Να φεύγεις…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προσπάθησε να κρατηθεί στην θέση του όσο καλύτερα μπορούσε . Δεν ήξερε πού θα πήγαινε, αν έφευγε από κει. Φοβόταν να πάει κάπου αλλού.

« Το καλοκαίρι πήρε την τελευταία του ανάσα, δεν μπορείς να μείνεις άλλο» άκουσε να του λέει μια γλυκιά φωνή και στράφηκε προς το μέρος της. «Ποια είσαι;» ρώτησε το Φύλλο, για να πληροφορηθεί πως μπροστά του στεκόταν η Φυλλίτσα, η νεράιδα που το προστάτευε.  Όταν του είπε πως ήρθε να το πάρει ,το Φύλλο φοβήθηκε.

«Πού θα με πας;» ρώτησε με δυσπιστία. Η νεράιδα με τα πράσινα μαλλιά κάθισε στο γυμνό κλαδί του δέντρου κι άρχισε να εξηγεί στο φοβισμένο Φύλλο πως ,αφού η αποστολή του στη Γη τέλειωσε, ήρθε η ώρα να επιστρέψει στο  κρεβάτι του, για να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί.

Όταν η Φυλλίτσα είδε πως δεν κατάφερε να το πείσει ,συνέχισε να εξηγεί ,τόσο ήρεμα και γλυκά ,σαν να διάβαζε παραμύθι σε μικρό παιδί πως όσο το Φύλλο θα κοιμόταν, εκείνη θα ξαναγέμιζε με χυμούς το σώμα του και θα το ξαναέβαφε πράσινο.

« Σαν έρθει η Άνοιξη, θα σε φέρω, πίσω, στη Γη και θα σε αφήσω σε όποιο δέντρο επιλέξεις», κατέληξε τονίζοντας μία – μία τις λέξεις που συνέθεταν την υπόσχεση της.

Εκείνο νόμιζε πως θα πέθαινε, όταν θα έπεφτε στο χώμα. Ο φόβος λιγόστεψε, αλλά δεν το έκανε η καρδιά του να εγκαταλείψει το δέντρο του. «Γιατί άλλαξα χρώμα; Γιατί ζάρωσα;» ρώτησε τη νεράιδα, για να κερδίσει χρόνο, πριν αποφασίσει . Εκείνη που γνώριζε τη φθορά του χρόνου και το φόβο που γεννά σε όποιον είναι προορισμένος να την υποστεί, προσπάθησε να το ηρεμήσει. Του εξήγησε  πως όλα κάνουν τον κύκλο τους πάνω στη γη  και πως όποιος μένει καρφωμένος σε μια θέση, χωρίς να κινείται, μαραζώνει γρηγορότερα.

«Μα δεν υπάρχει τέλος, δεν υπάρχει θάνατος», βιάστηκε να το διαβεβαιώσει η Φυλλίτσα,  «Όταν κλείνει ένας κύκλος, ανοίγει ένας άλλος γι’ αυτό, μη φοβάσαι».

Το Φύλλο κοίταξε ίσια μπροστά του, προβληματισμένο και το κορίτσι με τα πράσινα μαλλιά  ακολούθησε το βλέμμα του. Μια κοπέλα καθόταν εδώ και ώρα στο απέναντι παγκάκι, κρατώντας στα πόδια της, ανοικτό ένα βιβλίο, που υποκρινόταν πως διάβαζε. «Κι αυτή άλλαξε χρώμα. Όταν  ήρθε εδώ, για πρώτη φορά, ήταν ροδοκόκκινη. Τώρα είναι κίτρινη και μαραζωμένη όπως εγώ.  Μπορείς να την ξαναβάψεις κι εκείνη;»  ρώτησε το Φύλλο. Η νεράιδα χαμογέλασε με την αφέλεια του.  « Όχι, μόνο εσένα μπορώ να βάφω. Εκείνη είναι άνθρωπος κι ,αν θελήσει ν’ αλλάξει το χρώμα της, μπορεί να το κάνει μόνη της» του είπε. «Δηλαδή, αν αλλάξει  θέση, αν πάει στο διπλανό παγκάκι θα γίνει ζουμερή και ροδοκόκκινη ,όπως πριν;» επέμεινε το Φύλλο, κάνοντας ,ξανά, το φτερωτό κορίτσι να γελάσει. «Ναι, αν αλλάξει παγκάκι , όλα θα φτιάξουν» αναγκάστηκε να παραδεχτεί , γιατί όσο κι αν εξηγούσε στο Φύλλο ,εκείνο δε θα καταλάβαινε, ποτέ, τι συμβαίνει με τους ανθρώπους.

Μετά από τις ικανοποιητικές απαντήσεις της φτερωτής του προστάτιδας, το Φύλλο άφησε , πια, πίσω το αγαπημένο του δέντρο κι έδωσε το χέρι του στον Άνεμο, όπως πρότεινε η Φυλλίτσα, για να το πάει μια βόλτα. Θα ήταν ωραίο, πριν ταξιδέψει για το κρεβάτι του, να απολαύσει  όλα όσα βρίσκονταν γύρω του τόσο καιρό, αλλά του ήταν αδύνατον να δει. Ο καινούριος του φίλος το στροβίλισε και το σήκωσε τόσο ψηλά, που μπόρεσε να δει μέσα σε λίγα λεπτά σπίτια, λουλούδια, θάλασσες, δέντρα όμοια με το δικό του ή και διαφορετικά από αυτό και τόσα άλλα ,όσα δεν είχε δει σε όλη του τη ζωή. Όταν   επέστρεψε, γεμάτο ενθουσιασμό, στο πάρκο όπου περίμενε η Φυλλίτσα, το Φύλλο ξαναείδε την κοπέλα με το βιβλίο και ζήτησε από τον Άνεμο να το πάει κοντά της. Παρ’ όλο που ο Άνεμος διατύπωσε τις αντιρρήσεις του, το Φύλλο είχε αποφασίσει να την ενημερώσει πως η ζωή στο διπλανό παγκάκι θα ήταν καλύτερη.

« Άλλαξε παγκάκι! Άλλαξε παγκάκι!», άρχισε να της φωνάζει μόλις προσγειώθηκε πάνω στις σελίδες του βιβλίου της, αλλά εκείνη δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι της έλεγε. Το, αμέσως, επόμενο λεπτό η κοπέλα απόθεσε στην παλάμη της τον φθινοπωρινό της επισκέπτη κι άρχισε να τον περιεργάζεται. Το Φύλλο φοβήθηκε , αλλά ήταν πια αργά  . Ο Άνεμος φύσηξε δυνατά, για να σώσει τον φίλο του, όμως, το κορίτσι το κρατούσε , σφιχτά, και κανείς δεν μπορούσε να της το αποσπάσει.  Τελικά, το φυλάκισε , ανάμεσα, στις σελίδες του βιβλίου της , το οποίο έκλεισε, με δύναμη, πνίγοντας την φωνή του , που καλούσε ,με απόγνωση ,τη νεράιδα, για να το σώσει.

Άνοιξε τα μάτια της, απότομα, και ανακάθισε στον καναπέ. Την είχε πάρει ο ύπνος χωρίς να το καταλάβει και είχε παγώσει ,αφού το Φθινόπωρο είχε μπει, για τα καλά.  Κοίταξε το ρολόι της που έδειχνε πως οι δείχτες του είχαν αφήσει , εδώ και τρεις ώρες, πίσω τους, τα μεσάνυχτα. Της είχε πει πως θα ‘ρθει, της είχε ζητήσει να τον περιμένει , αλλά ούτε  σήμερα, φάνηκε. Σηκώθηκε και κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη.  Περιεργάστηκε το δέρμα της, τα χαρακτηριστικά της, το χρώμα της. Ύστερα ,πήγε στην τσάντα της και πήρε  το βιβλίο που εδώ κι ένα μήνα προσπαθούσε, μάταια, να διαβάσει. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες του, αναζήτησε  το Φύλλο. Άνοιξε το παράθυρο, το παρέδωσε στα χέρια του Ανέμου κι εκείνος το στροβίλισε, ανεβάζοντας το ψηλά.  Παρακολούθησε ,για λίγο, τη χαρούμενη συνάντηση των δύο φίλων κι ,ύστερα ,αφού άφησε πάνω στο τραπεζάκι το βιβλίο της , δίνοντας υπόσχεση στον εαυτό της πως θα το τέλειωνε τις επόμενες μέρες,  πήρε ,στα χέρια, τα κλειδιά της. « Είναι καιρός ν’ αλλάξω παγκάκι», μονολόγησε και κλείδωσε την πόρτα …

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook