Είμαστε φίλοι και μάλιστα καλοί. Έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση, αλλά δυνατή. Μια σχέση με τα πάνω της και τα κάτω της. Με τους τσακωμούς της και με τις αγάπες της. Με τα γέλια και τα κλάματά της. Είμαστε φίλοι όμως…

Γνώρισες τη γυναίκα της ζωή σου. Χάρηκα πολύ! Αλήθεια σου λέω.
Έπεσες στα πατώματα. Ερωτευμένος μέχρι αηδίας. Τουλάχιστον έτσι δήλωνες… Ήξερα καλά πως ήταν ένας απλός ενθουσιασμός. Έπαψα να είμαι προτεραιότητα. Λογικό! Άλλη είχε τον πρωταρχικό ρόλο και το αποδέχτηκα. Δεν χαθήκαμε όμως… Επικοινωνούσαμε συχνά πυκνά, αλλά δε βρισκόμασταν. Μπορεί κατά βάθος να με πείραζε, αλλά ήξερα πως είσαι καλά.

Ένα βράδυ με πήρες τηλέφωνο πανικόβλητος. Μου ζήτησες να έρθω να σε βρω στο λιμάνι αμέσως. Υπάκουσα. Έκανα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και όταν βρέθηκα κοντά σου, έπεσες στην αγκαλιά μου κλαίγοντας. Από τις σκόρπιες λέξεις που ξεχώρισα μες στο παραλήρημά σου κατάλαβα πως η γυναίκα της ζωής σου σε παράτησε για τον καλύτερό σου φίλο. Σε άφησα να κλάψεις όσο ήθελες. Δε μίλησα, σου χάιδευα μόνο τα μαλλιά και κοιτούσα το κενό.

Όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο, με φίλησες. Έτσι ξαφνικά, όπως συνήθιζες να κάνεις τα πάντα μαζί μου. Πίστευα πως ήταν αντίδραση της στιγμής, αλλά δε με άφηνες. Άρχισες να βαθαίνεις αυτό το φιλί όλο και περισσότερο. Αφέθηκα…

Δε χρειάζεται να περιγράψω τη συνέχεια. Θυμόμαστε πολύ καλά τι συνέβη μετά. Τι συνέβη μέσα στο αγαπημένο αυτοκινητάκι μας. Εκείνο τόσα χρόνια ήταν το καταφύγιό μας. Εκείνο μάζευε τα δάκρυα μας όταν ήμασταν μικρά και πηγαίναμε βόλτες με τους γονείς μας. Σε εκείνο τσακωθήκαμε πρώτη φορά στο γυμνάσιο. Μέσα εκεί με φίλησες πρώτη φορά στο λύκειο και εκεί σε χαστούκισα γι’ αυτό. Τα πάντα εκεί μέσα τα κάναμε μαζί… Και τώρα αυτό. Η ολοκλήρωση μιας σχέσης. Φιλικής πάντα!

Μόλις σταματήσαμε έξω από το σπίτι μου, με φίλησες ξανά και μου χαμογέλασες. Άνοιξα την πόρτα και έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ήξερα πως τελειώσαμε μετά απ’ αυτό… Και βγήκα σωστή. Κανένα τηλέφωνο. Καμία βόλτα. Καμία τυχαία συνάντηση. Οι γονείς μας κατάλαβαν πως είναι σοβαρά τα πράγματα. Εμείς χώρια; Ποτέ! Δύο μήνες πέρασαν στη σιωπή. Δύο μήνες για να καταλάβω πως εκείνη η βραδιά θα με σημαδέψει για πάντα.

Όταν βγήκα από τη γιατρό, είχα ανάγκη τις μαμάδες μου. Τις συνάντησα μετά από μισή ώρα στην πλατεία. Η μαμά σου με αγκάλιασε σφιχτά και η δικιά μου μου έπιασε το χέρι. Τους είπα την αλήθεια. Όλη! Με όλες τις λεπτομέρειες. Μόνο τότε κατάλαβαν τι έγινε με εμάς και φοβήθηκαν για το τι θα γίνει από εδώ και πέρα.

Πριν μιλήσουν τους είπα ότι θα φύγω για λίγο. Να ηρεμήσω και να σκεφτώ. Τους ξεκαθάρισα πως δεν έχω σκοπό να σου μιλήσω γιατί δε θέλω να καταπατήσω τον όρκο που δώσαμε στο λύκειο. Γέλασαν… Θυμήθηκαν τις λίστες που ήταν κολλημένες στα δωμάτιά μας τόσα χρόνια τώρα.
Το επόμενο πρωί με βρήκε δίπλα στη θάλασσα. Στο κάστρο. Έτσι το λέγαμε αυτό το σπίτι… Το είχαν αγοράσει οι γονείς μας από κοινού για να κάνουμε τις διακοπές μας και τώρα είμαι μόνη μου εκεί.

Ξαφνικά, άκουσα τον ήχο από το αυτοκινητάκι μας και σε είδα να κατεβαίνεις προς την παραλία. Με πλησίασες. Άρχισα να μιλάω και να κλαίω. Δε θυμάμαι τι έλεγα αλλά είμαι σίγουρη πως προσπαθούσα να σου εξηγήσω. Σκούπισες τα δάκρυά μου και με φίλησες…

Άρχισες να μιλάς…
“Σταμάτα να κλαις! Τα ξέρω όλα και είμαι πολύ χαρούμενος. Ναι, οκ, καταπατήσαμε τον όρκο του “δεν κάνουμε παιδί για να κρατήσουμε τον άλλον”, αλλά ποιος σου είπε εσένα ότι εμένα θα με κρατήσει αυτό; Εγώ σ’ αγαπάω και σε θέλω πολλά χρόνια τώρα και για πολλά χρόνια μετά. Το παιδί ήρθε νωρίτερα απ’ όσο φανταζόμουν, αλλά σιγά. Παιχνιδάκι! Εξάλλου, ξέχασες τα μικρά γράμματα στο συμβόλαιο… “Ό,τι και να γίνει είσαι το άλλο μου μισό!” και το εννοώ…”

Τον αγκάλιασα σφιχτά. Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά. Είμαστε φίλοι και μάλιστα καλοί. Δύο φίλοι που θα είναι για πάντα μαζί…