Ξημερώνει κι εγώ κάθομαι εδώ να βασανίζω το μυαλό μου με άρρωστες σκέψεις.

Είμαι κλεισμένη στο δωμάτιο μου ακούγοντας θλιβερά τραγούδια ενώ ο λογισμός μου τρέχει σε στιγμές δικές μας. Στην πρώτη μας συνάντηση μετά από τόσα χρόνια που είχαμε να βρεθούμε, στα χέρια σου που άνοιξαν μια μεγάλη αγκαλιά να χωθώ μέσα και στα χείλη σου που γελούσαν. Στα πρώτα βλέμματα αμηχανίας, στις πρώτες κουβέντες μεταξύ σοβαρού και αστείου που δεν ξέραμε πώς να διαχειριστούμε. Στα πρώτα τραγούδια που είπαμε μαζί, στις φωνές μας που τόσο όμορφα έδεναν. Τρέχει το μυαλό μου και να το σταματήσω δεν μπορώ, ίσως και να μη θέλω δηλαδή…

Ξημερώνει κι εγώ διαβάζω ανόητα στιχάκια ερωτευμένων που θρηνούν μια χαμένη αγάπη. Χάνομαι μέσα στις λέξεις μου και βουλιάζω στην κλάψα μου. Έχω μια κάποια υπερβολή μα, έτσι είμαι εγώ, τι να κάνεις…
Κι αναρωτιέμαι: Τώρα τι; Τώρα πώς είμαστε, τι γίνεται; Πώς όλα αλλάζουν ξαφνικά. Και διαβάζω Μαλβίνα κατεβάζοντας απανωτές γουλιές από ουίσκι. Μου καίει τον οισοφάγο και, βασικά, το σιχαίνομαι αλλά κάπως πρέπει να ταιριάξω το σκηνικό της χωρισμένης αφού δεν μπορώ να το ξεσπάσω όπως θέλω. Κάπως πρέπει να σκοτώσω όλο αυτό που νιώθω μέσα μου και το αλκοόλ είναι η καλύτερη λύση.

Ξημερώνει κι εγώ σε σκέφτομαι να μιλάς στο τηλέφωνο μαζί της και να της λες πόσο ανυπομονείς να βρεθείτε. Σε φαντάζομαι να τη λες ‘κοριτσάκι σου’ και πατάω τα κλάματα για τα καλά. Θα μου πεις, ας πρόσεχες, έκανες την επιλογή σου. Αυτό δε σημαίνει πως δε νιώθω όμως. Και θέλω να της πω να σε προσέχει και να σου θυμίζει να φας μετά τη δουλειά. Και θέλω να της πω να σου μιλάει γλυκά για να σε ηρεμεί και να σου τραγουδάει για να κοιμηθείς. Και θέλω να της πεις πως αν σε πληγώσει θα την κάνω κομματάκια.

Ξημερώνει κι εγώ γρατζουνάω αδιάφορα την κιθάρα και θυμώνω που δεν ξέρω να παίζω έστω ένα από τα αγαπημένα σου τραγούδια. Έχω μείνει στολισμένη στο κρεβάτι και κοιτάζω τα μηνύματά μας. Πόσο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα, είναι αστείο. Πριν λίγο ήμασταν μαζί στο αμάξι, αμήχανοι και σιωπηλοί. Μας έπιασε φανάρι και κοιταχτήκαμε περίεργα. Πάντα δίναμε φιλί στο κόκκινο φανάρι μα, αυτή τη φορά, ξέραμε οτι δεν πρέπει. Το κράτησες, μαζεύτηκα. Κι αναρωτιέμαι, πόσο δύσκολο είναι να σε κοιτάζω και να πρέπει να μαζεύομαι κάθε φορά; Κι αναρωτιέμαι, πώς θα λειτουργήσει η συνεργασία μας από εδώ και στο εξής…

Ξημερώνει κι έχω γεμίσει το τασάκι αποτσίγαρα και σκόνη. Σε θυμάμαι να έχεις το φιλτράκι σου στο στόμα και να μου γελάς. Με θυμάμαι γυρισμένη στο παράθυρο να ξεφυσάω τον καπνό μου, δήθεν αδιάφορα, προσπαθώντας να το παίξω άνετη. Μα ήξερα πως δεν μπορούσα. Ήθελα να είμαι αληθινή και όχι να το παίξω ιστορία και πως δεν τρέχει τίποτα. Αυτό ήμουν εξ’ αρχής μαζί σου. Ειλικρινής μέχρι αηδίας. Κι ερωτευμένη.

Ξημερώνει και δεν ξέρω, τι είναι χειρότερο; Που πνίγομαι στη θλίψη μου για έναν έρωτα που επέλεξα να διώξω από κοντά μου ή που κάθομαι και στα γράφω για να ξέρεις πόσο κουρέλι έχω γίνει; Λες και θα πετύχω κάτι, λες και θέλω ν’ αλλάξω τα δεδομένα. Μου είπες να τα παρατήσω όλα και θα κάνεις το ίδιο κι εσύ, μα εγώ δεν είμαι για σενα τελικά. Δεν μπορώ. Ή, μάλλον, ας μην λέω δεν μπορώ και πάλι θυμώσεις…

Ξημέρωσε κι ακόμα προσπαθώ να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου και να τις διαχειριστώ, μα είναι που δε θέλω στο φινάλε. Θέλω να τον ζήσω τον χωρισμό με τα όλα του. Να φωνάξω και κλάψω και να βρίσω και να πω στις φίλες μου πόσο μαλάκας είσαι. Αλλά δεν μπορώ γιατί δεν είναι έτσι. Και γιατί δεν έχω το περιθώριο να είμαι όσο άνετη θα ήθελα στο ίδιο μου το σπίτι.
Τελείωσε κι ο καπνός και ψάχνω τ’ αποτσίγαρα για μια τελευταία τζούρα. Έλα κέρνα με ένα τσιγάρο κι ένα φιλί. Ή, μάλλον, μην έρθεις, γιατί θα μπλέξουμε χειρότερα. Όπως τότε, την πρώτη φορά που σου φώναζα θα μπλέξουμε κι εσύ με αγνοούσες. Ορίστε, λοιπόν, να μαστε. Τι καταφέραμε;

Ξημέρωσε και θυμάμαι εκείνο το κοριτσάκι που έτρεχε με τις πάνες στη γειτονιά και κοκκίνιζαν τα μαγουλάκια του κάθε φορά που σε αντίκριζε. Εκείνο το κοριτσάκι που ήταν ερωτευμένο με τον «γόη» της γειτονιάς και ήθελε συνέχεια να παίζει μαζί του. Πού να φανταζόμουν, τόσα χρόνια μετά τι θα γινόταν.

Ξημέρωσε και πρέπει κάποια στιγμή να κοιμηθώ. Ανοίγω συνέχεια το κινητό γιατί περίμενα την καλημέρα σου, μα δεν την έλαβα ποτέ. Δεν τη δικαιούμαι πια, άλλωστε, το ξέρω. Αλλά είχα μια μικρή ελπίδα ότι δε θ’ αντέξεις χωρίς να μου στείλεις. Τι ανόητη που είμαι. Κι όλο κοιτάζω την οθόνη και γράφω μηνύματα που δε φτάνουν ποτέ στον παραλήπτη. Όλο γράφω, σβήνω, πετάω το κινητό μακριά και πάλι από την αρχή.

Έχω ένα σωρό πράγματα να σου πω ακόμα μα τίποτα δεν ωφελεί. Έχω ένα σωρό τραγούδια να σου αφιερώσω, μα τα ξέρεις ήδη. Ξέρει ήδη πώς περνάω, έτσι δεν είναι;
Θα μου περάσει όμως. Θα είμαι drama queen για λίγο ακόμα, το επιβάλλουν οι συνθήκες. Επέτρεψε μου το, άλλωστε δε θα σε ενοχλήσω.

Μες στην πολλή μου υπερβολή ψάχνω σημάδια λογικής και κάπου εδώ πρέπει να πω αντίο. Ήρθε η ώρα να σε αφήσω να πετάξεις έξω από το χρυσό κλουβί που τόσο περίτεχνα έφτιαχνα.
Σου εύχομαι να πάνε όλα όπως τα θέλεις.

Να σε προσέχει, να της πεις.

 

Ρ.Κ.