Δεν του έλεγαν τίποτα οι γιορτές. Δεν είχε κάποιο λόγο να γιορτάζει, οικογένεια δεν είχε φτιάξει από επιλογή του, ένα γάμο είχε κάνει κάποτε, αλλά ούτε που θυμόταν πια πριν πόσα χρόνια είχε χωρίσει. Έμαθε πως εκείνη ξαναπαντρεύτηκε, είχε κάνει και δυο παιδιά, χάρηκε, αν δεν ήταν έτσι τα στερεότυπα θα της τα βάφτιζε κιόλας, τόσο πολύ τακτοποιημένα τα είχε μέσα του.

Δουλειά είχε καλή, περιουσία είχε, οικονομικό πρόβλημα δεν είχε, ανήσυχο πνεύμα είχε, ταξιδεμένος παντού σε όλο τον κόσμο, όχι τυχαία, ας πούμε κάποτε είχε ταξιδέψει επίτηδες στην Βηθλεέμ τις μέρες των Χριστουγέννων, μήπως και κατανοήσει τι γιορτάζει με τόση χαρά ο κόσμος γύρω του-τζίφος. Τίποτε δεν τον συγκίνησε. Καλώς. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα σταματούσε ο κόσμος να γιορτάζει επειδή αυτός ήταν αδιάφορος, σωστά;

Έβρεχε καταρρακτωδώς εκείνη την ημέρα και εκείνος είχε βγει για ψώνια (σούπερ μάρκετ και τα χρειώδη της εβδομάδας, όχι κάτι ιδιαίτερο). Η κίνηση μεγάλη, μποτιλιάρισμα παντού, χειρότερα με την βροχή, άσ’τα να πάνε, καλύτερα να τα έκανε ηλεκτρονικά τα ψώνια του, τι το ‘θελε; Αποφάσισε να κόψει δρόμο, θα έμπαινε σ ένα στενό, τι στην ευχή, θα γλίτωνε λίγη κίνηση. Να! Από δω θα μπει, ήλπιζε να μην ήταν κανένα αδιέξοδο, όχι, δεν είχε καμιά τέτοια σήμανση, εντάξει, την γλίτωσε. Μπήκε απότομα στο στενό, ούτε φλας δεν άναψε: απόφαση της τελευταίας στιγμής, μα όταν άκουσε εκείνη την κραυγή «Εεεεεεεεεεε» κοκάλωσε!

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ένα μεγάλο καρότσι του σούπερ μάρκετ αναποδογυρισμένο, τα πράγματα σκορπισμένα στα νερά, το ρυάκι που είχε σχηματιστεί έπαιρνε μπισκότα και ρύζια, χαμός. Μα σίγουρα τα ρύζια δεν φωνάζουν «Εεεεεεεεεε» σωστά;
Και τότε την είδε, πόσο μικροσκοπική ήταν Θεέ μου! Μπορεί να μην ξεπερνούσε σε ύψος το καρότσι, να γι αυτό δεν την είδε (έλα, σταμάτα να ειρωνεύεσαι, την τρόμαξες την γυναίκα)
«Σε πίστα είσαι βρε άνθρωπε; Πώς παίρνεις έτσι τις στροφές; Ποιος είσαι, ο Σουμάχερ;» του φώναξε εκείνη καθώς μάζευε με γρήγορες κινήσεις ό,τι μπορούσε από τον δρόμο.
Την βοήθησε, εκείνη του έδειχνε «κι αυτό, κι αυτό» τεντώνοντας το δείχτη του μικροσκοπικού της χεριού.
«Χάλια έγιναν, Θεέ μου, τι θα κάνω;»
«Μην ανησυχείτε, θα σας βοηθήσω κι ό,τι χάλασε, θα σας το αντικαταστήσω, αυτά γίνονται, φτάνει που δεν χτυπήσατε εσείς»
«Άγιο είχα» του είπε κοφτά. «Αλλά τα πράγματα έγιναν χάλια, θα δω στο σπίτι τι δεν καταστράφηκε»
Τα φόρτωσαν όλα στο αυτοκίνητο.
Τα δικά του αστραφτερά και πεντακάθαρα, τα δικά της άθλια, βρόμικα και μισοκατεστραμμένα.
«Επιτρέψτε μου, να σας πάω σπίτι σας, πού μένετε;»
«Εδώ δυο στενά πιο κάτω» του είπε και άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού «Φεύγουμε;» του λέει και στρώθηκε λες κι είχε μπει και χθες σ αυτό το αυτοκίνητο, λες κι αυτός δεν ήταν ένας θηριώδης στο σώμα άγνωστος.

Μια μικρή μονοκατοικία ήταν το σπίτι της, όντως δυο στενά πιο κάτω, μικρή, αλλά χαριτωμένη.
Πήδηξε από το αυτοκίνητο εκείνη “μισό λεπτό” του λέει, «περίμενε εδώ» έσπρωξε την πόρτα της αυλής κι έφερε από το υπόστεγο ένα καρότσι.
Τα έβαλαν μέσα, άλλα τα κρατούσαν στα χέρια, άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Ένα γιγάντιο σκυλί τους υποδέχτηκε «κάτσε ήσυχα Λίτλ» είπε εκείνη γλυκά, άναψε τα φώτα.
«Βγάλε τα παπούτσια σου» του είπε κι εκείνος υπάκουσε σαν μικρό παιδί.
Μπήκαν στην κουζίνα κι αράδιασαν πάνω στο τραπέζι τα ψώνια.
«Εντάξει, με κατέστρεψες» του λέει, «αυτά είναι σαν να πέρασαν δέκα αυτοκίνητα από πάνω τους»
«Σας είπα, μην ανησυχείτε, θα σας τα αντικαταστήσω»
«Δεν προλαβαίνεις αγαπητέ να μου τα αντικαταστήσεις, αύριο πρωί πρωί, αξημέρωτα θα έρθουν να τα πάρουν από το ορφανοτροφείο. Μια φορά τον χρόνο προσφέρω τα γεύματα των γιορτών στα παιδιά κι ήρθες εσύ τώρα με τις εξυπνάδες σου και θα μείνουν νηστικά;»

Φύσαγε και ξεφύσαγε, σκούπιζε μ ένα χαρτί ό,τι μπορούσε να σκουπιστεί και τακτοποιούσε σε κούτες. Εκείνος, σαν παιδί που είχε κάνει ζημιά, βοηθούσε αμίλητος, μα κάπου κάπου την κρυφοκοιτούσε, όμορφη ήταν, ολόμαυρες μπούκλες πλαισίωναν το πρόσωπό της (βασικά στεγνή και χωρίς νεύρα θα ήταν όντως όμορφη, τώρα είναι μια ζαλάδα που πρέπει να σταματήσει)
«Μπορώ να πάω στο μπάνιο, να πλύνω λίγο τα χέρια μου» την ρώτησε σιγανά.
«Πρώτη πόρτα αριστερά» του είπε εκείνη και παραξενεύτηκε που καμιά φωνή μέσα της δεν της είπε: «τρελάθηκες τελείως; ΑΓΝΩΣΤΟΣ είναι, πώς θα κόβει βόλτες μες στο σπίτι σου;»

Όταν εκείνος βγήκε, εκείνη είχε τελειώσει. Μιλούσε στο τηλέφωνο «μην ανησυχείτε, εγώ θα είμαι κανονικά στο πόστο μου αύριο, τα παιδιά θα φάνε βασιλικά, δεν μου έχετε εμπιστοσύνη;» την άκουσε να λέει πριν το κλείσει.
«Να σου φτιάξω ένα τσάι;» τον ρώτησε ενώ ήδη έβαζε νερό στον βραστήρα.

Εκεί στο τραπέζι της κουζίνας, με τον γιγάντιο Λιτλ να κλέβει μπισκότα του είπε πως μια φορά τον χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, ετοίμαζε γεύμα για σαράντα ορφανά παιδιά. Σαράντα ορφανά που ζούσαν εδώ πιο κάτω, σ ένα ορφανοτροφείο που έφτιαξαν δύο άνθρωποι, οι άνθρωποι που την μεγάλωσαν με τόση αγάπη, όταν πριν κάποια χρόνια πέρασε την πόρτα τους. Την αγκάλιασαν, την αγάπησαν, την μόρφωσαν κι όταν εκείνη 18 χρονών έφυγε από κοντά τους να σπουδάσει τους το υποσχέθηκε πως δεν θα τους ξεχάσει.
Εύκολα στην ζωή της τίποτε δεν ήρθε, ούτε παντρεύτηκε ποτέ, αλλά την υπόσχεση την κρατούσε σχεδόν 20 χρόνια. Και δεν ήταν το φαγητό η προσφορά, φαγητό είχαν πάντα τα παιδιά, ήταν η χαρά πως κάποιος από αυτούς ήταν κι εκείνη, μα δεν τους ξέχασε.

Το κουδούνι που χτύπησε, την ξάφνιασε.
Εκείνον όχι. Όσο «έπλενε τα χέρια του» έδωσε ηλεκτρονικά μια τεράστια παραγγελία, τόσο κι άλλη τόση, όχι μόνο ρύζια και γάλατα, αλλά και γλυκά και λιχουδιές.

Κι εκείνη λες και το ξερε, πως αυτός ο θηριώδης άγνωστος που ούτε μια στιγμή δεν την τρόμαξε, ήρθε για να κάνει εκείνο το βράδυ μαγικό.

Κι όχι μόνο εκείνο το βράδυ. Όλα τα βράδια από εκείνο το βράδυ και μετά, ήταν μαγικά. Γιατί μόνο μαγικά τα λες όταν δυο μοναξιές ενώνονται για να δώσουν αγάπη. Καμιά Βηθλεέμ δεν του έδωσε τόσες απαντήσεις, όσες του έδωσε εκείνη η κουζίνα, εκείνα τα λασπωμένα μακαρόνια εκείνο το βράδυ.