Έγινα αυτό που δεν ήθελα… Αυτή που πάντα καταδίκαζα, αυτή που πάντα οικτιρούσα. Το τρίτο πρόσωπο. Μαζί και το δεύτερο. Κι όσο εγωιστικό και αν ακούγεται… συγνώμη, αλλά δεν μετανιώνω.


«Μην με ρωτήσεις αν σε απάτησα,

Μην με ρωτήσεις πως,

Ποτέ δεν ήταν αυτός,

του κορμιού μου ο σκοπός».

Γιατί, μήπως ήταν του μυαλού μου;

Όλα ξεκίνησαν πριν χρόνια, σιγά σιγά. Μια φιλία που δεν έμεινε εκεί. Μια φιλία που εξελίχθηκε πολύ αργά, σχεδόν βασανιστικά. Συνάδελφοι. Πριν είκοσι χρόνια ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο των Αθηνών. Πρώτη έπιασα δουλειά εγώ. Δύο χρόνια μετά, ήρθες εσύ και μου έπεσε ο κλήρος να σε εκπαιδεύσω. Άριστη συνεργασία. Ήταν η εποχή που προσπαθούσα μετά από πέντε χρόνια γάμου, να αποκτήσω παιδί. Με καθημερινές επισκέψεις σε γιατρούς και κέντρα γονιμότητας, που έπρεπε επιμελώς να κρύβω από όλους. Όχι γιατί ντρεπόμουν. Ποτέ δεν ντράπηκα, ίσα ίσα, μαγκιά μου! Με μία σάλπιγγα και τα κατάφερα! Ο ανταγωνισμός στο γραφείο όμως, σκληρός. Ανελέητος. Ποιος εργοδότης θα σκεφτόταν να βοηθήσει μια τριανταπεντάρα δικηγόρο που τρυπιέται όλη μέρα… Που οι υπενθυμίσεις στο κινητό μου χτύπαγαν συνέχεια, όχι για υποθέσεις πελατών όπως έλεγα, αλλά για να μην ξεχάσω να κάνω την ένεση των εννιά, των δύο, των οκτώ…

Μία τέτοια μέρα που έφυγα διακριτικά –νόμιζα- από την αίθουσα συνεδριάσεων του γραφείου για να «πάρω την δόση μου» ήταν που κόντεψαν να αποκαλυφθούν όλα. Ξέχασα την σύριγγα με την βελόνα στην τουαλέτα. Έπρεπε έναν διαλύτη, να τον περάσω από τρεις διαφορετικές φαρμακευτικές ουσίες, να αλλάξω την βελόνα, να θυμηθώ σε πιο τεταρτημόριο της κοιλιάς μου να χτυπήσω την ένεση, να πάρω βαθιά ανάσα, να μαζέψω τα σύνεργα, να ισιώσω το πουκάμισο, να ξαναπάρω βαθιά ανάσα και να γυρίσω χαρωπή χαρωπή και με ύφος «συγνώμη που δεν μπορώ να ελέγξω την κύστη μου» στο γαμημένο meeting που ήδη είχε τραβήξει πολύ περισσότερο από το κανονικό!

Όταν μετά από τρεις ώρες επέστρεψα στο γραφείο μου, με πλησίασες διακριτικά και με ενημέρωσες -με άκρως επαγγελματικό ύφος- ότι τα επικίνδυνα ιατρικά απόβλητα, θα ήταν καλύτερα να μην τα πετάω στα καλάθια της τουαλέτας. Πόσο μάλλον να τα αφήνω εκτεθειμένα!

Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

«Συγνώμη, δεν θα επαναληφθεί». Μόνο αυτό μπόρεσα να ψελλίσω.

Δεν μου ξανάπες τίποτα, δεν με κοίταξες ποτέ περίεργα, δεν άφησες ποτέ κάτι, να πλανάται στον αέρα. Μόνο με ενημέρωνες διακριτικά κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο ενώ ήμουν στην τουαλέτα ή ότι με έψαχνε το big boss… τέτοια πράγματα, απλή συναδελφική αλληλεγγύη. Αρχίσαμε να μιλάμε και δειλά δειλά να ανοιγόμαστε ο ένας στον άλλο. Σκεφτόσουν να κάνεις πρόταση γάμου στην κοπέλα σου και το δούλευες ακόμη μέσα στο μυαλό σου. Είχε έρθει η πρώτη αποτυχία στις προσπάθειές μου. Πήγαμε για ένα ποτό μετά το γραφείο, για να ανασυντάξουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας προτού γυρίσουμε στους συντρόφους μας. Σε προέτρεψα να προχωρήσεις μαζί της. Μίλαγες για την Άννα και άλλαζε το πρόσωπό σου. Μαλάκωναν οι γωνίες, γλύκαινε το βλέμμα. Θυμάσαι τι σου είπα;

«Αυτό είναι που έχουμε ανάγκη σε αυτή την άγρια ζούγκλα που ζούμε. Μην το χάσεις επειδή φοβήθηκες».

Θυμάσαι τι μου είπες;

«Δεν γίνεται να κερδίζεις σε όλες τις δίκες. Πάμε για την επόμενη, είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις».

Με κάλυψες στο δικαστήριο όταν έπρεπε να κάνω εμβρυομεταφορά. Ήταν το πρώτο τηλέφωνο που έκανα αμέσως μετά, για να ενημερωθώ για την έκβαση της δίκης. Μαζί ψάξαμε την ελληνική νομοθεσία για το τι μπορώ να κάνω με τα κατεψυγμένα γονιμοποιημένα ωάρια που είχα. Με προέτρεπες να το αντιμετωπίσω σαν άλλη μία υπόθεση. Με ψυχρή λογική. Είχες καταλάβει πως ήταν ο μόνος τρόπος να ελέγξω το άγχος μου. Μου έδωσες την πρώτη σφιχτή αγκαλιά όταν πήρα τα αποτελέσματα. Ήσουν τόσο σίγουρος ότι θα τα κατάφερνα! Πρέπει να ήσουν το πιο υποστηρικτικό άτομο σε αυτή τη φάση της ζωής μου. Περισσότερο και από τον σύντροφό μου.

Ανάμεσα σε εκδικάσεις, επιδόσεις και αναβολές, ψάχναμε για πιθανές ημερομηνίες γάμου, ώστε να γεννήσω πρώτα, σιγά να μην το έχανα! Και ήταν όλα υπέροχα! Χαιρόμουν τόσο πολύ για σένα. Για σένα και την Άννα.

Πέρναγαν τα χρόνια, κάναμε παιδιά, άνοιξες δικό σου δικηγορικό γραφείο, αλλά η σχέση μας, παρέμενε σταθερή και αναλλοίωτη. Τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα για ένα, άντε δύο ποτάκια στο μπαράκι στην γωνία, πριν γυρίσουμε στον Γιώργο εγώ, στην Άννα εσύ. Πάντα συζητάγαμε τις υποθέσεις μας. Θα μας είχαν διαγράψει και τους δύο από τον δικηγορικό σύλλογο αν ήξεραν… Επαγγελματικό απόρρητο ανάμεσά μας, δεν υπήρχε.

Και μηνύματα, πολλά μηνύματα.

«Περιμένω την απόφαση», «Την πήρες την αναβολή;», «Τα παιδιά καλά; Η Άννα;», «Ο Γιώργος τι έκανε με την δουλειά του τελικά;»,

«Μην δίνεις σημασία, στην εφηβεία είναι, φυσικά και θα σε αμφισβητήσουν».

Όλα όσα δεν προλάβαινα να συζητήσω με τον Γιώργο, τα έλεγα σε σένα. Όλα όσα δίσταζες να συζητήσεις με την Άννα τα έλεγες σε μένα. Χωρίς να κρίνουμε ο ένας τον άλλο. Χωρίς να επικρίνουμε. Χωρίς να φοβάμαι να δείξω τις αδυναμίες μου. Χωρίς να φοβάσαι να παραδεχτείς τα λάθη σου. Κι όσο ήμασταν εκεί ο ένας για τον άλλο, τόσο μίκραιναν στα μάτια μας οι σύντροφοί μας.

«Μα καλά, τόσο βλάκας είναι; Δεν καταλαβαίνει πόσο πιεσμένη είσαι;».
Πότε έκατσα να του μιλήσω για να καταλάβει…;

Τώρα πια, καταλαβαίνω πως ποτέ. Ποτέ δεν μίλησα με τον Γιώργο χωρίς να φοβάμαι. Χωρίς να φοβάμαι μην τον θίξω, μην παρεξηγήσει τα λόγια μου, τα σκέψεις μου, τα όνειρά μου, μην θεωρήσει πως του επιρρίπτω ευθύνες. Προσπαθούσαμε και οι δύο τόσο πολύ να κρατήσουμε τις ισορροπίες που ξεχάσαμε πως ο γάμος δεν έχει ανάγκη από ισορροπία. Κατανόηση και σεβασμό χρειάζεται. Και κουβέντα, πολύ κουβέντα. Παρόλο που έλεγα σε όλους τους πελάτες μου πως πρέπει να ξέρω την πάσα αλήθεια για να σας αναλάβω, στον γάμο μου δεν το τήρησα. Ξέχασα να μιλάω, μα και να ακούω τον Γιώργο.

Κι όσο μίκραιναν στα μάτια μας οι σύντροφοί μας, τόσο μεγάλωνε η ανάγκη για την δική μας επαφή. Το μυαλό σου μου έλειπε. Το χιούμορ σου όταν εγώ πελάγωνα. Ο τρόπος που σε έβριζα όταν κόλλαγες εσύ. Το κινητό έγινε η φυσική προέκταση του χεριού μας. Ξύπναγα κι έριχνα κλεφτή ματιά στο κινητό αν είχες στείλει μήνυμα για καλημέρα. Πονούσα αν πέρναγε μέρα χωρίς να σε ακούσω. Και παραμυθιαζόμουν. Φίλοι είμαστε. Καλοί φίλοι. Τόσο καλοί φίλοι που πονάω χωρίς αυτόν.

Αργότερα μου είπες πως γινόσουν στρυφνός απέναντι στην Άννα όταν εγώ χανόμουν….

Κάποια μέρα σου έστειλα μια φωτογραφία. Ένα μπαλκόνι στην Μάνη με την πιο ανοιχτή θέα που μπορούσε να αντέξει η ψυχή μου. «Εκεί θα ήθελα να είμαι», σου είπα. Αυτό που δεν ακούστηκε ήταν, μαζί σου.

«Θα μιλάγαμε με τις ώρες», μου είπες.

Τις επόμενες μέρες βρέθηκα να δοκιμάζω ρούχα που θα ήθελα να φορέσω για σένα σε εκείνο το μπαλκόνι. Τα άφησα στο ταμείο κι έφυγα τρέχοντας.

Όσο και αν με πλήγωναν τα όνειρά μου, συνέχιζα να ονειρεύομαι. Ένιωθα ένοχη απέναντι στον Γιώργο, στα παιδιά μου. Απέναντι στην Άννα, στα δικά σας παιδιά! Δεν είχα κανένα απολύτως δικαίωμα να ταράζω την ζωή τους. Ούτε και την δική σου, ποτέ δεν μου έδωσες το παραμικρό δικαίωμα. Και πνιγόμουν μέσα στις ίδιες μου τις σκέψεις, μέσα στις ενοχές μου, στην πιο τρελή μου φαντασία, στα πρόστυχα όνειρά μου…

Λίγες μέρες μετά, μου είπες στο τηλέφωνο πως χρειάζεσαι την βοήθειά μου με έναν πελάτη στη Θεσσαλονίκη. Προσπάθησα να το αποφύγω. Επέμενες. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα ταξιδεύαμε για επαγγελματικούς λόγους μαζί. Αρνήθηκα. «Τι φοβάσαι και αντιδράς έτσι, μην σου την πέσω;».
Αυτό ήλπιζα ηλίθιε…

Μπήκα στο αυτοκίνητο, κλαίγοντας. Δεν θα στο έδειχνα ποτέ. Πρώτη φορά αμίλητη. Κάλυπτες τα κενά εσύ. Μίλαγες ακατάπαυστα. Για όλους και για όλα.

Θεέ μου, πως την πάτησα έτσι;

Αντί να στρίψεις προς Λαμία, έστριψες για Κόρινθο. Εριστικά, σχεδόν, σου είπα πως έκανες λάθος. «Μου πήρε λίγες μέρες να ανακαλύψω που ήταν το μπαλκόνι… Ένα εστιατόριο είναι, κοντά στον Γερολιμένα. Βρήκα όμως ένα σπίτι εκεί κοντά και έχω συνεννοηθεί με τους ιδιοκτήτες να έχουν το ψυγείο γεμάτο. Μόνο κρασί πήρα μαζί μου, λευκό που σου αρέσει».

Ήταν ένα διήμερο μαγικό. Μόνο εμείς, κανένας άλλος. Τα είπαμε όλα, χωρίς να ακουστεί τίποτα. Κοιμηθήκαμε αγκαλιά και μου είπες «μόνο αυτό αρκεί, στο μυαλό είναι όλο το παιχνίδι».

Πόσο καλά με ήξερες…

Πέντε χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Δεν απειλεί ο ένας την ζωή του άλλου. Την ολοκληρώνει. Γυρίζουμε για ένα διήμερο κάθε χρόνο στον Γερολιμένα. Είναι το δικό μας σημείο αναφοράς. Και με κρατάς αγκαλιά, μέχρι να κολλήσουν όλα μέσα μας.