Αποφάσισε να τον αφήσει να ηρεμήσει, και θα τα έλεγαν όλα μετά.

Η ερώτηση ήρθε μετά από δυο σφηνάκια βότκα, το ένα πίσω από το άλλο.

«Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που σκοτώθηκε η Άννα και ο Ρήγας στο τροχαίο;»

«Οχτώ» απάντησε ο Βασίλης σιγανά.

Αμαλία Βασιλείου

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *