TheBluez.gr » 🤣 The FunnyBluez » Μια σειρά από δόντια

Μια σειρά από δόντια

Το γέλιο του με εκνεύριζε απίστευτα. Κυρίως γιατί άφηνε να φανούν τα υπέροχα, λευκά δόντια του.
«Κόφτο, Στέφανε. Δεν είναι αστείο», προσπάθησα να τον αποθαρρύνω αλλά αυτός είχε λυθεί στο πάτωμα.
«Έλα, ρε συ Έλλη. Μα πάνω στο παντελόνι του; Στο επίμαχο σημείο;»

Η αλήθεια ήταν ότι κι εγώ κρατιόμουν να μην βάλω τα γέλια. Ή τα κλάμματα. Ποια είναι η πιο σωστή αντίδραση όταν ρίχνεις το ποτό πάνω στο ίνδαλμά σου που σου έχει κάνει την τιμή να δει την έκθεσή σου;
«Και δεν το είχα βάλει στόχο κι όλας, φαντάσου».
Σταμάτησε το γέλιο απότομα κι έσκυψε προς το μέρος μου. Σκάλωσα κι έπιασα τον εαυτό μου να κρατάει την αναπνοή του. Όσο μου άρεσαν τα δόντια του τόσο μου άρεσαν και τα μάτια του όταν σοβάρευε.
«Φυσικά. Εσύ όταν βάζεις στόχους τους πετυχαίνεις όλους».
Πρέπει να απάντησα κάτι μεταξύ «εεε, ναι» και μίας άναρθρης ακολουθίας γραμμάτων. Το βλέμμα του έμεινε πάνω μου για λίγα δευτερόλεπτα ακόμη και μετά ξέσπασε σε νέα γέλια.
«Πρέπει να ήταν η πιο σύντομη επίσκεψή του σε έκθεση. Λερώστε, σκουπίστε, τελειώσατε!»
Ήταν μαλάκας, ήταν ωραίος και ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Αλλά, φυσικά, δεν το ήξερε κι ούτε είχα σκοπό να του το πω.

Κάθισα μπροστά από τους πίνακές μου και τους χάζευα. Αν είχαν στόμα και μιλιά, τι θα μου έλεγαν άραγε;
Μωρή, Έλλη, κάνε μας πιο φωτεινούς. Μπουχτίσαμε με τόση μαυρίλα.
Κι εκεί, στην γωνία, βάλε λίγο κόκκινο. Λίγη ένταση. Πώς περιμένεις να πουλήσεις έτσι;
Θα γαμηθείτε με τον Στέφανο καμία φορά, τι θα γίνει;

Στον τρίτο που μου είπε για τον Στέφανο του έβγαλα τη γλώσσα. Αν με έβλεπε κάνας ψυχίατρος τώρα θα μου είχε γράψει μία ωραιότατη συνταγούλα. Έσβησα το τσιγάρο στο τασάκι, έπιασα τα μαλλιά μου κότσο και ξεκίνησα δουλειά. Η πρώτη έκθεση είχε πάει μέτρια, είχα ρίξει ποτό στον καλύτερο μεταμοντέρνο ζωγράφο της χώρας κι είχα έναν Στέφανο να με δουλεύει για μία δεκαετία. Και να με κάνει να ξεροσταλιάζω όποτε βρισκόμουν δίπλα του.
Στην δεύτερη, έπρεπε να διαπρέψω και να κάνω την διαφορά. Κι αν ήξερα τον τρόπο, θα ήταν ακόμη καλύτερα.

Για τις επόμενες πέντε ημέρες, είχα κόψει σχεδόν κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Έπρεπε να βρω το στοιχείο που θα έκανε την επόμενή μου συλλογή να ξεχωρίσει. Η τέχνη πηγάζει από το είναι σου αρκεί να είσαι έτοιμη να ξεγυμνωθείς, μου είχε πει κάποτε μία σοφή γυναίκα. Αγκαλιές ιδιαίτερες δεν είχα, αγάπη και στοργή ούτε, αλλά από συμβουλές η μάνα μου άλλο τίποτα, τις οποίες συνήθισε να γράφει σε ένα τεράστιο, παμπάλαιο σημειωματάριο το οποίο μάζευε σκόνη εδώ και χρόνια στο πατάρι.

Λίγο πριν την επανείσοδο μου στον πολιτισμένο κόσμο, έξω από το σκοτάδι και την απομόνωση του ατελιέ μου, ήρθε σπίτι ο Στέφανος. Πριν την ανακοίνωση κάθε συλλογής μου, είχαμε υιοθετήσει ένα τελετουργικό. Μπίρες, μπάφο και sitcom Αμερικάνικα. Κάποιες φοιτητικές κρεπάλες δεν τελείωναν ποτέ. Ούτε οι έρωτες.
«Και για πες, τι θέμα θα έχει η επόμενη φοβερή συλλογή σου;» με ρώτησε αφήνοντας τον σαρκασμό του να κερδίσει πανηγυρικά.
«Δεν σου λέω», του απάντησα ρουφώντας δυνατά την τελευταία τζούρα του τσιγάρου.
«Λέγε, ρε όργιο. Σοβαρά ρωτάω».
«Θα μάθεις σε λίγες ημέρες», του είπα χαμογελώντας και κοιτώντας το ταβάνι. Για πρώτη φορά ένιωθα ότι είχα τον έλεγχο πάνω του.
Κι εκείνη την στιγμή έσκυψε για να μου τον πάρει. Με πλησίασε και με μέθυσε το άρωμά του. Το στόμα του ήταν σε απόσταση αναπνοής από τον λαιμό μου. Έσφιξα το κάλυμα του καναπέ τόσο δυνατά που πονούσαν τα δάχτυλά μου.
«Γιατί τόση μυστικότητα; Ποιον κριτικό τέχνης θες να ξεφτιλίσεις πάλι;»
Τον κοίταξα, πήρα βαθιά αναπνοή, χαμογέλασα και του χάιδεψα απαλά το κεφάλι. Τραβήχτηκε λίγα εκατοστά πίσω.
«Αποφάσισα να ξεγυμνωθώ».
Δεν είχα ξαναδεί τόσο σκαλωμένο τον Στέφανο κι ειλικρινά το απόλαυσα. Σηκώθηκα να πάω τουαλέτα. Όταν γύρισα, είχε ήδη φύγει.

Η έκθεση είχε ανέλπιστα αρκετό κόσμο. Πίστευα ότι μετά το τελευταίο ρεζιλίκι μου, θα είχα διασυρθεί στα κουτσομπολίστικα περιοδικά τέχνης. Αντιθέτως, φαινόταν ότι το άστρο μου ακόμη με προστάτευε και μου έδινε κι άλλη ευκαιρία. Είχα αποφασίσει να μην συμμετέχω πολύ στην συγκεκριμένη έκθεση. Να αφήσω τον κόσμο να εισπράξει το έργο μου με τον δικό του τρόπο.

Καθόμουν σε μία γωνία και παρατηρούσα. Υπήρχε μία εκρηκτική ησυχία στον χώρο. Ούτε σχόλια, ούτε συζητήσεις ιδιαίτερες. Τι να πουν κι όλας; Για ποιον λόγο είχα αποφασίσει να παρουσιάσω μία ντουζίνα πίνακες που είχαν σαν κεντρικό θέμα τους τα δόντια; Δόντια ματωμένα, δόντια πολύχρωμα, δόντια ταλαιπωρημένα και σπασμένα, δόντια ατελή και δόντια κατάλευκα. Όλα, συνοδευόμενα από ένα αδιόρατο πρόσωπο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει κανείς.

Και κυρίως αυτός που του άνηκε.

Είχε έρθει από νωρίς αλλά απέφευγε να μου μιλήσει. Ίσως γιατί είχε καταλάβει. Ίσως γιατί ντρεπόταν. Τα σχόλια που εισέπραξα ήταν ανάμεικτα αλλά αληθινά. Η καλύτερή μου φίλη μου είπε ότι χρειαζόμουν διακοπές άμεσα. Ένας παλιός μου συνεργάτης πως ήταν ό,τι καλύτερο είχα παρουσιάσει. Εμένα, όμως, με ένοιαζε μόνο η γνώμη εκείνου.

Ο οποίος, μόνο όταν σχεδόν είχε αδειάσει η αίθουσα, πήρε το θάρρος να έρθει να μου μιλήσει.
«Ενδιαφέρον θέμα, Έλλη μου. Πρωτότυπο».
«Α, ναι; Σου άρεσε;»
ρώτησα και στηρίχτηκα με την πλάτη στον τοίχο. Ήταν αγχωμένος, είχε ιδρώσει, δεν με κοιτούσε στα μάτια.
«Ναι. Φαντάζομαι περιγράφει την έντονη εκφραστικότητα του ανθρώπινου στόματος μέσα από μία πανδαισία συναισθημάτων που το κατακλύζουν;»
Γέλασα δυνατά.
«Δεν αφήνεις τις μαλακίες, ρε Στέφανε. Εσένα δείχνει και μόνο».
Άνοιξε το στόμα του. Ό,τι λέξεις είχε να πει τις κατάπιε αμάσητες.
«Προφανώς και το ξέρεις ότι είμαι κολλημένη μαζί σου. Εδώ και καιρό. Και το αγνοείς ή με εμπαίζεις επιδεικτικά. Το έχω πάρει πλέον απόφαση. Αλλά, πριν προχωρήσω, ήθελα να το βγάλω από μέσα μου. Και τι καλύτερο από το να δείξω αυτά τα υπέροχα δόντια σου, που τόσο θέλω να ματώσω, αγγίξω, φιλήσω, γευτώ, στον κόσμο;»

Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα μέχρι να αντιδράσει. Σήκωσε τα χέρια του να με αγκαλιάσει αλλά από τη στάση μου κατάλαβε, και τα κατέβασε πάλι
.
«Λέω να ακολουθήσω τη συμβουλή της κολλητής μου. Χρειάζομαι διακοπές. Θα τα ξαναπούμε. Μέχρι τότε, εσύ μπορείς να χαζεύεις τη μάπα σου σε όλες τα εναλλαγές που πέρασαν από το μυαλό μου. Στο επανιδείν».

Το μόνο που μου έλειπε ήταν να είχα λίγο από εκείνο το ποτό που είχα ρίξει τότε, σ΄εκείνον τον ζωγράφο, και να του πετάξω το υπόλοιπο στα μούτρα.

Και να το κάνω πίνακα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιάννης Σιδέρης

Γεννήθηκα ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι... (ψέματα, Γενάρη γεννήθηκα αλλά δεν έχει καμία σημασία). Από μικρός ήθελα να γίνω ξυλοκόπος και το διαλαλούσα με τον ευφάνταστο, πλέον, τρόπο λέγοντας “Θέλω να γίνω πριονός!” (ξυλοκόπος με πριόνι). Από τότε κατάλαβα ότι έχω πολύ μούρλα για να την αφήσω να συσσωρεύεται. Ξεκίνησα να γράφω σε τετράδια, θρανία, τοίχους, πίνακες, λαδόκολλα από σουβλάκια. Μέχρι που βρέθηκε το μαγικό πληκτρολόγιο και πλέον ταλαιπωρώ τους πάντες στο διαδίκτυο.
Είμαι 23 χρονών ανάποδα, μου αρέσουν οι φράουλες και τα τζετ σκι. Στον ελεύθερο μου χρόνο, το παίζω σοβαρός (πολύ σπάνιο) και διαβάζω (ακόμα πιο σπάνιο).
Γιάννης Σιδέρης

Latest posts by Γιάννης Σιδέρης (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *