Είμαι από τους ανθρώπους που περνάνε από την αφετηρία στην Μονόπολυ και πέφτουν πάντα πάνω στον φόρο των 200 δολλαρίων. Επίσης, χτυπάω πάντα το μικρό μου δαχτυλάκι στα έπιπλα, μου χύνεται ο αφρός τις μπίρας – κι όταν πάω να τον ρουφήξω αριστοτεχνικά χτυπάω τα δόντια μου – κι έχω χαλάσει πάνω από 20 ομπρέλες καθώς προσπαθώ να το παίξω Μαίρυ Πόπινς πάνω στην Κηφισίας.

Είμαι όλα τα παραπάνω και πολλά περισσότερα. Αποφεύγω τον πολύ κόσμο, δεν έχω καταφέρει να κρατήσω σχέση περισσότερο από ένα τσιγάρο και δεν έχω πετύχει δουλειά που να μείνω περισσότερο από το μάσημα μίας τσίχλας.
Σε ένα πράγμα, όμως, είμαι πολύ καλός. Και το κάνω με τεράστια ευχαρίστηση.

Διαβάζω ιστορίες. Κι όταν λέω ότι τις διαβάζω, δεν κάνω απλή ανάγνωση. Διαβάζω τα πάντα που μπορεί να κρύβει ένα γράμμα, κρυφά νοήματα πίσω από τις λέξεις, φράσεις που ξεχειλίζουν αλήθειες (ή ψέμματα), ανείπωτες εξομολογήσεις. Και ποιο είναι το καλύτερο μέρος για να κάνω κάτι τέτοιο;
Ένα απλό, μικρό και ξεχασμένο από τον Θεό γραφείο, στα κεντρικά του Ταχυδρομείου. Το γραφείο “πεθαμένων” γραμμάτων. Το σημείο που καταλήγουν όλα όσα δεν παραδόθηκαν ποτέ, λόγω αγνώστου ή λάθος παραλήπτη. Ένα νεκροταφείο φακέλων.

Είναι η μοναδική δουλειά που έχω κρατήσει τόσα χρόνια και δεν σκοπεύω να την αλλάξω. Έχω «γνωρίσει» άπειρους ανθρώπους μέσα από τα χαμένα γράμματά τους. Ανεκπλήρωτοι έρωτες, αιώνιες διαμάχες, ξεχασμένες βεντέτες, δακρύβρεχτες εξομολογήσεις. Νόμιζα ότι είχα δει τα πάντα γύρω από τον ανθρώπινο ψυχισμό μέχρι εκείνη την βροχερή Δευτέρα, που έφτασε ένα γράμμα τελείως διαφορετικό από τα υπόλοιπα.

Η διεύθυνση ήταν κάπου στην Ξάνθη αλλά, προφανώς, κάτι δεν είχε συμπληρωθεί σωστά και το γράμμα δεν έφτασε στον παραλήπτη του ποτέ. Άνοιξα τον φάκελο κι έβγαλα έξω ένα κομμάτι χαρτί. Το κοίταζα για ώρα αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Ήταν η πρώτη φορά που δεν μπορούσα με τίποτα να διαβάσω τι ιστορία κρύβεται πίσω από αυτό το γράμμα. Πάνω του είχε κάποια τυχαία σχέδια, γεωμετρικά σχήματα που έμοιαζαν ξεχειλωμένα. Δίπλα σε κάθε σχήμα, υπήρχε κι ένα γράμμα της αλφαβήτου, άλλοτε κεφαλαίο, άλλοτε μικρό. Προσπάθησα να κάνω συνδυασμούς σχημάτων και γραμμάτων, να το αποκωδικοποιήσω, αλλά τζίφος. Στην αρχή εκνευρίστηκα τόσο πολύ που έσκισα το χαρτί. Το παράτησα στην άκρη και συνέχισα να ασχολούμαι με τα υπόλοιπα.

Μόνο όταν έφτασε το δεύτερο, σε παρόμοιο ύφος με το πρώτο, άρχισα να προβληματίζομαι. Ελάχιστοι είχαν κάνει δεύτερη φορά λάθος, συνήθως καταλάβαιναν τι έφταιγε κι έτσι δεν λάμβανα φάκελο από τον ίδιο αποστολέα. Εδώ, όμως, φαίνεται ότι ο δημιουργός αυτού του αλλόκοτου γρίφου επέμενε. Το ίδιο χαρτί, παρόμοια σχήματα μπλεγμένα με γράμματα. Κόλλησα τα κομμάτια από το πρώτο κι έσπαγα το κεφάλι μου καθημερινά προσπαθώντας να καταλάβω τι λέει.

Έφτασε τρίτο, και τέταρτο και πέμπτο. Ζήτησα άδεια από την δουλειά, για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια, για να μπορέσω να τα μελετήσω σπίτι μου, χωρίς να αποσπάται η προσοχή μου από τα υπόλοιπα γράμματα. Τα έβαλα όλα στο πάτωμα, τα ανακάτεψα, έψαξα στο ίντερνετ, δεν μπόρεσα να βρω τίποτα. Μία σταγόνα παράνοιας είχε αρχίσει να μολύνει την λίμνη ηρεμίας του μυαλού μου. Σκέφθηκα συνωμοσίες της κυβέρνησης, μυστικά πειράματα, εξωγήινους και τον Κθούλου. Δεν θα ηρεμούσα αν δεν έλυνα αυτόν τον γρίφο και για να το κάνω θα έπρεπε να γίνω παράνομος.
Να πάω να βρω τον αποστολέα στο σπίτι του.

Υποτίθεται ότι όλοι οι φάκελοι που δεν φτάνουν στον παραλήπτη επιστρέφονται στον αποστολέα για να δει το λάθος του. Εγώ κρατούσα όσα γράμματα μου φαίνονταν ενδιαφέροντα κι έστελνα τα υπόλοιπα. Κανείς δεν μετρούσε τον σωρό των γραμμάτων που έφταναν στο γραφείο μου και κανείς δεν θα μπορούσε να μου προσάψει ότι ανοίγω φακέλους και διαβάζω το περιεχόμενό τους.

Εγώ όμως ήμουν διατεθειμένος να πάω σ’ αυτόν που έγραψε τα γράμματα, να τον πιάσω από τον γιακά και να του ουρλιάξω στα μούτρα “ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΓΡΙΦΟ;”
Θα με μάζευαν; Σίγουρα.
Θα έχανα την δουλειά μου; Ξεκάθαρα.
Δεν άντεχα όμως να συνεχίσω αν δεν μάθαινα τι στο διάολο ήταν όλη αυτή η ιστορία.

Μάζεψα θάρρος, εξοπλίστηκα με υπομονή και πήγα στην διεύθυνση του αποστολέα. Αποδείχτηκε ότι ήταν μία μικρή μονοκατοικία στο Αιγάλεω, σε ένα μισοδιαλυμένο στενό, με ένα σκουπιδαριό για κήπο μπροστά της. Ένας μεσήλικας έσκαβε αυτόν τον κήπο και φαντάστηκα έναν τρελαμένο serial killer να προσπαθεί να θάψει πτώματα που είχε σκοτώσει και ότι τα γράμματα ήταν ο τρόπος να τραβάει τα θύματα. Αφού κούνησα το κεφάλι μου για να διώξω τις ηλίθιες σκέψεις, τον πλησίασα και του μίλησα. Είδα πάνω του ζωγραφισμένο ένα από τα πιο γλυκά χαμόγελα που είχα δει ποτέ μου. Όταν του είπα ποιος είμαι και γιατί πήγα να τον βρω, δεν κάλεσε την αστυνομία ούτε με έδιωξε. Με έβαλε στο σπίτι του, μου προσέφερε τσάι και μου είπε την ιστορία του.

Είμαι ένας άνθρωπος που έχω συνηθίσει να είμαι μόνος. Έχω περάσει ατελείωτα βράδια μπροστά από το παράθυρο, να χαζεύω τα αστέρια και να εύχομαι να πέσει κάποιο απ’ αυτά πάνω στο σπίτι μου και να τελειώσει την μίζερη ύπαρξή μου. Προτού γίνει αυτό, όμως, είχα μία αποστολή να τελειώσω.
Μάζεψα όλα τα γράμματα που είχα λάβει από τον αποστολέα στο Αιγάλεω, έφτασα στην Ξάνθη κι άρχισα να ψάχνω τον παραλήπτη. Δεν ήταν τόσο δύσκολο. Αρκετοί γνώριζαν τον κωφάλαλο άντρα που ζούσε μόνος του, απομονωμένος, σε ένα απόμερο σπίτι στην άκρη της Παλιάς πόλης. Κανείς, φυσικά, δεν γνώριζε την οικογενειακή του κατάσταση ούτε τον αδερφό του που έμενε στην Αθήνα, σε μία παλιά μονοκατοικία στο Αιγάλεω.

Έφτασα στο απόμερο σπίτι και χτύπησα την πόρτα. Ένας άντρας με ατημέλητο μούσι, γκρίζα μαλλιά και γυαλιά ηλίου μου άνοιξε. Άπλωσε τα χέρια του για να δει ποιος είναι και τον άφησα.
«Δεν σε ξέρω. Ποιος είσαι;»
«Έχω κάτι γράμματα για σένα. Με συγχωρείς για την καθυστέρηση, δύσκολα βρίσκεις ένα σπίτι χωρίς διεύθυνση».

Το χέρι του κοκάλωσε και το έσφιξε σε γροθιά. Μου είπε να περάσω μέσα και το έκανα δισταχτικά. Έκατσα στην πρώτη καρέκλα που είδα και του έδωσα τα γράμματα. Τα έπιασε με τρεμάμενα χέρια και τα άνοιξε. Είδα τα δάχτυλά του να περνάνε πάνω από τα σχήματα, λες κι ήταν ανάγλυφα, κι όσο τα «διάβαζε» με τα χέρια του τόσο έτρεμε περισσότερο. Πήρε το δεύτερο γράμμα, και το τρίτο, και το τέταρτο. Στο τέλος λύγισε, οι φάκελοι του έπεσαν κι έβαλε τα κλάματα.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να φύγω ή όχι. Δεν ένιωθα πολύ καλά. Σηκώθηκα και τότε πρόταξε το μπαστούνι του και με σταμάτησε.
«Ζει ακόμη ο αδερφός μου;»
«Ν… ναι».
«Μπορείς να με πας εκεί; Θα σε πληρώσω, δεν έχω πολλά, αλλά είναι δικά σου».
«Ευχαρίστως. Υπό έναν όρο, όμως. Να μου λύσετε το μυστήριο του γρίφου».

Έχω μία υπέροχη δουλειά. Κανείς δεν την θέλει, κανείς δεν την κυνηγάει, κανείς δεν θα την κάνει καλύτερα από εμένα. Ζω σε ένα νεκροταφείο φακέλων γεμάτο απίστευτες ιστορίες. Τις αγαπώ όλες. Περισσότερο, όμως, αγαπάω την ιστορία δύο αδελφών που είχαν χαθεί για τρεις δεκαετίες αλλά η αγάπη τους για τους γρίφους – η ίδια αγάπη που τους βοηθούσε να επικοινωνήσουν όταν ήταν μικροί – κατάφερε και τους ένωσε ξανά.