Η Ελπίδα κοίταξε για άλλη μια φορά το αντικείμενο που κρατούσε. Ένιωθε να της καίει το χέρι, ήθελε να το πετάξει μακριά και μετά να τρέξει να κουκουλωθεί στο κρεβάτι της. Να κοιμηθεί κι όταν ξυπνήσει να είναι όλα όπως παλιά. Να είναι πάλι ευτυχισμένη κι ερωτευμένη, γεμάτη όνειρα κι ελπίδες για το κοινό μέλλον, με τον άντρα που αγαπούσε. Ήξερε όμως ότι όσο και να κοιμόταν τίποτα δεν θα αλλάξει. Ήδη είχαν περάσει είκοσι μέρες από εκείνο το βράδυ που εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα είχε έρθει το τέλος.

Στην αρχή το σοκ ήταν μεγάλο. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα χώριζαν. Πίστευε από τα βάθη της καρδιάς της ότι οι δυο τους ήταν σαν τα ζευγάρια που γίνονται ήρωες σε βιβλία. Πως η αγάπη τους θα νικούσε τα πάντα. Πόσο έξω είχε πέσει. Με την πρώτη ουσιαστική διαφορά τους, όλο το οικοδόμημα γκρεμίστηκε. Τόσο εύκολα. Σαν χάρτινος πύργος φτιαγμένος από τραπουλόχαρτα. Δεν το περίμενε, δεν το είχε δει να έρχεται, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει.
Τις επόμενες μέρες δεν είχε αντιδράσει. Ένοιωθε απλά ένα μούδιασμα. Σαν να είχε αδειάσει το κεφάλι της. Περίμενε την επιστροφή του, την απολογία του και είχε αποφασίσει ότι θα έδειχνε μεγαλοψυχία και θα αποδέχονταν τη συγνώμη του. Άλλωστε την αγαπούσε και τον αγαπούσε. Αυτό δεν είναι το μόνο που έχει σημασία; Όταν αγαπάς κάποιον ειλικρινά και ουσιαστικά μπορείς να αγνοήσεις κάποια λάθη του και να συνεχίσεις.

Όσο οι μέρες περνούσαν το έπαιρνε πια απόφαση ότι δεν υπήρχε καμία απολύτως πρόθεση από εκείνον να γυρίσει. Άλλωστε της το είχε πει. Όταν έφευγε δεν γύριζε ποτέ. Και φυσικά αυτή δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ο εγωισμός του ήταν πάντα πάνω απ’ όλα. Μπορούσε πια να παραδεχτεί στον εαυτό της, ότι όλον αυτόν τον καιρό, η σχέση τους περιστρέφονταν γύρω από εκείνον. Ποτέ οι δικές της επιθυμίες δεν είχαν κανένα βάρος εκτός κι αν συνέπιπταν με τις δικές του. Κι εκείνη ήταν πολύ ερωτευμένη για να το παραδεχτεί, ακόμη και στον εαυτό της.

Δυο εβδομάδες έμεινε κλεισμένη στο σπίτι. Κι ένα βράδυ απλά σηκώθηκε, ετοιμάστηκε και βγήκε για ποτό με τις φίλες της. Σαν να μην υπήρξε ποτέ στη ζωή της. Κανόνισε με την κολλητή της να φύγουν τριήμερο. Το είχε ανάγκη. Να ξεσκάσει, να φλερτάρει, να διασκεδάσει. Άλλωστε ήταν μόνο 28 χρονών, άλλο αν μέσα της ένιωθε 50. Ξεκίνησε να φτιάχνει τη βαλίτσα της. Δεν ήθελε πάρα πολλά πράγματα μαζί. Τα βασικά: μαγιώ, πετσέτα, αντηλιακό. Μη ξεχάσει να πάρει μαζί της και ταμπόν. Μέσα το μπερδεμένο της κεφάλι ένα καμπανάκι χτύπησε.

Ακόμη κρατούσε το τεστ στα χέρια της. Ο ολοκάθαρος σταυρός δεν της έδινε κανένα περιθώριο. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά και ίσιωσε την πλάτη της. Όλα θα πήγαιναν καλά. Θα τα έκανε εκείνη να πάνε όσο καλύτερα γίνεται. Ούτε η πρώτη ήταν, ούτε η τελευταία που θα μεγάλωνε μόνη της ένα παιδί. Κατανοούσε απόλυτα τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, ήταν όμως έτοιμη να το παλέψει. Έβαλε το χέρι της στην κοιλιά της.

Όλα θα πάνε καλά μωράκι μου. Στο υπόσχομαι.