Μια μικρή γκρι τριχωτή μπαλίτσα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τί είσαι εσύ;

Είσαι ένα μικρό γκρι αρουράκι. Από τα κλασικά, με τη μακριά ουρά, που ζει με άλλα ίδια στα υπόγεια και στους υπονόμους. Αυτά που όταν οι άνθρωποι τυχαίνει να δουν στο δρόμο ξιπάζονται και τινάζονται μακριά, μην τυχόν και τους ακουμπήσεις και τους μεταφέρεις τα μικρόβιά σου. Αν δε, τύχει να βρεθείς σε κανένα σπίτι ψάχνοντας τροφή και μέρος να χτίσεις τη φωλιά σου, σίγουρος θάνατος σε περιμένει.

Άραγε πώς να βρέθηκες εκεί; Άπλωσαν οι άνθρωποι αυτό το σιχαμένο δηλητήριο στα λημέρια σου, όλοι σου οι σύντροφοι έπεφταν νεκροί κι εσύ το’βαλες στα πόδια; Λογικά έτρεξες να σωθείς προς όποια κατεύθυνση σου έφερνε μια ανάσα καθαρού αέρα. Βρήκες λοιπόν μια διέξοδο και σκαρφάλωσες ψηλά, εκεί που ο αέρας γινόταν όλο και πιο καθαρός και πιό ζεστός, κι από ένα ανοιχτό παραθυράκι στον τοίχο τρύπωσες μέσα.

Ποιός ξέρει ποιός τρόμαξε περισσότερο; Ο άνθρωπος που απλώνοντας το χέρι να πάρει την οδοντόκρεμά του είδε χιλιοστά μόλις δίπλα της μια γκρίζα μπάλα που ανέπνεε; Ή εσύ που ξαφνικά ξέσπασε γύρω σου τεράστιος σαματάς και σε έκανε να τρέξεις να βρεις κρυψώνα σε κάποια άλλη γωνιά; Ευτυχώς που όλο αυτό δεν κράτησε και πολύ και ο γίγαντας που σε τρόμαξε εξαφανίστηκε πίσω από έναν τεράστιο ξύλινο τοίχο. Μετά είχες όλη την άνεση να σουλατσάρεις όπως σου άρεσε πάνω σε όλες τις επιφάνειες στο μικρό δωματιάκι.

Τίποτα δε μπορούσε να σε πτοήσει, ούτε οι κραυγές και οι θυμωμένες φωνές που ερχότανε πίσω από τον ξύλινο τοίχο, ούτε τα φοβισμένα βλέμματα που δέχτηκες όταν μετακινήθηκε γρήγορα μια-δυό φορές ο τοίχος. Αν καταλάβαινες τι έλεγαν μπορεί και να σε έκοφτε να τρέξεις γρήγορα και να φύγεις από κει που’ρθες. Μα εσύ μόνο περιέργεια ένιωσες κι αποφάσισες να ζουληχτείς κάτω από τη χαραμάδα του τοίχου, μόνο και μόνο για να βρεθείς μπροστά σε τέσσερις πλέον γίγαντες και να τρυπώσεις πάλι πίσω, εκεί που μπορούσες να κόβεις τις βόλτες σου αμέριμνα.

Ίσως όχι και τόσο. Τώρα πάλι κινείται ο τοίχος και ο γίγαντας μπαίνει μέσα ολόκληρος. Πλέον στα χέρια του κρατάει ένα βαρύ μεταλλικό ραβδί το οποίο κατεβάζει με θόρυβο προς το κορμί σου. Βρίσκεις διάφορα καταφύγια για να το αποφύγεις, μα όλα γκρεμίζονται με σαματά και πάλι το κορμί σου μένει ακάλυπτο με κίνδυνο κάθε στιγμή ένα χτύπημα να το τσακίσει. Ευτυχώς βρίσκεις εκείνη την κουφάλα και ζαρώνεις να κρυφτείς. Ο γίγαντας δε χωράει εκεί, ούτε το μακρύ ραβδί σε φτάνει. Τεντώνεις τ’αυτιά σου καθώς η καρδούλα σου σφυροκοπάει για να εντοπίσεις που βρίσκεται ο κίνδυνος. Στη μια πλευρά σου, φασαρία πολλή. Ακούς το ραβδί απειλητικό, τα χτυπήματά του γύρω σου αντηχούν. Τρέχεις προς την άλλη πλευρά, να φύγεις μακριά. Ω γλυκιά λύτρωση, ο θόρυβος ξεμακραίνει! Θα γλιτώσεις και-

Κάτι σε πιέζει στο σβέρκο και σε καθηλώνει στο πάτωμα. Σηκώνεις τα μικρά χαντρένια ματάκια σου και κοιτάς ψηλά, ερευνητικά. Το ραβδί σε βρήκε τελικά, αυτό είναι που σε πιέζει χάμω. Κουνιέσαι προσπαθώντας να ξεφύγεις – σε πονά – μα ο γίγαντας στην άλλη άκρη του ραβδιού σε πιέζει με ακόμη περισσότερη δύναμη.

Είναι σχεδόν σοκαριστικό το πόσο πολύ μοιάζεις με όλα τα γλυκύτατα ομοιώματά σου που χρησιμοποιούν οι άθρωποι για δείγματα χαριτωμενιάς, αν και είσαι ένας σιχαμένος αρουραίος των υπονόμων. Κοιτάς με τα ματάκια σου τους γίγαντες γύρω σου παρακλητικά, αν σε αφήσουν τώρα σώζεσαι ακόμη, μπορείς να τρέξεις και θα γιατρευτείς. Κουνιέσαι μια-δυο φορές ακόμη, μα διαφυγή δεν υπάρχει καμία και στο λαιμό σου νιώθεις όλο και περισσότερη πίεση. Νιώθεις όλο το μίσος να διοχετεύεται σε μια βέργα ενός μέτρου στην άκρη της οποίας είσαι εσύ που σε πατάει το μέταλλο κάτω.

Τι κι αν υπό άλλες συνθήκες οι άνθρωποι έχουν κρατήσει τα ξαδέρφια σου στο σπίτι τους, τα φρόντιζαν και τα άφηναν να ζήσουν μαζί τους; Τι κι αν είσαι όλο κι όλο μια μικρή γούνινη μπαλίτσα που θέλει φαΐ, νερό και μια φωλιά; Είσαι ένα βρώμικο ποντίκι, θα γεμίσεις μικρόβια τον τόπο, θα μασουλήσεις τα πάντα και θα μολύνεις τα φαγητά.

Η πίεση στο λαιμό σου αυξάνεται κι ο αέρας στα πνευμόνια σου μειώνεται. Σφαδάζεις καθώς η ζωή φεύγει από μέσα σου σταδιακά, το κορμί σου κάνει μερικούς τελευταίους σπασμούς κι η μακριά σου ουρά χτυπάει σα μαστίγιο πίσω σου. Και μετά τίποτα.

Τι κρίμα που δεν ήσουν άνθρωπος σαν αυτούς, να ξέρουν ότι έχουν να κάνουν με δικό τους. Κι ας ήταν και γκρι και μαύρη ακόμη η γούνα σου τότε. Δε θα είχε σημασία, αφού θα μπορούσες να μιλήσεις τη γλώσσα τους και να σε καταλάβουν. Θα μπορούσες να παρακαλέσεις. Θα μπορούσες να τους πεις ότι δε σε αφήνουν να αναπνεύσεις.

Ίσως δε θα’ταν ένα μέτρο μακριά σου αυτός που σε πίεζε με τόση μανία, αυτός που η ύπαρξή σου τον ενοχλούσε τόσο πολύ που έπρεπε να βάλει κι άλλη, κι άλλη δύναμη για να σε αφανίσει. Κι ίσως αυτοί που ήταν γύρω και σας κοιτούσαν, να τον σταματούσαν αν έβλεπαν τι κάνει σε έναν δικό τους. Αν δεν ήσουν ένα ποντικάκι που ζει στους ακάθαρτους υπονόμους, αλλά ένας άνθρωπος με ψυχή, νου και βούληση, ίσως και να γλίτωνες.

Τί; Όχι;

Εις μνήμη του George Floyd, ενός ανθρώπου που σκοτώθηκε από έναν άλλο άνθρωπο, όχι επειδή τον έβλαψε ή τον απειλούσε, αλλά επειδή έτυχε το δέρμα του να έχει διαφορετικό χρώμα.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook