Μα που είσαι; Ξύπνα! Σήκω. Μερόνυχτα κόπιαζες για αυτόν εδώ τον κήπο.

Τον βρήκες ξεραμένο και σκοτεινό μια παγερή νύχτα, που τυχαία τα μοναχικά σου βήματα σε έβγαλαν στο κατώφλι του. Γεμάτη περιέργεια χάιδεψες για μια στιγμή τις σκουριασμένες από χρόνια κλειδωνιές του και εκείνες έγιναν χίλια κομμάτια μονομιάς. Σαστισμένη άγγιξες τη σκονισμένη πόρτα του και εκείνη έτριξε λιγάκι, γκρινιάζοντας σαν ξαφνιασμένο παιδί που του χαλάνε τον ύπνο, ανοίγοντας μια χαραμάδα. Χαμογέλασες. Την έσπρωξες με πείσμα. Έπρεπε να τον δεις τούτον τον κήπο. Ανέδυε μιαν οικεία μυρωδιά. Και τότε με έναν τρόπο μαγικό ξάπλωσε στην αγκαλιά του το φως του φεγγαριού, που πάντα κουβαλάς στα μάτια σου. Μες στη μαυρίλα του ξαφνιάστηκε και αμήχανα επέτρεψε στο σκυθρωπό του πρόσωπο, να σου χαρίσει ένα γλυκόπικρο, δικό του, χαμόγελο. Ακόμη και σ’ αυτά τα χάλια, ολοκληρωτικά γυμνός και άγρια ερημωμένος, λουσμένος από το φεγγαρόφωτο, φάνταζε όμορφος στα μάτια σου. Θαρρείς σε ευχαριστούσε με τον τρόπο του, που τον ανακάλυψες. Σου θύμισε λιγάκι εσένα.

Εκείνη τη νύχτα, σε μια σπάνια στιγμή, προβάλλοντας κομμάτια σας ξεδιάντροπα ο ένας πάνω στον άλλο, καταφέρατε να αγγίξετε μέρη της ψυχής σας, που δεν γνωρίζατε ότι υπάρχουν. Σπάσατε τη σιωπή σας και αβίαστα ξεγλίστρησε από τα χείλη μια υπόσχεση. Να φυλάτε ο ένας τον άλλον από την κακία και τον τσαμπουκά του κόσμου. Να τον προστατεύετε από τον ίδιο του τον καταστροφικό εαυτό. Ήτανε όμορφη σαν όνειρο εκείνη η νύχτα.

Τις μέρες που ακολούθησαν, κάθε πρωί ξερίζωνες με πείσμα όλα εκείνα τα ζιζάνια, που με θράσος τον έπνιγαν. Του χάριζες ανάσες, χάδια. Του έμαθες να αντιστέκεται σε ό,τι τον σκοτεινιάζει, να ελπίζει, να θέλει να ανθίσει. Του έμαθες να αγαπά τον εαυτό του, τη ζωή, δείχνοντάς του ένα διαφορετικό της πρόσωπο. Ένα τρυφερό πρόσωπο που δεν του είχε δείξει ποτέ κανείς. Και εκείνος κουβέντιαζε με τόση ευχαρίστηση μαζί σου! Μαθαίνοντας όλο και καλύτερα τη δική σου γλώσσα, κατάφερε να σε κρατήσει μακριά από την αδιάφορη και πληκτική καθημερινότητα. Από τα αδιάκριτα μάτια. Από τις σκληρές και άδικες γλώσσες. Σε περιεργαζόταν προσεκτικά, παρατηρώντας κάθε σου λέξη, κάθε κίνηση. Ήθελε να γνωρίσει καλά κάθε πτυχή σου. Και όσο σε γνώριζε, τόσο καλύτερη ασπίδα σου γινόταν, να αντικρούσει με επιχειρήματα, όσους προσπαθούσαν διακαώς να σε κατακρίνουν. Δίχως να σε γνωρίζουν πραγματικά. Όσους στερούσαν το οξυγόνο σου. Το οξυγόνο του. Τόσο σε λαχταρούσε.

Τις νύχτες χάιδευες το χώμα του, να αγκαλιάσει τους σπόρους σου. Πότιζες τη δίψα του το πιο γλυκό κρυφό σου δάκρυ. Τού ‘φτιαχνες παραμύθια. Τόσο σκληρά μα και όμορφα. Τόσο αληθινά έμοιαζαν στα παιδικά του μάτια, που άρχισε να τα ζει. Μέσα τους ήταν εκείνος, που κορόιδευε και σκότωνε τους δαίμονές του. Μέσα τους ήσουν εσύ, που έκρυβες τους δικούς σου και όλα εκείνα που δεν είχες το κουράγιο να του πεις. Μα εκείνος ήξερε πια. Ένοιωθε ό,τι ένοιωθες. Τις σκιές, που σε κυνηγούσαν από μωρό παιδί. Τη λύπη και το φόβο σου για αυτόν, που άρχισε να γίνεται ένα με εκείνες τις σκιές μες στο κουρασμένο σου μυαλό. Μέσα σε αυτά και την ανάγκη σου να ξεκουραστείς. Ένοιωθε και εκείνος την ανάγκη να σε αποδεσμεύσει από την υπόσχεση. Να σεβαστεί την επιθυμία σου να μείνεις μόνη. Να ξεμπλοκάρεις το μυαλό σου. Και ας του ήταν τόσο δύσκολο να σε αποχωριστεί. Οι σπόροι σου είχαν ήδη ριζώσει μέσα του. Με τα τραγούδια του προσπάθησε να νανουρίσει τους πιο κρυφούς σου φόβους. Να σε ελαφρύνει από το βάρος του. Ονειροβατώντας πια, με τα μάτια ανοιχτά, σαν έσβηνες το φως σου, σ’ ακολουθούσε. Το κεφάλι σου ακουμπούσε τρυφερά στο μαξιλάρι με δυο γλυκά φιλιά και έμενε εκεί στο πλάι σου να σε φυλάει μέχρι το πρώτο φως της μέρας. Να στέλνει μακριά τους δαίμονές σου. Τους δαίμονές του..

Ο καιρός περνούσε και εκείνος άμαθος στην περιποίηση, νόμιζε και το χάδι σου όνειρο και όλο τη νύχτα αναζητούσε, να το φυλακίσει εκεί. Το είχε τόσο ανάγκη! Πώς να ανθίσει μες στα σκοτάδια; Έτσι μαγεμένος γαλήνευε και τα χαράματα έκλεινε τα μάτια από την κούραση και αποκοιμιόταν στην αγκαλιά σου. Ονειρευόταν άλικα ρόδα, σαν θα ‘ρθει η ώρα, να σου χαρίσει. Τα δικά σας. Μόνο στο όνειρο. Ήξερε. Μόνο εκεί του επιτρεπόταν. Μέχρι να καταλάβεις πως δεν ήταν αυτός που στοίχειωνε τις νύχτες σου.

Κι εσύ τον νόμιζες αδιάφορο, αλαζόνα. Άρχισες να του θυμώνεις. Να τον αγνοείς για τιμωρία. Σταμάτησες να ‘ρχεσαι. Πάνω που πίστεψε. Αφέθηκε. Ανήμπορος έπεσε τότε σε εκείνα τα σκοτάδια του. Εκεί, που στα όνειρα του χάιδευε ό,τι δικό σου του είχε απομείνει.. Τους σπόρους σου. Τώρα τους πότιζε με το δικό του δάκρυ. Έτσι σε κρατούσε ζωντανή μέσα του. Έτσι κατάφερε να ανθίσει. Να δώσει και δικούς του σπόρους. Μες στη μαυρίλα του. Έτσι άρχισε να λαχταρά και το φως της μέρας. Προσμένοντάς σε να φανείς.

Πολύ αργά. Τίποτε δεν έφτανε πια στα αυτιά σου. Είχες ήδη ξεμακρύνει, παίρνοντας μαζί και τη ζέστη σου. Ούτε ένα αντίο δεν πρόλαβε να σου πει. Φώναξε. ‘Ήθελε να σου εξηγήσει. Να μη φύγεις με λάθος εικόνα. Όχι εσύ. Ήξερε. Δεν θα το άντεχε αυτό. Μα εσύ πουθενά. Έκλαψε. Παρακάλεσε. Νευρίασε. Μάταια όλα. Ξέμεινε με τα ρόδα του ανθισμένα μα γεμάτα αγκάθια πια. Παραδόθηκε στην απόφασή σου κι ας μην κατάλαβε. Ένιωσε. Το χιόνι και τον βαρύ χειμώνα τώρα περιμένει. Να τα κάψει όλα. Να σε γλιτώσει, να τον λυτρώσει. Ο ίδιος ήδη άρχισε να παγώνει. Κι ας είναι έξω Άνοιξη. Χειμωνιάζει γρήγορα σαν μείνεις μόνος.

Μα εσύ χάθηκες. Έλα να σε χαρώ. Μπορείς να αντέξεις; Μια στιγμή! Όσο κρατά ένα αντίο.
Ούτε να τον δεις δε θα προλάβεις. Το πρώτο χιόνι κοντεύει. Ένα μαύρο ρόδο απέμεινε. Το φρόντισε τρυφερά. Γυμνό από αγκάθια το κράτησε, να στο χαρίσει. Γλυκιά να μείνει στη μνήμη η θύμησή του, λίγο πριν ασφαλίσει αμπάρες ξανά. Το χαμόγελό σου μόνο να αιχμαλωτίσει στη δική του. Προλαβαίνεις; Προλαβαίνει;

 

ΜaD