Μικρόκοσμος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Οι πρώτες εικόνες. Οι άσπροι τοίχοι του μικρού διαμερίσματος. Το παλιό, ξύλινο κρεβάτι, που πάντα έτριζε. Η μάλλινη κουβέρτα, εκείνη η πορφυρή, με την αρκούδα. Το σεντόνι με το πλουμιστό κέντημα. Το παγωμένο μωσαϊκό με τα φανταχτερά νερά, που όλο το χάζευε κι όλο χανόταν μέσα του. Τα σκαλιστά, ξύλινα ντουλάπια, με τα βαριά, μεταλλικά πόμολα. Η κατσαρόλα, πάνω στο μάτι της κουζίνας, που άχνιζε. Η μυρωδιά του κοκκινιστού που γέμιζε το σπίτι.
Η πρώτη βόλτα. Ο κόσμος έμοιαζε αλλιώτικος από ψηλά. Τόσο γρήγορος, τόσο βιαστικός, τόσο αλλοπρόσαλλος. Τα σπασμένα πεζοδρόμια που τράνταζαν συνέχεια το καρότσι. Οι σκυθρωποί περαστικοί που βάδιζαν σκυφτοί. Τυλιγμένοι μέσα στα χοντρά τους παλτό και τα μάλλινα κασκόλ, δεν έδιναν σημασία στο χνώτο τους, καθώς εκείνος έπαιζε, χαμογελώντας, μαζί του. Η πόρτα του ιατρείου. Οι φανταχτερές εικόνες στους πίνακες. Η μελωδική φωνή του γιατρού. Η ένεση.

Το πρώτο βήμα. Ο κόσμος, του φαινόταν τεράστιος. Η κάθε κίνηση ήταν μελετημένη διεξοδικά. Πώς έπρεπε να σηκωθεί το πόδι, πού έπρεπε να πατήσει το πλεχτό παπουτσάκι, πώς έπρεπε να σταθεί το πέλμα πάνω στο υγρό γρασίδι. Ύστερα ήρθε το δεύτερο βήμα και μετά το τρίτο. Ξεθάρρεψε. Στο πέμπτο είχε πέσει κάτω. Είχε νεύρο εκείνο το παιδί. Έβαλε τα χεράκια του στο χώμα και πάλεψε για να σηκωθεί. Ξανάχασε την ισορροπία του. Άηχο ήταν το κλάμα του· πιότερο από νεύρο, παρά από πόνο. Κάποια στιγμή τα κατάφερε. Σηκώθηκε. Ροβόλησε για να πιάσει την κόκκινη τραμπάλα.

Οι βόλτες με το ποδήλατο με τα ροδάκια, στον κακοτράχαλο και χιλιοστραπατσαρισμένο δρόμο. Εκεί που τα ρείθρα ήταν πάντα καθαρά, τα πεζοδρόμια παράταιρα και οι ροδιές άνθιζαν ανάμεσα στα τσιμέντα της πόλης. Είδε γερόντους να χάνονται, σπίτια να μένουν αδειανά, να ξεφτίζουν και να γκρεμίζονται. Έφτιαξε το πρώτο του καταφύγιο και κρυψώνα, μαζί με τους φίλους του, σ’ ένα χαμόσπιτο, εκεί που κάποτε έμενε ο γέρο-Τάκης. Συμμορία κανονική ήτανε, αφέντες του δρόμου, απ’ τη μία διασταύρωση ως και την επόμενη – παρακείθε δεν τους άφηναν οι μανάδες τους να πάνε. Μέχρι το στοπ κι ούτε βήμα παραπέρα.

Το σχολείο. Οι παγωμένες αίθουσες, με τους κυπαρισσί τοίχους και τους πίνακες από φελλό, που πάνω τους ήταν καρφωμένες εκατομμύρια ζωγραφιές – εικόνες φτιαγμένες με ξυλομπογιές, νερομπογιές, μαρκαδόρους και κραγιόνια. Ένας συρφετός και μια πανδαισία χρωμάτων που προσπαθούσαν να τον ξεγελάσουν, να τον γαληνέψουν, να διώξουν το κρύο μακριά από τα μικρά χεράκια που έπρεπε να τριφτούν για να μην σκεβρώσουν. Η δασκάλα του, η κοντή, καστανόξανθη κοπελίτσα που σφύριζε το σίγμα και δεν μπορούσε να πει το ρο. Η καλύτερη δασκάλα στο σχολείο – κάθε τμήμα είχε την καλύτερη δασκάλα απ’ όλες, όλα κι όλα! Η διευθύντρια, βλοσυρή και στρουμπουλή και πάντοτε αναψοκοκκινισμένη, του έφερνε στο μυαλό όλους τους κακούς από τα καρτούν που έβλεπε τα πρωινά των Κυριακών.

Το πρώτο ταξίδι. Απ’ την γειτονιά με τον σπασμένο δρόμο, ως το σχολείο, δέκα λεπτά με τα πόδια. Στην αρχή ξεχνούσε τα φανάρια και τα σήματα – τον φώναζε η μάνα του, αλλά πού μυαλό εκείνος. Ύστερα τα έμαθε. Μεγάλωσε απότομα. Έγινε υπεύθυνος. Έμαθε τους δρόμους και πάντοτε διάβαζε λάθος τα βαρύγδουπα ονόματα με τα κεφαλαία γράμματα. Περνούσε απ’ το σπίτι του φίλου του, του Λάζαρου, και σηκωνόταν στις μύτες, προσπαθώντας να φτάσει το κουμπί του θυροτηλεφώνου. Ο καλύτερός του φίλος ήτανε. Τους τελευταίους δύο μήνες.

Ύστερα ξεμάκρυνε. Στην αρχή πήγε μέχρι τον παραπάνω δρόμο. Μετά μέχρι την εκκλησία. Έπειτα, μέχρι την παιδική χαρά. Ύστερα έφτασε στην επόμενη γειτονιά. Ήταν πια στο γυμνάσιο κι ένιωθε ότι ο κόσμος όλος ήτανε μπροστά στα πόδια του, δικός του, έτοιμος να εξερευνηθεί και να κατακτηθεί. Κι έκανε ταξίδια, μακρινά ταξίδια, ίσα με την μία άκρη της πόλης. Βάδισε σε στενά, πλατείες, λεωφόρους και μονοπάτια, είδε σπίτια και γειτονιές, γνώρισε κάθε λογής κόσμο. Στην πόλη του. Στην γενέτειρά του. Στον δικό του μικρόκοσμο.

Η Σίσσυ και τα κλεφτά ραντεβού, τα απογεύματα, μετά το φροντιστήριο, πίσω από το παλιό σχολείο. Πολλοί νέοι κόσμοι που έπρεπε να εξερευνηθούν κι ένας εξ’ αυτών, τα βαθιά γκριζοπράσινά της μάτια, που έμοιαζαν με φουρτουνιασμένες θάλασσες. Τα πεταχτά φιλιά και τα αγνά, εφηβικά χάδια, τα πλατιά χαμόγελα και οι πολύωρες αγκαλιές. Κόσμοι ολάκεροι που ακόμη κι αν είχε χίλιες ζωές, δεν θα προλάβαινε να τους εξερευνήσει.

Ο στρατός. Πυρετός. Όλα ένα ρημαδιό. Ανάμεσα σε εστιατόρια και «παρουσιάστε», έβρισκε χρόνο για να γνωρίσει μια νέα εποχή, νέο κόσμο, νέες εμπειρίες. Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι ακόμη μετανιώνει που απάτησε την Σίσσυ με μια κοινή. Περισσότερο, ακόμη, τον πονάει που δεν βρήκε ποτέ το θάρρος να την κοιτάξει στα μάτια και να προσπαθήσει να της εξηγήσει. Σ’ ένα ασπρόμαυρο μήνυμα έγραψε το τέλος, το έστειλε, αναστέναξε, πέταξε μακριά τη γόπα του, πήρε τ’ όπλο κι άρχισε να γυροφέρνει τη σκοπιά, για να μην παγώσουν τα πόδια του.

Η δουλειά και ο χαμός της. Το τρέξιμο και το άγχος. Ο συνάδελφος που δεν πίστευε στον Θεό. Ο άλλος που ήταν ιδεοψυχαναγκαστικός. Ο τρίτος, μπεκρής. Ο τέταρτος δεν του έκανε πολύ για άντρας. Ένας απέραντος, καινούριος κόσμος που έπρεπε να εξερευνήσει. Μα δεν ήταν πια παιδί, ούτε και σκεφτόταν έτσι. Δεν είχε πια την περιέργεια, μόνο είχε παραμείνει φανατικά προσκολλημένος στις δικές του απόψεις. Είχε γίνει αυτό που, σαν επαναστάτης έφηβος, είχε πιότερο μισήσει. Βολεμένος, όπως όλοι οι γύρω του, σε μια κατάσταση που δεν θα άλλαζε μόνη της.

Η Λένια και το λακκάκι που σχηματιζόταν ανεπαίσθητα στο μούτρο της, όταν χαμογελούσε. Η Λένια που δεν πίστευε στον Θεό, δεν νήστευε και δεν φορούσε καθωσπρέπει ρούχα. Η Λένια που δεν μιλούσε σαν κυρία και που ποτέ δεν έδινε δεκάρα για ό,τι κι αν της πρόσαπταν. Η Λένια που μπορούσε να σου κλείσει πονηρά το μάτι, πριν σου σηκώσει το μεσαίο δάχτυλο και σε στολίσει μ’ ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Η Λένια που έγραψε το τηλέφωνό της στην παλάμη του, χωρίς να του πει λέξη.

Η μουσική. Μια μαγευτική και μελωδική βαβούρα σκέπασε τα αυτιά του και μια πρωτόγνωρη μελαγχολία τύλιξε την ψυχή του. Η Λένια, δίπλα του, γυμνή, τον είχε πάρει αγκαλιά και προσπαθούσε να τον κανακέψει, να τον ηρεμήσει και να τον νανουρίσει. Τον είχε συνθλίψει ο μικρόκοσμός του, εκείνο το χάραμα. Την απόφαση που είχε πάρει σαν παιδί, την είχε ξεχάσει.

Ο ύπνος, ο φόβος και ο εφιάλτης. Μέχρι να ξυπνήσει, είχε μεσημεριάσει. Άνοιξε το παλιό, ξύλινο πατζούρι κι άφησε το ανοιξιάτικο φως να πλημυρίσει το δωμάτιο. Άρχισε να προσεύχεται, μα κάτι δεν του καθόταν καλά. Ντύθηκε βιαστικά κι ακόμη πιο βιαστικά, σκάλισε ένα σημείωμα.

Η Λένια μισάνοιξε τα μάτια, που έτσουξαν από το δυνατό, μεσημεριανό φως. Κοίταξε το άδειο κρεβάτι κι αναστέναξε θλιμμένα. Είδε το σημείωμα στο κομοδίνο. «Ρε, δεν τους γαμάς όλους, λέω ‘γω;». Κάγχασε. Άκουσε κλειδιά στην πόρτα. Τυλίχτηκε στο σεντόνι και μαζεύτηκε στο κρεβάτι. Άκουσε βήματα. Κοίταξε έξω από την πόρτα. Τον είδε να περπατάει χαρούμενα – της φαινόταν πως τσουλούσε πάνω στο παλιό παρκέ. Δεν μπορούσε να καταλάβει την διάθεσή του.

Γύρισε και την κοίταξε. Της έκλεισε το μάτι. Πήγε στο υπνοδωμάτιο μαζί με το πρωινό τους. «Παλιομαλάκα! Τρόμαξα!» του φώναξε εκείνη, χτυπώντας τον στο μπράτσο, παιχνιδιάρικα. Της χαμογέλασε. Βούτηξε το χαρτί από το κομοδίνο. «Πρέπει να σε μάθω νοηματική, δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση» της έγραψε, πριν δαγκώσει λίγο απ’ το κρουασάν της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook