– Εντάξει! Σε μια ώρα θα είμαι εκεί! Έκλεισε το τηλέφωνο κι έμεινε να το κοιτάζει για μερικά δευτερόλεπτα σαv χαμένη.
Είχε στερέψει από δικαιολογίες και προφάσεις. Το είχε αποφύγει τόσες φορές που ήταν αδύνατο να μην το κανονίσει ούτε σήμερα.
– Να βγούμε να πούμε τα νέα μας, ακόμα αντηχούσε αυτή η φράση στο μυαλό της.

Μια τόση δα κοινότοπη φράση, ειπωμένη άπειρες φορές κι όμως άνοιγε για εκείνη το κουτί της Πανδώρας! Ένα άγχος που απεγνωσμένα δεν ήθελε να περάσει! Ένα μαρτύριο που δεν ήθελε να ζήσει ξανά. Ένα βάρος που πλάκωνε το στήθος της και της φαινόταν βουνό η έξοδος αυτή που κάποτε ήταν καθημερινή χαλάρωση ή ακόμα καλύτερα διασκέδαση. Γι αυτό το κανόνιζε σπάνια πια! Αλλά είπαμε σήμερα στριμώχτηκε!

Η “κολλητή” της από το ορφανοτροφείο! Η καλύτερη της φίλη! Η μόνη που την γνώριζε από παιδί, από τα τρυφερά εκείνα χρόνια. Εκείνη που την καταλάβαινε απόλυτα, που την ένιωθε, που πριν μιλήσει ήξερε τι ήθελε να πει! Κι όμως, πόσο οι λέξεις αλλάζουν νόημα μέσα σε είκοσι χρόνια. Τι να της πει της φίλης της και τι να καταλάβει αυτή; Κι όσο κι αν τις ένωνε το κοινό παρελθόν, τι τις ένωνε στο παρόν; Κοιτούσε η μια την άλλη σαν να βλεπόταν για πρώτη φορά και η συζήτηση άρχιζε δύσκολα, με κόπο, μέσα στην αμοιβαία αμηχανία. Αγάπη υπήρχε αλλά όλα τα άλλα είχαν αλλάξει. Οι κώδικες πια δεν ήταν κοινοί και στο τραπέζι έπρεπε να πέσουν οι εξηγήσεις. Κι αν φτάσεις να χρειάζεται να εξηγείς, τι νόημα έχει πλέον;
Τι θα καταλάβει η Μυρτώ από αυτό που μεταλλάχθηκε η σχέση της με τον Δημήτρη; θα τη ρωτούσε για την μεταξύ τους σχέση και θα απορούσε με την απάντηση της. Γιατί όμως; Μετά από 20 χρόνια κοινής ζωής, σκληρής καθημερινότητας, συχνότατα ανιαρής με δουλειά, προβλήματα σωρό, πώς θα περίμενε να ήταν ο γάμος της; Να ρίχνονται ο ένας πάνω στον άλλο με πάθος σαν άγρια θηρία; Καμιά φορά ήταν τόσο κουρασμένοι που κουτουλούσαν στα έπιπλα, σαν νεκρό ζώντανοι, στο τέλος της μέρας ολοκληρώνοντας βιαστικά τις τελευταίες δουλειές, αμίλητοι κι αγέλαστοι και το αποκορύφωμα της ευχαρίστησης ήταν το ραντεβού με το μαξιλάρι τους!

– Και τι θέλεις να σου πω για να νιώσεις ότι σε κατανοώ; είπε έντονα η Μυρτώ που είχε φτάσει πρώτη κι είχε πιάσει το συνηθισμένο τους τραπέζι δίπλα στο παράθυρο με θέα το πάρκο. Για να μην αισθανθείς ότι σε κρίνω; Ότι είναι φυσιολογικό να μην ξανά βιώσεις το πάθος από τα 45 σου; Να μην ξανανιώσεις το θαυμασμό στο βλέμμα ενός άντρα; Τον ηλεκτρισμό από το άγγιγμα του; Το μεθύσι από το φιλί του; Θα μετράς τις μέρες σου με τον ήχο από τις παντόφλες του Δημήτρη δηλαδή;
– Γιατί είσαι τόσο απόλυτη; Δεν υπάρχει μόνο αυτό. Είμαστε μαζί τόσα χρόνια, κοιτάζουμε στο ίδιο σημείο, στηρίζουμε ο ένας τον άλλο στις δυσκολίες. Κι έπειτα αυτόν τον άνθρωπο τον ερωτεύτηκα κάποτε πολύ. Ξέρεις καλά ότι ο έρωτας διαρκεί όσο διαρκεί και το μυστήριο. Τι θεωρείς δηλαδή πως πρέπει να γίνει; Να αλλάζουμε σύντροφο κάθε δύο χρόνια;
– Θυμάσαι τι λέγαμε; Αξίζει να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε καίει; Πού είναι τα δικά σου όνειρα, λοιπόν; Πού τα καταχώνιασες; Δεν με ξεγελάς εμένα, όπως ξεγελάς τον εαυτό σου! Αν ήσουν ευτυχισμένη, γιατί χρειάζεσαι τα χαπάκια για να βγάλεις την μέρα; Για να σηκωθείς από το κρεβάτι;
– Ήμασταν 20 χρονών Στέλλα! Είκοσι χρονών! Θέλαμε τον κόσμο και τον θέλαμε αμέσως! Ήμασταν ασυμβίβαστες, είχαμε αντοχές απίστευτες, είχαμε την ορμή της νιότης, είχαμε..
– Όνειρα είχαμε! Όνειρα φιλενάδα! Μην έχεις αυταπάτες! Βολεύτηκες! Από φόβο έθαψες ότι λαχταρούσες! Αυτή είναι η αλήθεια! Έκανες αυτό που είπαμε πως δεν θα κάναμε ποτέ! Πες μου πως δεν έρχονται στιγμές που θέλεις να τον χτυπήσεις; κοίτα με στα μάτια και πες μου πως δεν σε πνίγει με την αδιαφορία του; Πότε νοιάστηκε για τις ανάγκες σου; Κανόνισε κάτι για τους δυο σας χωρίς να τον έχεις ταρακουνήσει από πριν; Πότε συμφώνησε σε κάτι που οργάνωσες χωρίς να κρυφό γκρινιάζει για τα έξοδα; ή το πάρκινγκ;
– Ε και λοιπόν; Έχεις δίκιο! Στο λέω καθαρά! Υπάρχουν φορές που τον αντιπαθώ και με αντιπαθεί! Αλλά δεν πετάς είκοσι χρόνια, επειδή χάθηκε το πάθος. Προσπαθείς! Εκεί παίζεται το παιχνίδι Μυρτώ, να προσπαθείς ακόμα κι αν φαίνεται να μην υπάρχει ελπίδα, απάντησε δυνατά και τα διπλανά τραπέζια γύρισαν και την κοίταζαν με απορία.
– Πόσο καιρό έχει να σε κοιτάξει στα μάτια και να σου πει πως σ αγαπά χωρίς να το ζητιανέψεις;
Δεν απάντησε και η Μυρτώ συνέχισε να πυροβολεί και μ άλλες ερωτήσεις.
– Πόσο καιρό έχετε να κάνετε έρωτα; Να σου πει πως είσαι όμορφη; Πού είναι το παιδάκι που λαχταράς να κάνεις;

Από εκεί και πέρα σταμάτησε να ακούει την Στέλλα και βούλιαξε μέσα στις σκέψεις της. Να της πει ο Δημήτρης πως ήταν όμορφη; Γιατί να της το πει; Είχε πάρει δεκαπέντε κιλά, είχε σταματήσει το γυμναστήριο, μόνο το πρωινό 7.00 – 9.00 είχε ελεύθερο και ήταν επιστημονική φαντασία να σηκωθεί εκείνη την ώρα ενώ την περίμενε μια μέρα απίστευτης κούρασης. Είχε δίκιο η Μυρτώ, δεν ένιωθε όμορφη, δεν είχε πραγματοποιήσει κανένα από τα όνειρά της, και κυρίως δεν είχε ούτε τόλμη αλλά ούτε και πάθος να παλέψει για τίποτα. Γύρισε και κοίταξε την φίλη της, πανέμορφη, χλωμή αλλά χωρίς ούτε μια ρυτίδα, με τα μάτια της γεμάτα λάμψη, να κουνά εκφραστικά τα χέρια της και να μιλά με τόση πίστη, με τόση σιγουριά, με την τόλμη όλων εκείνων των πλασμάτων που ήταν στην αρχή της διαδρομής, αλώβητοι, ατσαλάκωτοι κι απίστευτα γοητευτικοί.

Ξαφνικά το βλέμμα της γέμισε οργή και κοίταξε θυμωμένα τη φίλη της.
– Δεν έχεις δικαίωμα να με κρίνεις έτσι ρε Μυρτώ! Δεν έχεις δικαίωμα, ειδικά εσύ! Εσύ κιότεψες! Εσύ μ’ άφησες να σέρνομαι μόνη, φώναξε κι αυτή την φορά όλοι γύρισαν και κοίταξαν προς το τραπέζι τους να δουν καλύτερα το περίεργο θέαμα με την μοναχική γυναίκα να ουρλιάζει στην άδεια καρέκλα απέναντι της. Μέχρι εκείνη τη στιγμή σιγομουρμούριζε σαν να παραμιλούσε, αλλά τώρα ήταν φανερό πως συζητούσε με κάποιον που υπήρχε μόνο στην φαντασία της.

– Κώστα, να πάω να την μαζέψω; ρώτησε ο νεαρός σερβιτόρος τον υπεύθυνο της καφετέριας μ’ ένα ειρωνικό γελάκι.
– Όχι, να την αφήσεις ήσυχη, του απάντησε το αφεντικό μ’ ένα ύφος που δεν σήκωνε πολλά πολλά.
Ήξερε πολύ καλά την ετήσια συνάντηση των δύο φιλενάδων, στον ίδιο χώρο, στο ίδιο τραπέζι, την ίδια ημερομηνία κάθε χρονιά, πεισματικά κι επαναλαμβανόμενα σαν ιερό μυστήριο, σαν κολλημένο ρεφρέν, σαν ταινία που παίζεται ξανά και ξανά και ξανά κι όλοι ελπίζουν αυτή την φορά να έχει διαφορετικό τέλος. Μια ταινία που ξεκίνησε είκοσι χρόνια πριν με δύο φίλες που ήταν τόσο δεμένες η μία με την άλλη που τα όνειρά τους να φτιάξουν τα κακά και τα άδικα αυτού του κόσμου είχαν μπλεχτεί. Δυο φίλες που είχαν ορκιστεί πως δεν θα συμβιβαζόταν ποτέ, όπως έβλεπαν τους άλλους να κάνουν και να ζουν μια ζωή μίζερη, πλάι στην αληθινή ζωή. Μια ταινία που ξεκίνησε και τελείωσε την στιγμή που η Μυρτώ, η πιο θαρραλέα, η πιο παθιασμένη, η πιο δυναμική, κρεμάστηκε και η φίλη της ήταν η πρώτη που την βρήκε. «Καλύτερα ένα φρικτό τέλος, παρά μια φρίκη χωρίς τέλος». Αυτό της είχε αφήσει μόνο σε ένα χαρτί κάτω από το σώμα της που αιωρούνταν άψυχο.

Ποια από τις δύο δείλιασε και παραιτήθηκε μπροστά στις δυσκολίες και τις μάχες ήταν ένα ερώτημα που βασάνιζε εδώ και είκοσι ολόκληρα χρόνια το μυαλό της, το μυαλό της που παγιδεύτηκε αέναα να ξαναζεί την ίδια και την ίδια σκηνή μέχρι να βρει τον τρόπο να γλιτώσει από το μαρτύριο αυτό.
«Εσύ κιότεψες, ρε Μυρτώ! Εσύ! Και με άφησες μόνη να παλεύω» επανέλαβε με δάκρυα στα μάτια, μέσα στους λυγμούς της.