Ήμουν στην ταβέρνα του κυρίου Κώστα και έτρωγα ό,τι είχε απομείνει από τα φαγητά που είχε φτιάξει. Καθόμουν σε ένα γωνιακό τραπέζι στο βάθος, μακριά από τις τουαλέτες και την κουζίνα. Οι σερβιτόροι συμμάζευαν, τα πιατικά και τα πιρούνια κουδούνιζαν σαν χορωδία κρουστών. Τα καλοριφέρ δούλευαν ακόμα στο φουλ. Από την κουζίνα άκουγα τους μαγείρους που έπλεναν τους νεροχύτες και καθάριζαν τα σκεύη, συζητώντας. Στα μεγάφωνα έπαιζε το πρόγραμμα κάποιου ραδιοφωνικού σταθμού.

Εγώ έτρωγα μονάχος. Από τα δεκαεννιά μου, ήμουν μόνος. Όταν τέλειωσα με τη θητεία μου, ήρθα σπίτι και είπα στους γονείς μου ότι θέλω να πάω σε σχολή Καλών Τεχνών. Ήθελα να γίνω ζωγράφος. Από μικρός ζωγράφιζα, σκίτσαρα πρόσωπα και εικόνες στα τετράδια και τα βιβλία μου. Δεν μου άρεσε το διάβασμα.

Οι γονείς μου τσαντίστηκαν, όταν κατάλαβαν πως δεν θα έκανα πίσω. Φωνές, βρισιές, απογοήτευση. Δεν θα έχεις δουλειά, είπαν. Θα πεινάσεις. Θα ζεις στο πεζοδρόμιο. Τα αδέρφια σου τα κατάφεραν επειδή σπούδασαν.
Τους είπα πως, αν είχα τη στήριξή τους στην αρχή, μετά θα τα βόλευα. Σπρώξιμο χρειαζόμουν, απλά να πάρω τα πάνω μου.
Όχι. Ο πατέρας μου. Φύγε. Φύγε. Μην ξανάρθεις.
Η μητέρα μου έπαιξε το ρόλο του «καλού μπάτσου». Απέτυχε.
Έφυγα. Πήρα ρούχα, μολύβια και μπλοκ που είχα και έφυγα. Χωρίς λεφτά. Αρχικά, έπιασα δουλειά σε ένα συνεργείο ελαιοχρωματιστών. Λίγο το παραδάκι, «μαύρο», φυσικά. Ένας από αυτούς δέχτηκε να με φιλοξενήσει για μερικές μέρες. Ζούσε με τη γυναίκα και την κόρη του, περίσσευε ένα δωμάτιο. Έμεινα εκεί για λίγο.

Το έψαξα. Ρώτησα. Ήλπιζα μήπως κάποια σχολή. Όλες απαιτούσαν ρευστό. Δεν το είχα. Τους έδειξα τι είχα φτιάξει. Μια ματιά έριξαν και μετά μου ζήτησαν να φύγω.
Έπειτα από δύο χρόνια έμεινα και τυπικά χωρίς δουλειά και σπίτι. Το συνεργείο διαλύθηκε, όχι μόνο λόγω της κρίσης που έσφαζε την Ελλάδα, αλλά και επειδή δύο από τους παλιότερους συνεταίρους έκαναν κομπίνες και απομυζούσαν την επιχείρηση. Χρέη, τσακωμοί, ε, δεν ήθελε και πολύ.
Πήρα κάτι ψίχουλα και έφυγα με το μπόγο μου στην πλάτη μου. Η Αθήνα απλωνόταν γύρω μου, ο κόσμος χαώδης σαν ανεξερεύνητη σπηλιά. Πού θα πήγαινα; Τι θα έκανα; Πώς θα ζούσα;
Δεν είχα απάντηση. Το μόνο που με ενοχλούσε πιο πολύ απ’ όλα είναι το ότι οι γονείς μου είχαν δίκιο. Ακόμα και η δικαιολογία «Και αυτοί που τέλειωσαν τόσα πανεπιστήμια και δεν έχουν δουλειά» έμοιαζε σκάρτη. Έβρισκαν, κάτι έβρισκαν αυτοί. Μπορούσαν να φύγουν, να πάνε σε άλλη χώρα. Εγώ δεν είχα τη δυνατότητα να πάω ούτε στην άλλη άκρη της Αθήνας.
Ωστόσο, δεν έπαψα να ελπίζω. Κοιμήθηκα σε παγκάκι τα πρώτα βράδια, ευελπιστώντας πως κάτι θα σκεφτόμουν.
Αλίμονο, δεν βρήκα. Κάτι δουλίτσες του ποδαριού, ψιλοπράματα. Ίσα για να παίρνω ένα μπουκαλάκι νερό και λίγο φαΐ.

Κάπως έτσι κατέληξα στη γειτονιά που είχε την ταβέρνα του ο κύριος Κώστας. Τον βοηθούσα βγάζοντας έξω τα σκουπίδια κι εκείνος, αφού έκλεινε το μαγαζί, μου επέτρεπε να τρώω ό,τι απέμεινε. Δεν μου άρεσε, αλλά οι επιλογές ήταν μηδαμινές κι εγώ έπρεπε να ζήσω. Ήθελα να ζήσω. Ζωγράφιζα συνέχεια με ό,τι υλικά είχα –τα οποία επίσης λιγόστευαν.
Μόνος. Έτσι ένιωθα. Μόνος.

Σήμερα ήταν Καθαρά Δευτέρα. Είχε καλό καιρό. Όταν ξύπνησα στο πάρκο, είδα κόσμο να πετάει χαρταετούς και άλλους να τους φορτώνουν στο αμάξι τους και να βάζουν πλώρη για τα βουνά, για πιο ανοιχτά μέρη, τέλος πάντων, έξω από την Αθήνα.
Από τα δεκατέσσερα είχα ξεκινήσει τους καφέδες, μαζί με το αλκοόλ και το σεξ –αλλά αυτά όχι στα φανερά. Είχα εθιστεί στην καφεΐνη. Αλλά πλέον δεν την είχα ανάγκη. Ποτέ δεν την είχα, όμως όταν το βρίσκεις το ναρκωτικό σου το παίρνεις έτσι κι αλλιώς.
Τώρα δεν το έβρισκα, οπότε, με το που είδα τα παιδιά με τους χαρταετούς και τους γονείς τους να τα βοηθούν να τους πετάξουν, έπιασα το μπλοκ και όσους μαρκαδόρους διέθετα και ζωγράφισα. Δύο ώρες παρατηρούσα και σχημάτιζα και έβαζα μπόλικο χρώμα. Έβαλα και τον εαυτό μου στο τοπίο, μια γκρίζα σκιά ανάμεσα στον μπλε ουρανό, τα λίγα δέντρα και την κίτρινη παιδική χαρά.
Θα συνέχιζα κι άλλο, αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν το άντεχα. Ήταν πολύ για μένα. Μνήμες· μου ξύπνησε ευχάριστες μνήμες από τα παιδικά μου χρόνια. Μετά ήρθε η αναπόφευκτη σύγκριση με το σήμερα και η πίεση στο κεφάλι μου ήταν ισχυρή σαν κανονιά.
Περιηγήθηκα στους γύρω δρόμους. Χωρίς σκοπό. Η ακινησία με διέλυε, απλά περπατούσα. Ενδόμυχα αναζητούσα τη σωτηρία μου σε μια μεγάλη πόλη.
Κι έπειτα, το βράδυ, είδα στα σκουπίδια όλους αυτούς τους χαρταετούς, υγιή χρώματα σ’ έναν δηλητηριώδη τόπο. Άξιζαν καλύτερη μεταχείριση κι αυτό με εκνεύριζε ακόμα πιο πολύ.
Τώρα έτρωγα μόνος. Ο κύριος Κώστας με παρατηρούσε πού και πού και μου χαμογελούσε. Το ίδιο και οι άλλοι εργαζόμενοι εδώ.
Η τηλεόραση έπαιζε μια ταινία, αλλά είχαν κλείσει τον ήχο –προτιμούσαν τα τραγούδια. Σκηνές δράσης, ξύλο, κυνηγητά. Δεν μου άρεσαν αυτά. Προτιμούσα πιο συναισθηματικές ταινίες. Αλλά από το ολότελα…

Κάποια στιγμή, σταμάτησε η ταινία, όπως και τα τραγούδια. Στην οθόνη είδα έκτακτο δελτίο ειδήσεων. Ένας δημοσιογράφος, έντρομος, έλεγε κάτι. Στην ταβέρνα ακούστηκε η φωνή ενός συναδέλφου του, τρομοκρατημένη: «Προς όλους τους πολίτες. Ανακοινώνεται από τις Αρχές πως
(η Γη, η Γη τρέμει, τα τραπέζια πέφτουν, οι σερβιτόροι σωριάζονται ο ένας πάνω στον άλλο, τι στο καλό, γιατί τρέμει η Γη;)
“…καλείται ο κόσμος να εγκαταλείψει τα σπίτια του, να απομακρυνθεί από κτίρια και…”

Δεν άκουσα τι άλλο είπε, γιατί η σύνδεση διακόπηκε. Η τηλεόραση έσβησε και παράσιτα γέμισαν την αίθουσα. Κι άλλωστε, είχα σηκωθεί και προσπαθούσα να φτάσω στην έξοδο –πάνω στην βιασύνη μου, ξέχασα και το μπόγο μου. Τι σεισμός ήταν αυτός, Παναγία μου! Καθώς προχωρούσα, έβλεπα και άκουγα τους τοίχους να ρημάζονται, γραμμές να χαράσσονται στο λευκό τους σώμα. Τα ηχεία στους τοίχους γκρεμίστηκαν. Από την κουζίνα άκουγα ουρλιαχτά.
Βγήκα έξω. Ο κρύος αέρας με χτύπησε αμέσως. Αλλά δεν ήταν αυτό το χειρότερο που συνέβαινε. Πανικός. Άνθρωποι έτρεχαν εδώ κι εκεί. Συστήματα συναγερμού έπαιζαν το κομμάτι τους, σαν δαιμονικά ρομπότ. Κλάματα από παιδιά. Φωνές από τους μεγάλους. Σπρωξίματα, χτυπήματα. Ένας τύπος, άστεγος σαν εμένα, είχε ανέβει σε ένα τζιπ και φώναζε πως ήρθε η μέρα της Κρίσης. Τον αγνοούσαν, αλλά αυτός συνέχιζε.
Τι έπρεπε να κάνω τώρα;
Προχώρησα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στο δρόμο ανοίγονταν ρήγματα. Κολόνες είχαν πέσει. Οι πολυκατοικίες κινούνταν δεξιά αριστερά σαν μεγάλα δάχτυλα.
Έφτασα στο πάρκο σώος. Το κεφάλι μου πονούσε. Είχα ταχυπαλμία. Ίδρωνα και έπαιρνα βαθιές, ηχηρές ανάσες. Τα μάτια μου δεν εστίαζαν κάπου, αλλά κοιτούσαν πέρα δώθε, το κακό που επικρατούσε τριγύρω.
Ώσπου σταμάτησαν σε ένα σημείο. Μέσα στην καταστροφή, άφησα τους έντρομους ανθρώπους, τον κήρυκα και τα κτίρια, και έμεινα να κοιτάζω με ανοιχτό στόμα προς τα σκουπίδια.
Είδα τους χαρταετούς. Είχαν υψωθεί προς τον ουρανό. Κανείς δεν τους κρατούσε. Απλά…
Πλησίασα. Ήταν μια παρόρμηση και τη πραγματοποίησα. Είκοσι χαρταετοί διαφόρων αποχρώσεων και σχεδίων αιωρούνταν. Μύριζα τη βρομιά των σκουπιδιών, αλλά δεν έδινα σημασία. Άνθρωποι με προσπέρασαν, δεν τους έδωσα σημασία.
Χαμογέλασα και έκανα να πιάσω τον σπάγκο ενός χαρταετού.
Αμέσως αυτός τυλίχτηκε γύρω από το χέρι μου.
Ύστερα ένας ακόμη, στο άλλο χέρι.
Κι άλλος, στο δεξί μου πόδι.
Κι άλλος, στο αριστερό.
Όλοι με είχαν αρπάξει στο τέλος.
Ένιωθα σαν να με αγκάλιαζαν όλοι οι φίλοι μου.
Και μετά απλά αφεθήκαμε. Απογειωθήκαμε. Πετάξαμε ψηλά.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν κοίταξα κάτω. Έκλεισα τα μάτια, δάκρυσα και έφυγα.