Νέκυια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Εδώ και μήνες, κάθε βράδυ έκανα πάντα την ίδια προσευχή.
<<Θεέ μου, ελέησον με την αμαρτωλή και πάρε με από τούτη την ζωή. Με την Χάρη σου έχω τακτοποιήσει τις βασικές υποχρεώσεις μου προς όλους τους οικείους μου. Από εδώ και πέρα μόνο δεινά φέρνει η παρουσία μου. Κάνε μου και αυτήν την τελευταία χάρη, τόσες και τόσες μου έκανες της ανάξιας. Κάνε την, έστω και καταχρηστικά>>.

Κουκουλώθηκα με το πάπλωμα και γύρισα στο πλάι, ελπίζοντας το νέο φάρμακο να έχει καλύτερη απόδοση από το προηγούμενο. Όλο και δραστικότερες ουσίες μου συνταγογραφεί ο γιατρός τελευταία. Προχθές που πήγα πάλι, μια νέα μου διαπεραστική ερώτηση έσκιζε το γραφείο του, αλλά δεν της έδωσα την φωνή που δικαιούταν. Η σκέψη του θανάτου είχε πάρει πλέον την θέση των ονείρων μου λίγο πριν κοιμηθώ. Οι διαδρομές μου σε τούτο τον κόσμο, ήθελα από καιρό να έχουνε τελειώσει.

<<Μεγάλες προσδοκίες>>, σκεφτόμουν. Κανένας δεν μπορεί να παραγγείλει τον θάνατό του. Όχι στον Θεό τουλάχιστον. Με κλειστά μάτια ένιωθα το φάρμακο να επιδρά. Γαλήνη, ασφάλεια, θαλπωρή και ένα γλυκό κούνια μπέλα, σαν να ήμουν σε βάρκα ξαπλωμένη και ευχάριστα νανουρισμένη. Αχ, τι καλός συνδυασμός φαρμάκων !

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, το τοπίο δεν έμοιαζε με καμία πραγματικότητα. Με κανένα πίνακα ζωγραφικής. Είχα δει φουσκοθαλασσιές. Πλοία να γέρνουν επικίνδυνα. Ήρεμες, γαλήνιες θάλασσες, πηγή χαράς και ευδαιμονίας. Η εικόνα όμως που έβλεπα, της θάλασσας αυτής, μου ήταν άγνωστη ακόμα.

Πέρα κι αριστερά της βάρκας, λαμπρό φως. Γαλήνη. Λάδι τα νερά. Χρυσαφίζαν , ακίνητα στις χαρούμενες ματιές του ήλιου.

Γυρνώντας δεξιά το κεφάλι, βρισκόμουν στην τρικυμία όλου του κόσμου μαζί.
Η μύτη της βάρκας άνοιγε τα σύνορα, ή ακολουθούσε τόσο επιδέξια την νοητή αυτή γραμμή;
– Έτσι είναι κι ο άνθρωπος, σαν την εικόνα που βλέπεις, συμφωνείς;

Γνωστή η φωνή αυτή. Όπως και η λαμπρή φιγούρα που κατέβαινε προς το μέρος μου. Έχει το κατέβασμα το αργό, το απαλό. Λες και τα πόδια ακουμπάνε σε σκαλοπάτι από βαμβάκι. Και αυτά τα ρούχα τα σκούρα, τα σεμνά… Και τα μαλλιά… Αυτά τα κοντά, κομμένα αγορέ, με την τριχωτή γωνία σαν μικρό <νι> στην αρχή του μετώπου…
Μάνα! Μάνα εσύ; Μα τι ρωτάω η τρελή … Το πρόσωπό σου λάμπει. Τα μάτια σου ίδια γλυκά, βάρσαμο η φωνή σου. Μάνα, πολύ νωρίς μας άφησες μες στην απελπισία…
Το τελευταίο που είδα πριν πέσω στην αγγελική και άυλη αγκαλιά της ήταν το σημάδι στο αριστερό της χέρι, από το καυτό νερό που έπεσε πάνω του, στα χρόνια της γκαζιέρας, στην ανθρώπινη ζωή της. Αγκάλιαζα και φίλαγα με δάκρυα στα μάτια.

– Μάνα μου , πες μου να χαρώ, πες μου ετούτο μόνο. Πες μου πως πέθανα, πες μου χαρά να πάρω…
– Πολλές φορές τα άκουγα, τα αναστενάγματά σου. Κόρη μου, γλυκοκόρη μου, μοναδικό μου τέκνο. Ατύχησες, αρρώστησες, πολλοί καημοί σε βρήκαν. Μα άξια πορεύτηκες με του Θεού την Χάρη. Την ένιωθες, την βίωνες και πάντα ευχαριστούσες. Τι σε έπιασε και λύγισες και θέλεις να πεθάνεις; Άξια στάθηκες ψυχή, καμάρι ήσουν για μένα. Λίγα ήταν τα λάθη σου. Κι αυτά δικαιολογημένα.
– Μάνα μου γλυκομάνα μου. Καλύτερο δεν έχω. Μαζί να συνεχίσουμε την άυλη ζωή μας.
– Αυτό μην το ξανασκεφτείς, κρίμα μεγάλο είναι. Για σένα παρακάλεσα στης Παναγιάς το γόνα. Μόνη να έρθεις, μόνη να δεις, ουράνια τι σημαίνουν. Η φώτιση του Ουρανού να μπει με στην καρδιά σου. Και σαν γυρίσεις αύριο, στο γλυκοκρέβατό σου, ο πόνος δεν θα είναι εκεί, ούτε αυτές οι σκέψεις. Με έμπνευση τις αντάλλαξα, έργο γραπτό να φτιάξεις. Ο κόσμος να γνωρίσει… να αφουγκραστεί… και όποιος το θέλει να σωθεί. Ζωή με νόημα θα δεις λίγο σαν θα κοπιάσεις. Χαρά μεγάλη από γραπτά, πολλή χαρά θα πάρεις. Μέχρι τα ογδοντατέσσερα, να τα έχεις τελειωμένα. Με προίκα τότε θε να’ ρθεις, αναπαμό να έχεις. Άχρηστοι και τεμπέληδες παράδεισο δεν βλέπουν. Το έργο μας επί της γης ειν’ η συγχώρεσή μας. Κόρη μου γλυκοκόρη μου, πόσο με αγαλλιάζει. Που μπόρεσα και σε έσωσα από βάσανα μεγάλα. ΜΕΓΑΛΗ ΧΑΡΗ ΜΑΣ ΕΚΑΝΕ Η ΓΛΥΚΟΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ. Γι αυτό πρέπει κι εσύ, σαν άξια να έρθεις, σαν έρθει η ώρα κι η στιγμή, εδώ ψηλά να ανέβεις. Έτσι μόνο θα βοηθάς όσους ανάγκη έχουν. Οι χλιαροί και οι κενοί, καλή θέση δεν παίρνουν.

Μεγάλη βόλτα κάναμε, σε μέρη Παραδείσου. Είδα δυο τρεις και χάρηκα, με περιμένουν είπαν. Φίλοι καλοί, συμμαθητές, που νέοι εγκαταλείψαν. Μηνύματα μου αφήσανε, για τους δικούς τους ανθρώπους. Παρακαλάνε δυνατά, μόνο να μην με διώξουν πριν καλά καλά τον λόγο αποτελειώσω.

Βλέπω ψυχές, βλέπω χαρές, βλέπω αγαλλιάσεις. Μα πέρα κει στα μακρινά, σα να’ δα πληγωμένους. Φιγούρες με φρικτή μορφή και αλυσοδεμένους.
– Παιδί μου αυτοί είναι οι πολλοί, κι εμείς οι λίγοι μόνο. Όταν όλα τα δεις εδώ, κι όλα τα καταλάβεις, πολύ θα παρηγορηθείς, πολύ θ ’αγαλιάσεις. Τα βάσανά σου στην ζωή, μικρά θα σου φανούνε. Ογδόντα χρόνια πονεσιάς, αν δεν μπορείς να αντέξεις, σκέψου αιώνια εδώ, πως την πυρά παλεύεις.

Έμεινα ακίνητη για αρκετή ώρα μετά το πρώτο άνοιγμα των βλεφάρων. Με κομμένη την ανάσα σχεδόν. Φοβούμενη να κουνηθώ. Μόνο το μυαλό δούλευε. Κα τα μάτια. Που χωρίς να κουνιέμαι, τα γύριζα στον χώρο αναζητώντας τα γνώριμα σημάδια. Αυτά με βεβαίωσαν ότι είμαι στο δωμάτιό μου, είναι μέρα, ο ήλιος φωτίζει το παράθυρο και όλα φαίνονται ίδια, όμορφα και οικεία.

Όταν πήρα το θάρρος να σηκωθώ, έστριψα δίχως πόνο. Γύρισα και Την κοίταξα, εκεί στο εικονοστάσι. Τα θαύματα μιας ζωής, σε ξύλινη κορνίζα.

Τίποτα πια δεν είναι ίδιο με πριν. Ευτυχώς !!!
Η χάρη Της, μεγάλη.

*Η Νέκυια είναι η Ραψωδία λ της Οδύσσειας

Αντωνία Σολανάκη Μαμαγκάκη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook