Μπήκε στην κουζίνα και έβγαλε έναν αναστεναγμό. Τόσα κιλά κρέας πως θα το τακτοποιούσε; Ανέβασε τα μανίκια, μάζεψε τα μαλλιά της ψηλά, φόρεσε την ποδιά της, τα γάντια της και ξεκίνησε να ανοίγει τις σακούλες. Είχε να ξεκοκαλίσει, να τεμαχίσει, να φτιάξει κιμά, να χωρίσει σε μερίδες για μαγείρεμα και να τα βάλει στον καταψύκτη. Θα της έπαιρνε όλη μέρα αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να είναι όλα έτοιμα όταν γυρίσει ο άντρας της και να έχει μαγειρέψει να φάνε. Δεν είχε αποφασίσει ακόμα αν θα έφτιαχνε βραστό ή λεμονάτο. Είχε χρόνο, σκέφτηκε, καθώς κατέβασε με δύναμη τον μπαλτά για να σπάσει το κόκαλο. Δεν εμπιστευόταν τους χασάπηδες. Πάντα μόνη της ετοίμαζε το κρέας που θα χρησιμοποιούσε στη μαγειρική της.

Η ζωή τής Κικίτσας κυλούσε ήρεμα. Αγαπούσε πολύ τον άντρα της και την καθημερινή της ρουτίνα. Φρόντιζε με αγάπη το σπιτικό τους, χάιδευε τρυφερά τα ρούχα του πριν τα τακτοποιήσει στην ντουλάπα, τον υποδεχόταν πάντα με χαμόγελο κι ένα γλυκό φιλί. Μα κι εκείνος την λάτρευε. Ποτέ δεν της κακομιλούσε, όσο κουρασμένος κι αν ήταν. Σαν γύριζε στο σπίτι, την έκλεινε στην αγκαλιά του κρατώντας την από την μέση, και κάθε φορά της έλεγε «Τι καλό μαγείρεψες; Μέχρι έξω μυρίζει!». Κι εκείνη, όχι να το παινευτεί, μα ήταν πολύ καλή μαγείρισσα. Με το τίποτα έφτιαχνε πεντανόστιμα φαγητά και γλυκά. Όλη η γειτονιά είχε να το λέει.

Μόνο που δεν είχαν καταφέρει να κάνουν παιδιά, αυτό ήταν το μαράζι της. Είχε μαζέψει δυο γάτες από την γειτονιά, τις αγαπούσε και τις φρόντιζε μα, όπως έλεγε «Καλές είστε, παιδιά όμως δεν είστε». Αλλά ο θεός ήταν μεγάλος και παντοδύναμος. Κάποια μέρα θα έβλεπε τον καημό της και θα της έφερνε ένα μωρό.

Είχε και μια φίλη αγαπημένη, την Αλέκα. Χρυσό κορίτσι, όμορφο, μα άτυχο. Ερχόταν συχνά να την δει και να πιουν το καφεδάκι τους. Κάθε φορά της τον έλεγε τον καφέ η Κικίτσα, περιμένοντας να δει στεφάνι. Περιμένοντας να δει την φιλενάδα ευτυχισμένη δίπλα σε έναν καλό άντρα. Κι όλο «Μην σκας Αλέκα μου, θα βρεις κι εσύ ένα καλό παιδί σαν τον Κώστα μου να φτιάξεις το σπιτικό σου». Μα, η Αλέκα ήταν πολύ όμορφη, και οι άντρες την ήθελαν μόνο για να κάνουν το κομμάτι τους. Προδοσίες, κλάμματα κι ένας καφές που κουβαλούσε το βάρος της ευτυχίας της. Κάπως έτσι βρέθηκε με ένα ξώγαμο, ντροπιασμένη και μόνη. Είχε κάνει κι ένα χαρτί με δυο μάρτυρες, αν κάτι κακό της συμβεί το παιδί να το μεγαλώσει η καλή της φιλενάδα.

Ώσπου μια μέρα, παίρνει τηλέφωνο την Κικίτσα και της λέει «Φτιάξε καφέ, έρχομαι! Τον βρήκα! Είμαι σίγουρη πως είναι αυτός!». Το μπρίκι μπήκε στην φωτιά και ο αχνιστός καφές χύθηκε στο φλιτζάνι, με παχύ καϊμάκι και δυο φουσκάλες. «Να, δες! Ευτυχία μεγάλη!» είπε η Κικίτσα και κόντεψε να κάψει την φιλενάδα της για να πιει γρήγορα τον καφέ και να τον γυρίσει στο πιατάκι. Τον σταύρωσε όλο λαχτάρα και περίμενε να κάτσει ο ντελβές. Κοιταζόντουσαν και χαμογελούσαν. «Δεν βαστώ άλλο!» και το φλιτζάνι βρέθηκε να γυρίζει στα χέρια της. «Μμμμ… ψηλός και λεβεντάνθρωπος! Σ’ αγαπάει και βλέπω στεφάνι.» «Που καλέ; Δείξε μου!» «Να το παιδί μου, εδώ. Πάνω από το κεφαλάκι σου! Άντε βρε Αλέκα μου, η ώρα η καλή! Πως είπες πως τον λένε;» «Δεν είπα…» «Πάντως εγώ, βλέπω ένα “Κ”. Κώστα τον λένε; Μαζί θα τους γιορτάζουμε τους αντράδες μας;» «Ε; Ναι… Κώστα…» «Πότε θα μας τον γνωρίσεις; Μακάρι να γίνουν καλοί φίλοι με τον δικό μου!» «Σιγά σιγά βρε Κικίτσα μου! Όλα θα γίνουν… Πάω κι εγώ να σε αφήσω να κάνεις τις δουλειές σου.» «Κάτσε, που θα πας; Λέει κι άλλα το φλιτζάνι. Μελαχρινός ο Κώστας, με καλή δουλειά σε μεγάλη εταιρεία. Σαν τον δικό μου ένα πράγμα… Στον Πειραιά δουλεύει σαν τον άντρα μου. Βρε, λες να είναι συνάδελφοι;» «Τι προσπαθείς να μου πεις Κικίτσα; Δεν σε καταλαβαίνω.» «Μωρέ καταλαβαίνεις μια χαρά! Παλιοπουτάνα που σε είχα και για φίλη! Τον είδαν να βγαίνει από το σπίτι σου και μου τα πρόφτασαν, αλλά εγώ δεν ήθελα να το πιστέψω. Τον άντρα μου βρώμα; Αυτό δεν θα περάσει έτσι!»

Το μεγάλο πριονωτό μαχαίρι της κουζίνας, γυάλισε στο φως του απορροφητήρα πριν προσγειωθεί με δύναμη στο στήθος της Αλέκας, κι ύστερα ξανά και ξανά για σιγουριά. Την έσυρε μέχρι το μπάνιο και την έβαλε στην μπανιέρα. Ξεκίνησε αργά και μεθοδικά να τεμαχίζει το άψυχο σώμα, δίνοντας έμφαση στις κλειδώσεις για να αποσπά τα κομμάτια με ευκολία. Καθάρισε με το ντους τα αίματα, αφαίρεσε με το καλό κοφτερό της μαχαίρι την επιδερμίδα και άρχισε να μεταφέρει τα κομμάτια μέσα σε σακούλες στην κουζίνα. Έσπασε με τον μπαλτά της τα κόκαλα και χώρισε το κρέας σε μαγειριές. Το κεφάλι το φύτεψε σε μια μεγάλη πήλινη γλάστρα, και από πάνω μυρωδάτο βασιλικό.

Διάλεξε ένα τρυφερό κομμάτι στήθος, ήταν και νταρντάνα η φιλενάδα της, και το πέρασε από την μηχανή του κιμά. «Σουτζουκάκια θα του κάνω τελικά που του αρέσουν. Κύμινο να δω αν έχω αρκετό». Μούλιασε το μπαγιάτικο ψωμί στο κόκκινο κρασί, έριξε τον κιμά με τα μπαχαρικά στην μεγάλη γαβάθα και άρχισε να ζυμώνει με δύναμη. Άφησε στην άκρη τη ζύμη να ξεκουραστεί κι έβαλε το λάδι στο τηγάνι να κάψει. Λίγη ώρα μετά όλη η γειτονιά μύριζε κύμινο και κόκκινη σάλτσα. Τα τηγανισμένα σουτζουκάκια βούτηξαν μέσα στην ντομάτα και δίπλα έβραζε το ολόλευκο ρυζάκι. Πήρε τηλέφωνο τον άντρα της. «Κώστα μου, μην αργήσεις. Έφερε ο χασάπης από το κρέας που σου αρέσει κι έφτιαξα σουτζουκάκια!»

Γύρισε κι έριξε μια ματιά στην κουζίνα της, καθώς σκούπιζε με την ανάστροφη του χεριού της λίγο ιδρώτα από το μέτωπό της. Έριξε στις γάτες της τα μεζεδάκια που τους είχε ψήσει και αναστέναξε. «Πω πω! Κοίτα χάλι. Αχ βρε Κώστα μου, δεν έχω πια κουράγιο για τέτοια πράγματα…»!