Μόνη στην Πόλη

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Θα μπορούσε να είναι τίτλος βιβλίου ή άρθρου εφημερίδας.

Είναι όμως αυτό που βιώνω. Κάθε μέρα. Να νιώθω μόνη στην πόλη. Στην πόλη μου, που αγαπώ, που αλήθεια αγαπώ. Που όπου κι αν έχω ταξιδέψει, πάλι εδώ θέλω να γυρίσω, να ζήσω. Αλλά νιώθω μόνη. Κουρασμένη. Αγαναχτισμένη. Εκτεθειμένη.

Χθες το πρωί στη συμβολή των οδών Ιωνίας και Σμπώκου στο φανάρι, ένας νεαρός οδηγός μεταφορέας φαγητού, παραβίασε το κόκκινο και κόντεψα να τρακάρω μαζί του. Σαν να διάβασα τον τίτλο της είδησης εκείνη τη στιγμή. Τηλεφώνησα και ενημέρωσα την επιχείρηση που δουλεύει αμέσως .Απάντησε ο ιδιοκτήτης ,λέγοντας: “Σας ευχαριστώ πολύ για την ενημέρωση, θα το φροντίσω“. Το πίστεψα γιατί είμαι και ρομαντική .

Άφησα το αυτοκίνητο και ξεκίνησα να κατεβαίνω στο κέντρο περπατώντας. Στην πλατεία Κύπρου, ένα κορίτσι περίπου 17  χρονών συνόδευε  το σκυλάκι της .Έκανε την ανάγκη του το ζωντανό και φυσικά δεν τα μάζεψε. Σταμάτησα, της έδωσα χαρτομάντηλο χαμογελώντας και εκείνη μου είπε: “Δεν το χρειάζομαι, καλά είμαι“. Έμεινα  να την κοιτάζω και να σκέφτομαι, πού να ήταν άραγε οι γονείς της, όλα τα χρόνια της ζωής της….

Στην μικρή Έβανς, η παράσταση συνεχίστηκε. Άλλος  διανομέας, πάγου αυτή τη φορά, έτρεχε σαν δαιμονισμένος, κάνοντας «οχταράκια» με το μηχανάκι του ανάμεσα από τις υπέροχες ζαρτινιέρες, που είχε φροντίσει επιμελώς ο Δήμος να τοποθετήσει σε ένα δρόμο εργοτάξιο. Εγώ μια απλή νοικοκυρά είμαι, αλλά ξέρω ότι πρώτα τακτοποιείς το σπίτι σου, στη συνέχεια ξεσκονίζεις, σκουπίζεις, σφουγγαρίζεις και στο τέλος βάζεις τα βάζα στα λουλούδια .Δεν πρόλαβα να μιλήσω φυσικά. Εξαφανίστηκε.

Βρέθηκα στα δικαστήρια. Δίπλα μου στο καφενείο, στο ισόγειο, μια παρέα τριών ενηλίκων και ένα μωρό τριών χρονών περίπου. Κάπνιζαν προκλητικά δίπλα στο μωρό, δίπλα σε όλους. Πήρα ανάσα και είπα :“Σας παρακαλώ σβήστε το τσιγάρο σας, δεν επιτρέπεται το κάπνισμα εδώ“. Απέναντί μας ένας αστυνομικός, από εκείνους με την στολή την γαλάζια, την καλοσιδερωμένη ξέρετε, κοιτούσε, παρακολουθούσε ακίνητος, αμίλητος. Έσβησαν οι άνθρωποι το τσιγάρο τους, ζήτησαν και συγγνώμη. Στα πέντε λεπτά αργότερα, ήρθε  ο δικηγόρος τους, έκατσε, άναψε τσιγάρο. Σκέφτηκα να ζητήσω από τον κύριο με τα γαλάζια ρούχα να με τσιμπήσει, να βεβαιωθώ ότι όντως το ζούσα. Δεν χρειάστηκε, αφού “κρούφτηκα“ απ ΄ το τσιγάρο του κυρίου με την γραβάτα κι έτσι βεβαιώθηκα.

Έφυγα και οδηγώντας το αυτοκίνητο, κινούμενη έξω από το στολισμένο με ταμπέλες του τύπου: “ΠΡΟΣΟΧΗ“, Καπετανάκειο, προσπάθησα να βγω με το αυτοκίνητο μου στην Δημοκρατίας. Στ’ αριστερά μου ήταν παρκαρισμένο ένα ολοκαίνουριο, υπέροχο, πεντακάθαρο, τουριστικό λεωφορείο και ο οδηγός μέσα μιλούσε στο τηλέφωνο. Μου είχε κόψει όλη την ορατότητα. Βγαίνοντας σιγά σιγά τον άκουσα να λέει: ”Έλα, περνάς“.  Έκανα μισό μέτρο και μου ξαναείπε: “Περίμενε.” Και κάπου εκεί σκέφτηκα: ”Όχι άλλο κάρβουνο…”

Κατέβηκα από το αυτοκίνητο, σταμάτησα στη μέση της Δημοκρατίας και ζήτησα από τον διερχόμενο οδηγό να περιμένει πέντε δευτερόλεπτα. Μπήκα μέσα στο αμάξι μου και περνώντας έκανα την σκέψη: “Ας μην προσπεράσει μηχανάκι το σταματημένο αυτοκίνητο τώρα μέχρι να περάσω απέναντι”. Ήμουν τυχερή, δεν πέρασε.

Το βράδυ στα Λιοντάρια στις 21.15 μ. μ., ένα αυτοκίνητο επαγγελματικό, μεγάλο φορτηγό, κυκλοφορούσε ανενόχλητο χωρίς κανένα δισταγμό έξω από την Βικελαία Βιβλιοθήκη, μπροστά από το μνημείο, με κατεύθυνση προς την 25ης Αυγούστου. Είπα: “Είναι πεζόδρομος, απαγορεύεται η διέλευση αυτοκινήτων” Και? Τίποτα. Συνέχισε. Ανενόχλητα.

Γύρισα σπίτι. Απέναντι μας είχαν γλέντι. Τέλεια. Έφευγε φαντάρος το παιδί. Προετοιμασίες πολλές, φαγητό, τραπέζια, δοκιμή στην μουσική. Δεν με πείραξε που δεν θα κοιμόμασταν, να είναι καλά ο κόσμος να γλεντάει. Έβαλα πλυντήριο. Μέχρι να τελειώσει, το γλέντι είχε ανάψει. Βγήκα να απλώσω και με το που ξεκίνησα, ξεκίνησαν μαζί μου και οι πυροβολισμοί. Γιατί είναι άντρες. Παντελονάτοι. Ξηγημένοι. Με μούσια, γένια και τρίχες στη μασχάλη. Και γούσταραν και μπορούσαν. Και εγώ ξεκίνησα να απλώνω τα ρούχα μου στις καρέκλες μέσα στο σπίτι, γιατί σκέφτηκα την Αλεξία που της καρφώθηκε η σφαίρα στο κεφάλι. Και έμεινα πάλι να μονολογώ:

 “Ευτυχώς που τα παιδιά είναι στη μάνα μου.”

Υπομονή

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook