Η μικρή Στέλλα λάτρευε τα παραμύθια. Τρελαινόταν να κάθεται μπροστά από το αναμμένο τζάκι, ενώ ο πατέρας της, της διηγιόταν, απίστευτες ιστορίες για δράκους, πριγκίπισσες και κακούς λύκους. Της άρεσαν τα ευτυχισμένη τέλη και στεναχωριόταν όταν οι ήρωες των παραμυθιών πάθαιναν κάτι κακό ή κινδύνευαν. Όνειρο της, ήταν μια μέρα να γίνει κι αυτή μέρος των αγαπημένων της παραμυθιών, να ζήσει τις περιπέτειες τους μα πάνω από όλα, να γνωρίσει όλους αυτούς τους ήρωες από κοντά. Στο παιδικό της μυαλό, όλα φάνταζαν απλά κι εύκολα.

Όμως η Στέλλα μεγάλωσε. Απότομα. Η ανεξήγητη δολοφονία του πατέρα της και ο χαμός που άφησε πίσω του, την ανάγκασαν να προσγειωθεί ανώμαλα στην πραγματικότητα. Η παιδική αφέλεια χάθηκε από τα μεγάλα καστανά μάτια της. Η θλίψη που ένιωθε μέσα της την έτρωγε καθημερινά, ανοίγοντας μικρές τρύπες στην ψυχή της, που έγιναν τελικά ολόκληρα χάσματα. Σταμάτησε να πιστεύει σε όλα αυτά που την έκαναν ξεχωριστή. Σταμάτησε να ονειρεύεται, να ελπίζει. Κι έτσι ο καιρός περνούσε.

Αρκετά χρόνια μετά…

Το μεγάλο χαρτοκιβώτιο, ήταν αρκετά βαρύ για να μπορέσει να το μεταφέρει μόνη της. Το άφησε να πέσει όπως όπως, στο παλιό ξύλινο πάτωμα. Ένα δυνατό μπαμ ακούστηκε και πολύ σκόνη σηκώθηκε, όταν το κιβώτιο προσγειώθηκε στις σανίδες, που έτριξαν ελαφρά κάτω από το βάρος του. Η Στέλλα γονάτισε αγανακτισμένη κι άρχισε να βγάζει μερικά πράγματα από το κουτί.

«Μα ποιος στο καλό μάζευε όλες αυτές τις σαβούρες;» αναρωτήθηκε φωναχτά και συνέχισε την δουλειά της.

Είχε φτάσει σχεδόν στην μέση του χάρτινου κιβωτίου, όταν το χέρι της ακούμπησε πάνω σε κάτι δερμάτινο. Τράβηξε έξω το αντικείμενο με τα δύο της χέρια κι έμεινε να το κοιτάει αποσβολωμένη.

Ήταν το παλιό βιβλίο του πατέρα της. Εκείνο που περνούσε από γενιά σε γενιά στην οικογένεια της και περιείχε όλες τις ιστορίες που τις διάβαζε όταν ήταν μικρή, πριν από την δολοφονία του. Το δερμάτινο εξώφυλλο του είχε φθαρεί σε αρκετά σημεία. Οι σελίδες του, είχαν κιτρινίσει από τον καιρό, ενώ όλο το βιβλίο ανέδιδε μια μυρωδιά σαπίλας κι αποσύνθεσης. Τα δάχτυλα της περιπλανήθηκαν πάνω στο σκληρό εξώφυλλο, σε κάθε χαρακιά και φθορά του. Ήθελε τόσο πολύ να το ανοίξει, να διαβάσει κάποια από αυτές τις ιστορίες, να γίνει και πάλι παιδί, όμως φοβόταν πως θα το κατέστρεφε με κάποια αδέξια κίνηση της.

Ωστόσο, η περιέργεια και η λαχτάρα της, νίκησαν κάθε αίσθημα φόβου. Βολεύτηκε όπως μπορούσε καλύτερα στο πάτωμα. Σταύρωσε τα πόδια της και τοποθέτησε το βιβλίο πάνω στα γόνατα της. Το άνοιξε στην πρώτη σελίδα και ξεκίνησε να διαβάζει.

«Μια φορά κι έναν καιρό…» μουρμούρισε και μια πυκνή ομίχλη την τύλιξε.

Τα πάντα γύρω μου ήταν θολά. Καταχνιά είχε απλωθεί παντού γύρω μου, δυσκολεύοντας την όραση μου. Έκανα μερικά αβέβαια βήματα μπροστά και τότε άξαφνα, βρέθηκα σε μια αίθουσα.

Ένας παράξενος πολυέλαιος, κρεμόταν από το ταβάνι. Μεγάλοι ιστοί αράχνης, βρίσκονταν σε κάθε γωνιά του. Εξέπεμπαν ένα αχνό γαλαζωπό φως, που φώτιζε την αίθουσα από άκρη σε άκρη. Οι κουρτίνες στα πελώρια παράθυρα του δωματίου, ήταν ερμητικά κλειστές. Το πάτωμα ήταν φτιαγμένο από γυαλί και καθρέφτιζε τα πάντα πάνω του. Οι τοίχοι είχαν πάνω τους παράξενες ζωγραφιές, που οι περισσότερες καλύπτονταν από τα κάδρα που ήταν κρεμασμένα πάνω τους κι απεικόνιζαν διάφορους ανθρώπους. Σε ένα από αυτά, αναγνώρισα το πρόσωπο του πατέρα μου.

Μια πνιχτή κραυγή ξέφυγε από τα χείλη μου. Το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο στο κέντρο της αίθουσας, γύρισε και με κοίταξε. Δεκάδες μάτια καρφώθηκαν πάνω μου με προσμονή.
«Επιτέλους, ήρθες» φώναξε μία κοπέλα.
Ο κόσμος παραμέρισε και την άφησε να περάσει. Τα εβένινα μαύρα μαλλιά της, έφταναν ως την μέση. Το δέρμα της ήταν χλωμό και τα κατακόκκινα χείλη της, σχημάτιζαν ένα γλυκό χαμόγελο. Εφτά άντρες, με χαμηλό ανάστημα, τόσο χαμηλό που θα νόμιζε κανείς ότι στην πραγματικότητα ήταν παιδιά, την περικύκλωσαν. Η κοπέλα μου άπλωσε το χέρι και με προσκάλεσε κοντά της.
«Που βρίσκομαι;» την ρώτησα.
«Ας πούμε στο κέντρο των παραμυθιών. Σε περιμέναμε εδώ και αρκετό καιρό Στέλλα. Κι επιτέλους να ‘σαι εδώ μπροστά μας»

Με οδήγησε στο κέντρο της αίθουσας, μπροστά από ένα μικρό, ξύλινο τραπέζι. Το πλήθος έκλεισε γύρω μας, περικυκλώνοντας μας.
Η Χιονάτη, με έβαλε να καθίσω στην μοναδική καρέκλα που υπήρχε εμπρός από το τραπέζι κι έπειτα πήρε θέση απέναντι μου.
Όλοι σιώπησαν. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να τους περιεργαστώ. Αναγνώρισα την Αλίκη από την χώρα των θαυμάτων. Στο ένα της χέρι, κρατούσε έναν άσπρο ξεκοιλιασμένο λαγό. Το αίμα που είχε λερώσει την γούνα του, έσταζε ρυθμικά στο πάτωμα. Με το άλλο της χέρι, βάσταγε την άκρη μιας χοντρής αλυσίδας, που κατέληγε στον λαιμό του τρελοκαπελά. Δίπλα της στεκόταν η Σταχτοπούτα με το πρόσωπο της παραμορφωμένο από τον πόνο. Τα γυάλινα γοβάκια της, είχαν σπάσει και τα κομμάτια, μπήγοντας στις πατούσες της. Πιο κει, τα τρία γουρουνάκια, μαζί με την Κοκκινοσκουφίτσα, ξέσκιζαν το κουφάρι, ενός άψυχου λύκου, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Η Ωραία Κοιμωμένη, κρατούσε δύο παιδιά στην αγκαλιά της, που έχωναν τα δόντια τους λαίμαργα, στην σάρκα της, αφήνοντας βαθιές πληγές που αιμορραγούσαν.

Τινάχτηκα από την καρέκλα μου αηδιασμένη για τα όσα έβλεπα γύρω μου. Η καρέκλα έπεσε με θόρυβο στον πάτωμα και ο ήχος αντήχησε σε ολόκληρη την αίθουσα.

«Τι στο καλό γίνεται εδώ;» φώναξα.
Η Χιονάτη, άφησε την προηγούμενη της θέση κι ήρθε ξανά κοντά μου.
«Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα στον κόσμο μας, όπως βλέπεις. Τα χαρούμενα παραμύθια που διαβάζουν όλοι οι γονείς στα παιδιά τους, δεν είναι παρά ένα μεγάλο ψέμα. Μπροστά σου έχεις τους μεγαλύτερους κακοποιούς όλων των εποχών. Μας φυλάκισαν και μας καταράστηκαν να ζούμε μέσα σε αυτό το βιβλίο για πάντα. Όμως βρήκαμε τον τρόπο να φυλακίζουμε έναν από εσάς, στις σελίδες του βιβλίου και να ξεδιψάμε με το αίμα που μας στερήσατε»

Έκανα ένα βήμα πίσω τρομαγμένη από όλα όσα άκουγα κι έβλεπα. Δύο χέρια, σαν τανάλιες, άρπαξαν τα δικά μου. Με έσυραν μέχρι το τραπέζι και με έριξαν πάνω του. Τα δύο από τα τρία γουρουνάκια, σκαρφάλωσαν πάνω μου, κι έδεσαν τα χέρια μου πισθάγκωνα, ενώ η Χιονάτη με κρατούσε σφιχτά από τα μαλλιά για να μην κουνιέμαι. Ένας άντρας με σημαδεμένο πρόσωπο, εμφανίστηκε στο οπτικό μου πεδίο. Στα χέρια του κρατούσε ένα τσεκούρι, με καφέ ξεραμένες κηλίδες πάνω του. Πήρε θέση στο πλάι μου κι ετοιμάστηκε.

«Ήρθε η ώρα φίλοι μου, να πάρουμε για άλλη μια φορά, αυτό που μας στέρησαν» είπε η Χιονάτη και με ένα κοφτό νόημα, διέταξε τον κυνηγό να μου πάρει την ζωή.

Κάρφωσα τα δακρυσμένα μάτια μου, πάνω στο πορτρέτο του πατέρα μου. Τα μάτια του ήταν θλιμμένα έτσι όπως μου ανταπέδιδε το βλέμμα το σκίτσο του. Λίγο πριν το τσεκούρι συναντήσει τον λαιμό μου, είδα τα χείλη του ζωγραφισμένου του προσώπου να σχηματίζουν την λέξη συγγνώμη…

Η αστυνομία κλήθηκε αρκετές ώρες αργότερα, όταν η μητέρα της Στέλλας, βρήκε το πτώμα της στην σοφίτα του σπιτιού τους.

Οι αστυνομικοί, βρήκαν το αποκομμένο κεφάλι της κοπέλας, μερικά μέτρα μακριά από το άψυχο σώμα της. Μέσα στην λίμνη από το αίμα της, ήταν βουτηγμένο, ένα παλιό δερματόδετο βιβλίο με παιδικά παραμύθια.