Δεν ξέρω μετά από τόσο μεγάλη απουσία αν εξακολουθείτε να με θυμόσαστε. Πιθανόν όχι, μια που η ασυνέπεια έχει χτυπήσει κόκκινο. Κάντε καφέ και καθίστε να σας τα πω. Σας ζήτω προκαταβολικά συγγνώμη. Είναι ότι πιο δύσκολο έχω γράψει ποτέ. Έχω ξεκινήσει άπειρες φορές το συγκεκριμένο κείμενο. Ποτέ όμως δεν κατάφερνα να το τελειώσω. Πάντα λύγιζα μετά την εισαγωγή. Αυτή την φορά όμως όχι. Της το χρωστάω. Μου το χρωστάω. Για να την αποχαιρετήσω όπως της αξίζει. Και να προχωρήσω μπροστά. Επιτρέψτε μου λοιπόν να της πω όσα δεν πρόλαβα. Και να την αφήσω να φύγει.

Δεκαεννέα Φλεβάρη του 2018. Η μέρα που αποφάσισε να ξεκουραστεί. Η μέρα που αποφάσισε ότι δεν μπορεί άλλο να παλεύει. Πάλεψε πολύ αλλά δεν τα κατάφερε. Κι έφυγε αφήνοντας πίσω της μισοτελειωμένες υποθέσεις. Καφέδες που δεν ήπιαμε, μηνύματα που δεν ανταλλάξαμε. Σχέδια που δεν προλάβαμε να υλοποιήσουμε. Άφησε όμως και πολλές αναμνήσεις. Αναμνήσεις γεμάτες χαμόγελα, όμορφες στιγμές, στιγμές που με σημάδεψαν, γέλια μέχρι δακρύων.

Μου λείπεις γαμώτο. Είσαι η πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνάω. Πονάω κι είμαι ακόμη θυμωμένη. Σε θέλω εδώ. Πόσες φορές πιάνω το τηλέφωνο για να μοιραστώ μαζί σου ακόμη και τα πιο ασήμαντα. Πόσες φορές σκέφτομαι ότι “θα ρωτήσω την Μαρία”. Κι όταν συνειδητοποιώ τι έχει συμβεί χάνομαι. Μου λείπεις, μ’ ακούς ; Μου είχες υποσχεθεί ότι θα είσαι πάντα εδώ. Σου είχα υποσχεθεί ότι μαζί θα το ξεπεράσουμε. Καμία δεν μπόρεσε να κρατήσει τον λόγο της. Ακόμη και όταν ήξερα ότι η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη εξακολουθούσα να γελάω και να κάνουμε σχέδια. Πίστευα ότι έτσι θα ξόρκιζα το κακό.

Μου λείπεις. Εσύ που έφτανε να με κοιτάξεις για να καταλάβεις τι με έτρωγε. Κι ας ήμασταν με παρέα. Κι ας γελούσα κι ας έκανα τον κλόουν. Μόνο ένα βλέμμα και μου ψιθύριζες “τι έχεις;”. Κι όμως κατάφερα στο τέλος και σε κορόιδεψα. Με πίστεψες όταν σου έλεγα ότι θα περάσει κι αυτό. Μέσα μου κομματιαζόμουν. Απέφευγα να σε συναντήσω. Ήξερα ότι θα διάβαζες την απόγνωση στο βλέμμα μου. Και θα στεναχωριόσουν, όχι όμως για σένα. Για μένα που δεν ήμουν καλά.

Μου λείπεις. Και σπαράζω επειδή αθέτησα την πιο σοβαρή μου υπόσχεση. Το παιδί μου, μου είχες πει. Να είστε δίπλα του. Δεν μπορώ όμως λατρεμένη μου. Το παιδί σου είναι δυνατό κι εγώ αδύναμη. Κι αντί να είμαι εγώ δίπλα της, λυγίζω κάθε φορά που την συναντώ. Ούτε σπίτι σου έχω πάει από τότε. Δεν είσαι εκεί. Δεν θα σε δω να κάθεσαι στη γωνιά μας μπροστά στο τζάκι. Δεν μπορώ ακόμη να το διαχειριστώ. Μου λείπεις περισσότερο από όσο αντέχω. Περισσότερο ακόμη κι από όσο περίμενα. Δεν έχω πάει όμως ούτε στο νεκροταφείο. Ούτε εκεί είσαι. Σε κουβαλάω μέσα μου. Δεν είσαι εσύ εκεί στα παγωμένα μάρμαρα.

Δεν έχω καταφέρει ακόμη να σε σκεφτώ χωρίς αυτόν τον απαίσιο κόμπο στον λαιμό. Χωρίς να αρχίσουν να τρέχουν δάκρυα. Προσπαθώ όμως πολύ. Σε αναφέρω καθημερινά. Πόσο θα ήθελα να είχα άλλη μια στιγμή μαζί σου. Τις τελευταίες μέρες σου μιλούσα συνεχώς. Δεν έδειχνες να καταλαβαίνεις αλλά εγώ ξέρω ότι με άκουγες. Το τελευταίο σου βράδυ ήμουν εκεί. Και ήμουν τόσο σίγουρη για το τέλος όταν σου είπα καληνύχτα. Γύρισα πίσω στο δωμάτιο και σ’ αποχαιρέτησα. Ήξερα ότι σε έβλεπα τελευταία φορά. Νόμιζα ότι ήμουν έτοιμη. Έκανα όμως λάθος. Τίποτα δεν μπορούσε να με προετοιμάσει για τον πόνο που ένιωσα εκείνο το ξημέρωμα. Κι ας ήξερα ότι είχες κουραστεί.

Μου λείπεις μ’ ακούς; Πάντα θα μου λείπεις. Πρέπει όμως να μάθω να ζω μ’ αυτό. Πρέπει να προχωρήσω. Και να κάνω τον πόνο μου ανάμνηση. Να σε θυμάμαι όπως σου αξίζει. Με χαμόγελο. Γιατί ένα χαμόγελο ήταν η ζωή σου όλη. Γι’ αυτό Μαρία μου από αυτή τη στιγμή όποτε σε σκέφτομαι θα χαμογελώ. Κι ας ξεφεύγουν δάκρυα. Με τον καιρό θα στεγνώσουν κι αυτά. Αντίο λοιπόν μάτια μου. Ήρθε ο καιρός να σε αφήσω να ξεκουραστείς.