Έφτιαξα καφέ κι άνοιξα το λάπτοπ. Πάει κάνας μήνας που δεν το έχω αγγίξει κι ας θέλω να κάνω διάφορες δουλειές. Όλο το καθυστερώ κι όλο το αναβάλλω. Βαριέμαι λέω. Κι όλο λέω θα γράψω κάτι -τόσες ιδέες καθημερινά φεύγουν ανεκμετάλλευτες και τόσες λέξεις που στοιβάζονται στο κεφάλι μου δεν μπόρεσαν να αποτυπωθούν και πήγαν χαμένες. Όμως, σήμερα, έφτιαξα τον καφέ μου και το άνοιξα. Πάγωσα τον κόσμο γύρω μου κι έβαλα στο repeat ένα τραγούδι που μου’χει κολλήσει τελευταία. Διάφορα συναισθήματα δημιουργούνται αλλά δεν ξέρω πώς και τι να πρωτοεκφράσω.

Ανοίγω το word και δεν ξέρω τι θέλω να γράψω παρά μόνο ότι σήμερα πρέπει να γράψω. Να διώξω από πάνω μου τις σκέψεις μου ή, για να είμαι ακριβής, να τις μοιραστώ. Δε θέλω να τις διώξω. Θέλω να τις κρατήσω σφιχτά όπως κρατώ τώρα το φουτεράκι σου πάνω στο σώμα μου και εισπνέω τη μυρωδιά σου. Ή, καλύτερα, να πω μας. Θέλω ν’ αγκαλιάσω την ιδέα του ‘εμείς’ και να την αποτυπώσω μέσα από προτάσεις που ίσως να μη βγάζουν νόημα. Σάμπως εμείς βγάζουμε νόημα, θα μου πεις; Όχι. Κι ούτε βγάζαμε ποτέ μας μα, ίσως αυτή να είναι η γοητεία μας στην τελική. Ποιος ξέρει, άλλωστε.

Είναι, ρε παιδί μου, αυτό το ρημάδι το μυαλό που κάνει χιλιάδες σκέψεις το δευτερόλεπτο και δε μ’ αφήνει σε ησυχία. Και μέσα στην υπερανάλυση μου, αναβοσβήνει και το δικό σου όνομα. Με διάφορους τρόπους κάθε φορά, αφού ο ρόλος σου δεν είναι ξεκάθαρος στη ζωή μου. Και σαν να μ’ αρέσει κάπως αυτό. Είμαι και συναισθηματικό μαζοχάκι, βλέπεις. Αλλά κι εσύ είσαι, γι αυτό ταιριάξαμε και τα κάναμε μαζί μπάχαλο.

Για αυτό κάθε φορά λέμε «ήταν η τελευταία φορά» και ποτέ δεν είναι. Γι αυτό κάθε φορά προσπαθείς να μη με φιλήσεις, αλλά τελικά το κάνεις. Γι αυτό κάθε φορά υψώνω τείχη που σ’ αφήνω να γκρεμίσεις στο λεπτό. Δεν ξέρω αν τελικά προσπαθούμε να κρατήσουμε μια απόσταση ή αν προσποιούμαστε πως προσπαθούμε για να φανούμε δυνατοί. Να πείσουμε πρώτα ο ένας τον άλλον κι ύστερα ο καθένας τον εαυτό του, να δείξουμε πως δεν μπορούμε να παρασυρθούμε από ένα πάθος. Αλλά, αρχίδια.

Και το πάθος καταλήγει κάθε φορά σ’ ένα λάθος της στιγμής, σ’ ένα «γαμώτο» ή σ’ ένα «μπορείς να μείνεις απόψε;» Κι ύστερα απογοητεύεσαι, φοράς τη μάσκα του άνιωθου και μου δίνεις τα ρούχα μου να ντυθώ.  “Ξέρω ότι δεν μπορείς” λες και πιάνεις τα κλειδιά σου να με συνοδέψεις μέχρι το μετρό.

Και με κάνεις μια αγκαλιά που σπάει τα κόκαλά μου. Και μου δίνεις φιλιά που καίνε τα χείλη μου. Και δεν σταματάω να σε φιλάω μέχρι να μουδιάσουν. Και μου μιλάς σαν να σε ξέρω από πάντα. Και ξέρεις τι θα πω, πριν το πω. Ξέρω τι θα ζητήσεις πριν καν το σκεφτείς. Και μου δείχνεις το σημαδάκι στο λαιμό σου. Και χαμογελάω υπερήφανη και ντροπαλή που είναι δικό μου δημιούργημα λες και είναι η ασφάλειά μου πως θα με κουβαλάς συνέχεια πάνω σου. Και μόλις σβήσει το ένα είμαι έτοιμη να σου αφήσω ένα καινούργιο, χωρίς να το κάνω επίτηδες. Ενστικτωδώς, θα έλεγα, μέσα στο πάθος που με παρασύρεις και με κάνεις να μη σκέφτομαι τίποτα άλλο. Ποιον, εμένα, που σκέφτομαι χιλιάδες πράγματα το δευτερόλεπτο.

Δεν ήμασταν τότε έτσι. Τώρα πια, όμως, δεν μπορώ να αρνηθώ τη μοναδική σχέση που έχουμε. Δεν ξέρω αν μπορεί να την καταλάβει κάποιος και, μάλλον, δεν έχει και σημασία. Ήταν πάντα κρυφό κι ένοχο μυστικό ό,τι συνέβαινε μεταξύ μας. Όμως, μερικές φορές, νιώθω πως θέλω να το ξέρει όλος ο κόσμος. Δεν ξέρω γιατί, μη με ρωτάς. Δεν είμαι καλή σε αυτά, δικό σου ατού τα καλογραμμένα λόγια. Εγώ απλά αρπάζω λέξεις από το χάος του μυαλό μου και προσπαθώ να τις βάλω σε μια σειρά για να με καταλάβεις αν κι εσύ, δεν το χρειάζεσαι. Έχεις μάθει να αποκωδικοποιείς ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω. Δες πόσο περίεργο είναι, όταν δε γίνεται στη σωστή στιγμή. Δεν ξέρω, τα έχουμε πει πολλές φορές, ίσως αν δεν είχαμε περάσει όλο αυτό τότε, να μην φτάναμε εδώ που είμαστε σήμερα. Άρα, για κάποιο λόγο γίναν όλα.

Πάει λίγος καιρός που ήσουν ξαπλωμένος πάνω μου και με φιλούσες. Λίγο πιο πέρα ακούγονταν θόρυβοι από την ταινία που υποτίθεται πως θα βλέπαμε. Έκαιγες ολόκληρος και ένιωθα την ένταση στις κινήσεις σου. Σε χάιδεψα απαλά στο πρόσωπο και σου είπα πως σ’ αγαπάω. Δεν είμαι σίγουρη μα νομίζω πως κόμπλαρες λιγάκι. Ανταπάντησες και συνέχισες να με φιλάς. Δεν είναι η πρώτη φορά που στο λέω. Όμως ποτέ δεν είχα εκδηλώσει συναισθήματα σε μια τέτοια στιγμή. Ήταν περίεργο, αμήχανο και αυθόρμητο. Με ξεκλειδώνεις. «Μόνο 3 χρόνια σου πήρε», είπες και γέλασες. Ανταπέδωσα το γέλιο και άναψα ακόμη ένα τσιγάρο. Αν και το έχω ελαττώσει πολύ, όταν βρίσκομαι μαζί σου, καπνίζω πολύ. Από αμηχανία, να το ξέρεις.

Κάποτε μου χες πει πως είμαι πλαστελίνη, θυμάσαι;
Δεν ξέρω τελικά, κι ούτε σε ρώτησα ποτέ… μερικά χρόνια μετά, τι είμαι στα μάτια σου;

Έχω να γράψω χρόνια για σένα, αλλά νομίζω το αξίζεις δικαιωματικά να βρίσκεσαι μέσα στις λέξεις που αποθηκεύω και στις αναμνήσεις που δημιουργώ. Κάποτε σου είχα γράψει από ενθουσιασμό. Τώρα σου γράφω από αγάπη. Αγάπη για αυτό που είμαστε, γι αυτό που φτιάξαμε, για το μικρό μας χάος.

Δεν υπάρχει κάτι που να μην ξέρεις για μενα, ούτε το παραμικρό. Είναι περίεργο. Ιδιαίτερο. Πάντα υπάρχουν πράγματα που κρατάμε για τον εαυτό μας, ακόμα κι από τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους. Κι όμως, έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο που δε θέλω να υπάρχει τίποτα κρυφό από εσένα. Γιατί δε θα με κρίνεις. Δε θα αλλάξεις γνώμη γι αυτό που είμαι για σένα. Για όλα αυτά που ξέρεις ότι καμιά λέξη δεν είναι αρκετά ικανή για να εξηγήσει όσα αισθάνομαι. Και γιατί, τέλος πάντων, κάποια πράγματα δε χωράνε επεξηγήσεις κι υπεραναλύσεις.

Μερικές φορές που συζητάμε για σχέσεις, συμπεριφορές και τα σχετικά, νιώθω σαν να έχω μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά σου, στη ζωή σου. Νιώθω πως αυτά που ακούω να μου λες ή να μου λένε, διαφέρουν από τη συμπεριφορά που έχεις απέναντι σ’ εμένα. Και δεν ξέρω αν θέλω εγώ να το πιστέψω για να νιώσω σημαντική ή αν πράγματι συμβαίνει. Αλλά, πλέον, δε χωράει σπόρος αμφισβήτησης σε τίποτα που να μας αφορά γιατί γνωρίζω την ειλικρίνεια που διέπει τη σχέση μας. Κι αυτό γαμάει, ρε φίλε! Ναι, είμαι αυτή που βάζει στην ίδια πρόταση τη λέξη «διέπει» και τη λέξη «γαμάει». Γι αυτό μ’ αγαπάς. Επειδή είμαι ό,τι να ναι κι επειδή δε με νοιάζει. Κι επειδή μπορώ ταυτόχρονα να βγάζω τα σώψυχά μου και να γίνομαι γλυκούλα και να σε βρίζω και να σου λέω πόσο καθίκι είσαι και όλα αυτά. Εφςδηκλσδνλζξδ. Κατάλαβες;

Όσα και να συνεχίσω να γράφω μάλλον θα ναι απλά φλυαρίες και ανούσια πράγματα για τους άλλους αφού, έτσι μπερδεμένα που τα λέω, δε θα καταλάβει κανείς κι απλά θα προσπεράσει. Γιεα, άι ντοντ ριλι κέαρ.

Μπικόζ φακ γιου εντ άι λοβ γιου.
Δι εντ.

 

Νεφέλη