Μου χρωστάω μία συνέχεια. Αυτόν τον Φλεβάρη!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Χώρισαν. Τετάρτη βράδυ. Στο σπίτι έχει ησυχία. Κοιτάζει το χειμωνιάτικο χαλί. Είναι κόκκινο. Όσο και αν δεν πιστεύει στον Άγιο Βαλεντίνο, πάντα υπέβοσκε μέσα της η ρομαντική σκέψη: ο Φεβρουάριος είναι ερωτικός μήνας. Της αρέσει το κόκκινο. Το θεωρεί ειλικρινές χρώμα.

Τετάρτη. Αθήνα. Η ώρα είναι 20:00. Δεν είναι Δευτέρα. Δεν είναι Παρασκευή. Ούτε αφετηρία. Ούτε τέλος. Μεσοβέζικα πράγματα. Ευγενικά. Μα και αποκρουστικά. Πατημένα 30. Θα λέει τα πράγματα straight forward, ελληνιστί σταράτα. Έγινε;

Για αυτό δεν της αρέσουν οι Τετάρτες. Ξερνάει κυνικότητα. «Μιλάς για εκείνον σε παρελθοντικό χρόνο, λες και είναι πεθαμένος», μονολογεί. Συμφωνώ.

Ανοίγει ραδιόφωνο. Παίζει άγνωστη μελωδία. Είναι μουσική και της αρέσει. Ανάβει τα φώτα του καθιστικού. Βγάζει τα μπορντό αρβυλάκια της και κοιτάζει τον πολυέλαιο. Κάηκε μία λάμπα. Το σπίτι δεν είναι ψηλοτάβανο. Aλλά έχει πολυέλαιο.

Κατευθύνεται στην κουζίνα. Έκανε πρόσφατα ανακαίνιση. Τα ντουλάπια είναι φωτεινά. Καφέ. Μα, φωτεινά. Βράζει μπρόκολο στο μικρό κατσαρολάκι. Έβαλε φασκόμηλο να γίνεται. Μου ψιθύρισε ότι δεν θα προσθέσει μέλι. Υποψιάζομαι τον λόγο. Δεν θέλει να γλυκάνει την ψυχή της. Τα αρώματα και οι γεύσεις αποπροσανατολίζουν τις σκέψεις της. Όσφρηση και γεύση. Τι αισθήσεις ε;

Ανοίγει την μπαλκονόπορτα της κουζίνας. Κοιτάζει την Ανθέων. Άνω Πατήσια. Μυρίζει κρύο. Δεν έχει κίνηση στον δρόμο. Στρίβει ένα τσιγάρο. Δεν ταιριάζει με το φασκόμηλο, αλλά είναι βράδυ. Είναι Φλεβάρης. Είναι Τετάρτη. Καθόλου πιστευτοί λόγοι για να καταπιεί νικοτίνη. Δεν της το χαλάω. Είναι ήρεμη και έχει βάλει στόχους.

Κάθεται με γυρισμένη την πλάτη της σε ΄μένα. Σε μία παλιά ξύλινη καρέκλα. Αρκετά πιο καφέ από τα καινούρια ντουλάπια. Μία τζούρα, δύο τζούρες ώσπου να τελειώσει. Στο ραδιόφωνο παίζει Madrugada. Κουνάει ελαφρώς το κεφάλι της και πίνει φασκόμηλο. Δεν μου προσφέρει. Βάζω μέλι και εκνευρίζεται.

Το είχαμε συζητήσει κάποτε. “Όσο πιο πολλές γεύσεις παντρεύεις, μπερδεύεσαι”, μου ‘χε πει. Μου πήρε καιρό να καταλάβω την σκέψη της. Ίσως να μην καταλαβαίνω ακόμη.

Το μπρόκολο είναι al dente. Κάνω να βάλω λεμόνι. “Δοκίμασε να το φας ωμό”, μου λέει. “Θα ξινίσεις με αυτά που θα πω”, συνεχίζει. Το αριστερό της φρύδι είναι για λίγα δευτερόλεπτα υπερυψωμένο. Πιάνει το πιρούνι με το αριστερό. Συνηθίζει να τρώει με το αριστερό. Μόνο όταν είναι σπίτι.

Με το αριστερό έπιασε το μολύβι, το κουτάλι, την χτένα. Μία μέρα έτρωγε φακές. Με το αριστερό. Ο πατέρας της ανησύχησε και το ψιθύρισε στη μάνα της. Δεν της είπαν κάτι. Την παρακολουθούσαν. ‘Ενιωθε ότι οι κάμερες των ματιών τους ήταν στραμμένες σε εκείνη.

Ξεκίνησε να κάνει πράγματα με το δεξί. Η αδερφή της φώναζε με θαυμασμό: “η Μαρίκα είναι αμφιδέξια!”. Αυτή ήταν η ιστορία του αριστερού χεριού της.

Το έφαγα ωμό το μπρόκολο. Πρωτόγονο για ‘μένα. Συνηθίζω να γεύομαι μπερδεμένα πράγματα. Εκείνη είναι φυσική. Ακατέργαστη. Εκεί αποδίδω τους τραχείς της τρόπους ορισμένες φορές. Ευγενής αλλά λίγο απρόσιτη.

“Μπορώ να έχω φασκόμηλο;”, ρωτάω.”Χωρίς μέλι”, μου απαντάει. Σηκώνομαι από την καρέκλα, ανοίγω το ντουλάπι και πιάνω μία λευκή κούπα. Γράφει επάνω έναν στίχο του Καβάφη: “Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την των σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία ως που να γίνει σα μία ξένη φορτική“.

“Τι είναι αυτό;”, την ρωτάω. Κοιτάζει και μου απαντάει “δώρο από μια φίλη της μάνας μου”. Βάζω το φασκόμηλο και το πίνω δίχως μέλι. Έμεινα για λίγο σκεπτική. Δεν ανήκουν στην αισθητική της τέτοιου είδους κούπες.

“Πολύ το χάρηκα σήμερα που δεν αναλωθήκαμε σε ανόητες συζητήσεις μαγειρικής. Για το αν στο φασκόμηλο ταιριάζουν λεπτοκομμένες φέτες μήλου και λίγος χυμός εσπεριδοειδών”, μου λέει.

‘Εχει ζέστη. Άνοιξαν τα καλοριφέρ για 2 ώρες. Ευτυχώς, γιατί οι ρόγες μου είχαν γίνει ιδιαίτερα ευαίσθητες και αυστηρώς σεξουαλικές. “Αυτό το σπίτι δεν έχει ρολόγια”, της λέω. “Φοράμε και οι δύο”, μου λέει.

Έχω ένα με μπρασελέ. Γράφει όλους τους αριθμούς. Με βάζουν σε τάξη. Δεν βλέπω τα πράγματα μετρήσιμα. Αλλά είναι σαν πρόγραμμα. Κάποιοι έχουν ατζέντες, ημερολόγια, εφαρμογές. Εγώ έχω ένα ρολόι.

Εκείνη έχει ένα μαύρο από καουτσούκ. Αδιάβροχο. Όταν πάει θάλασσα, το βγάζει. Έχει μια αισθητική. Το καντράν είναι μεσαίου μεγέθους και οι αριθμοί διακριτικοί . “Γιατί δεν φοράς το ρολόι στη θάλασσα;”, της λέω. “Υπεκφεύγεις;” με ρωτάει. “Όχι. Αλήθεια.”.

“Όταν πάω στη θάλασσα, καταλαβαίνω την ώρα από τις εναλλαγές των χρωμάτων στον ουρανό”, μου απαντάει. Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι αν η τριβή της με κάθε λογής βιβλίο την έχει χαζέψει τελείως.

Το έχω δανειστεί το ρολόι της. Είναι άνετη με το να μου δίνει πράγματα. Με εμπιστεύεται. Τις δίνω και εγώ. Ένα μοβ αθλητικό φούτερ. Το φοράει. Κάνει crossfit. Έχω πάει σε προπονήσεις να την δω. Το μοβ την φωτίζει. Εμένα μου ‘χε γυαλίσει ο γυμναστής.

Έχει αέρα. Και μ’αρέσουν οι άντρες με αέρα. Πέφτω σε αυτούς που έχουν κοπανιστό. Εκείνη δεν κοιτάει. Πάει στα αποδυτήρια, αλλάζει. Ρίχνει μια ματιά στον πίνακα, βλέπει το πρόγραμμα και ξεκινάει. Έπειτα, σημειώνει τους χρόνους της, λέει ένα “καλή συνέχεια” και αποσύρεται. Αποσύρεται από κάθε κοινωνική συναναστροφή.

Ήταν ο πρώην της γυμναστής. Και τώρα γενικεύει.”Ποτέ ξανά με γυμναστή. Το αίμα τους δεν φτάνει στον εγκέφαλο. Παραμένει στις φλέβες των χεριών τους, των ποδιών τους και των γεννητικών τους οργάνων”, λέει. “Εν ολίγοις, στον πούτσο τους”, προσθέτω εγώ.

Ευτυχώς έχει ζέστη. Όταν κρυώνω, με επισκέπτεται το ψύχος εσωτερικά. Κατευθύνεται με γοργούς ρυθμούς στο στήθος μου και απλώνει ένα πέπλο κρύου σε όλη την επιφάνεια των βυζιών μου με έμφαση στις θηλές μου. “Θα ξανά βγεις μωρή χωρίς σουτιέν ή θα σου τρυπήσουν την μπλούζα οι μυτερές σου ρόγες;”, με ρωτάει εχθρικά το κρύο.

“Θα ξανά βγω ρε. Στ ‘ανάθεμα να πας κωλόκρυο”. 

“Λοιπόν;”, την ρωτάω. “Μαρίκα μου, σήμερα ήθελα να κάτσω μαζί σου. Εγώ ο εαυτός σου. Να μου μιλήσεις για εσένα. Για τα ρολόγια που αλλάζεις. Για το πώς με κουβαλάς. Για την απόσυρσή σου από κάθε κοινωνική συναναστροφή. Γιατί έτσι;”.

Πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Έβαλα τις πυτζάμες μου. Άνοιξα την ντουλάπα και έπιασα ακόμη μία κουβέρτα. Κρύωσα σήμερα. “Είθε τα όνειρα να είναι γλυκά”, μονολόγησα. ‘Επλυνα τα δόντια μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Μου έκλεισα το μάτι. Στην Ανθέων έχει ησυχία και οι βιτρίνες των μαγαζιών έχουν κόκκινες καρδιές. Μίλησα με εμένα. Μου χρωστάω μία συνέχεια. Αυτόν τον Φλεβάρη.

Μαρίκα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook