Γεννήθηκα πριν από μισό αιώνα περίπου. Η μάνα μου λέει πως είχε εύκολη γέννα σε μένα, μόνο την έτσουξα λίγο βγαίνοντας. Ήμουν όμορφο μωρό, σαν κούκλα, έτσι έλεγαν όλοι. Μόνο που πνιγόμουν εύκολα, ακόμα και με το σάλιο μου. Οι νοσηλεύτριες, εκτός από όλα τα υπόλοιπα, έδειξαν στην μάνα πως να με συνεφέρνει όταν έμενα χωρίς ανάσα. Δυόμισι ημερών βρεφάκι με πήραν στο σπίτι για να κάνουμε όλοι μαζί την πρώτη μου πρωτοχρονιά. Δυόμισι ημερών πνίγηκα με το χαμομήλι μου και τίποτα από όσα της είχαν δείξει δεν βοηθούσε. Η γιαγιά και η θεία μου γύριζαν σαν τις τρελές μέσα στον πανικό, ανίκανες να βοηθήσουν. Η λεχώνα έβλεπε το μια σταλιά πλασματάκι της, να αλλάζει χρώμα, να μπλαβίζει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, με ξεφάσκιωσε, με βούτηξε από τα πόδια και με γύρισε ανάποδα. Μου έριξε και μερικές στην πλάτη και στον πισινό… και να ‘μαι τώρα εδώ. Σχεδόν μισό αιώνα μετά.

Το κουσούρι έμεινε. Είχε μάθει και ο αδερφός μου, 2 χρονών παιδάκι, να έρχεται και να φυσάει στο πρόσωπό μου, όπως έβλεπε τη μάνα μας να κάνει κάθε φορά. Ήμουν ήσυχο μωράκι. Δεν έκλαιγα εύκολα, χαμογελούσα από νωρίς και καθόμουν ακόμα και ξύπνια χωρίς να ενοχλώ. Πολλές φορές, ερχόντουσαν στην κούνια να δουν αν αναπνέω! Μεγάλωνα με ένα χαμόγελο στα χείλη. Κουκλίτσα κερένια με φώναζε ένας γείτονας της γιαγιάς. Η μάνα με φώναζε «καλημερίτσα». Κάθε φορά που ερχόταν το πρωί να με ξυπνήσει, την περίμενα με ένα τεράστιο χαμόγελο για καλημέρα.

Ο πατέρας πάλι, έκανε την έκπληξη όταν γεννήθηκα. Ήρθε στο μαιευτήριο και μου έφερε ένα αρκουδάκι! Ξεπέρασε τον εαυτό του. Στην εγκυμοσύνη της μάνας στον αδερφό μου ας πούμε, την έσπαγε στο ξύλο για να αποβάλλει. Οπότε ναι, εγώ κέρδισα και λούτρινο στην λοταρία! Κατά τα λοιπά, συνέχισε να δέρνει την γυναίκα του μέχρι που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε. Ύστερα, μόνο καβγάδες, βρισιές και απειλές. Σπασμένα τραπέζια, τζάμια, πόρτες αλλά όχι σπασμένα μούτρα. Συνεχής η κακοποίηση, απλά άλλαξε μορφή. Αυτή η γυναίκα, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της κακοποιημένη. Πρώτα από την μάνα της, κι ύστερα από τον άντρα της. Έγινε γι αυτήν κανονικότητα, αν μπορεί ποτέ να συμβεί κάτι τέτοιο. Πάσχιζε μια ζωή να μην περάσει αυτή την κακοποίηση στα παιδιά της. Όταν δεν τα κατάφερνε, την έπιανε το παράπονο, σπάραζε στο κλάμα και μας ζητούσε να την συγχωρέσουμε. Μα ήταν πάντα δίπλα μας. Να μας μάθει το σωστό από το λάθος, το δίκαιο από το άδικο, να μας μάθει την αγάπη.

Εμάς τα παιδιά, ο άντρας της δεν μας χτύπαγε. Ζούσαμε σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον, ξεκάθαρα βίαιο, χωρίς όμως να μας ακουμπά συνήθως. Κατά τα λοιπά, ήταν ανύπαρκτος ως γονιός. Η μεγαλύτερη απουσία μέσα από την φυσική παρουσία. Μόνο δυο φορές σήκωσε χέρι πάνω μου. Την μια πήγαινα γυμνάσιο και νόμιζε πως είχα βάψει τα μάτια μου. Έτσι ήταν πάντα από όταν γεννήθηκα, σαν βαμμένα. Μου άστραψε ένα χαστούκι που βούιξε το κεφάλι μου. Την επόμενη φορά, ήμουν πια μεγάλη κοπέλα, γύρω στα 19. Σπούδαζα και δούλευα, δεν τον είχα πια καμία ανάγκη. Έβγαινα με φίλους, ξενυχτούσα και ξεσήκωνα την γυναίκα του. Την έπαιρνα μαζί. Πουτάνα η μάνα, πουτάνα και η κόρη. Ένα βράδυ που γυρίσαμε, μας περίμενε ξύπνιος. Στήσαμε τρελό καβγά Δεν τον φοβόμουν πια. Όρμησε πάνω μου, με άρπαξε από το χέρι και σήκωσε το άλλο να με χτυπήσει. Σηκώθηκε ο αδερφός μου αγουροξυπνημένος με το σώβρακο, βούτηξε το χέρι του στον αέρα πριν προσγειωθεί στην φάτσα μου και την κάνει αγνώριστη, και του είπε «αν την αγγίξεις θα έχεις να κάνεις μαζί μου. Με μένα δεν τα βγάζεις πέρα»! Κάπως έτσι με έσωσε από μόνιμη εγκεφαλική βλάβη και παραμόρφωση. Όταν ηρέμησα, κατάλαβα ότι ο δείκτης του χεριού μου, είχε σπάσει. Φτηνά την γλίτωσα…

Δυο χρόνια μετά, έφυγε με την γκόμενα και ησύχασε λίγο το κεφάλι μας. Εύκολα δεν ήταν, ήταν όμως καλύτερα. Ήμασταν οι τρεις μας, ενωμένοι και δυνατοί, σαν ένα. Μάθαμε να προχωράμε, να τα βγάζουμε πέρα, να βάζουμε πλάτη ο ένας στον άλλον. Οι πληγές όμως ήταν πάντα εκεί. Ανοιχτές και έτοιμες να αιμορραγήσουν. Ο θυμός επίσης. Είχε γίνει ένα με μένα. Ένα αγρίμι ήμουν πάντα έτοιμο να δαγκώσει λαρύγγια. Έβρισκα καταφύγιο στη δουλειά. Όσο περισσότερη, τόσο καλύτερα. Τα ξενύχτια και η πίεση να προλάβουμε τις προθεσμίες ήταν το ναρκωτικό μου. Αυτό που δεν με άφηνε να σκεφτώ, να νιώσω.
Όταν ξαφνικά ήρθε η κρίση, είχε μαζί της παρέα την ανεργία. Προσπάθησα να αντικαταστήσω την δουλειά με περιστασιακό σεξ, για να μην σκέφτομαι. Να μην σκαλίζω τις πληγές. Άδικος κόπος. Είχε έρθει η ώρα να αναμετρηθώ με το θηρίο. Κατάθλιψη και ψυχοθεραπεία. Εκεί που τα βγάζεις όλα από μέσα σου και τα αντιμετωπίζεις. Αν δεν μπορείς, τα τακτοποιείς. Ανοίγεις τις πληγές, τις καθαρίζεις και τις βοηθάς να επουλωθούν χωρίς να κακοφορμίσουν. Τακτοποιείς και τον σύζυγο της μητέρας, κάπου που να μην σε ενοχλεί πια, και προχωράς.

Γεννήθηκα πριν από μισό αιώνα περίπου. Σήμερα άστραψε στο μυαλό μου μια μνήμη από αυτές που θάβουμε καλά, πολύ καλά. Έρχεται από την παιδική μου ηλικία, χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία μου. Με βρίσκει με το βρακάκι, ξαπλωμένη μπρούμυτα σε ένα διπλό κρεβάτι, στο σπίτι ή στο εξοχικό. Το βάρος ενός αντρικού κορμιού μου κόβει την ανάσα. Ακούω στα αυτιά μου ένα «σσσσσσς! Ήσυχα. Δεν θα σε πειράξω». Νιώθω πάνω μου κάτι σκληρό μέσα από το εσώρουχο του άντρα. Παίρνει το παιδικό μου χεράκι και το βάζει ανάμεσά μας. Το κλείνει να σφίξει αυτό το σκληρό. Τρίβεται πάνω μου και μου ζητάει να μείνω ήσυχη. Μένω ήσυχη. Σηκώνεται χωρίς να κάνει κάτι άλλο. Λες και αυτό δεν ήταν αρκετό. Λες και δεν με πείραξε. Με πείραξε, μαλάκα! Με πείραξε σύζυγε της μητέρας μου, γιατί πατέρας δεν αξίζει να λέγεσαι. Λίγο πριν κλείσω μισό αιώνα ζωής, πρέπει να μάθω να ζω και με αυτό. Και με το άγριο συναίσθημα του να θέλω να σε ξεσκίσω με τα δυο μου χέρια. Θα τα καταφέρω ρε! Το ορκίζομαι σε εκείνο το μικρό κοριτσάκι. Θα τα καταφέρω και πάλι.

Γεννήθηκα πριν από μισό αιώνα περίπου. Δεν έκανα παιδιά γιατί τα αγαπάω πολύ, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι θα τα κατάφερνα με τόσο θυμό. Λατρεύω τα παιδιά όλου του κόσμου όμως. Κλέβω στιγμές από τα δικά σας και είμαι καλά με αυτό. Έχω όμως γάτες, κι αυτό είναι το πιο πολύ που αντέχω. Και ναι, μέχρι σήμερα στραβοκαταπίνω με το παραμικρό. Βήχω, τραντάζομαι, τρέχουν τα μάτια κι όλο τα καταφέρνω. Πάντα παίρνω ανάσα!

 

Α.