-Ξέρεις κάτι; Όταν είμαστε μαζί, δε θέλω να κάνεις τίποτα από αυτά που κάνεις στην καθημερινότητά σου. Θέλω να απολαμβάνουμε ο ένας τον άλλον. Θέλω χρόνο μαζί σου.
-Ξέρεις κάτι; Θέλω να είσαι κομμάτι της καθημερινότητάς μου πλέον. Αυτό θέλω.

Περπάτησε με σκυμμένο το κεφάλι, φτιάχνοντας το καπέλο στο κεφάλι του, είχε τρομερό κρύο και είχε παγώσει . Όχι ότι η καρδιά του ήταν ζεστή, κάθε άλλο. Δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη, δεν ήθελε να πάει. Να την πάρει αγκαλιά να τη ζεστάνει, αυτό ήθελε. Να τη φιλήσει στα χείλη, να της χαϊδέψει τα μαλλιά. Να μυρίσει το δέρμα της που τόσο λάτρευε, έστω κι αν βρίσκονταν σπάνια. Αυτό ήθελε αλλά ήταν αργά πλέον.

-Να περάσω να σε πάρω από τη δουλειά; Έχει ψοφόκρυο έξω κι είσαι άρρωστος.
-Είναι 3 τη νύχτα, κάτσε εκεί που κάθεσαι, θα πάρω ταξί και θα πάω σπίτι. Θα κάνω μια στάση κάπου να βρω εφημερεύον φαρμακείο να πάρω κάτι να χαπακωθώ. Αν πεθάνω και δε με προλάβεις, θέλω να έρθεις στην κηδεία μου με μωβ νύχια, εντάξει;
-Το σιχαίνομαι το μωβ. Ξεκινάω τώρα, θα σου τηλεφωνήσω όταν φτάσω κέντρο να μου πεις που είσαι να σε μαζέψω.

Ο κόσμος είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται στο προαύλιο. Που να σταθεί τώρα; Είδε 5-6 πρόσωπα γνώριμα, συμμαθητές από παλιά, αυτά τα reunions δεν τα μπορούσε καθόλου. Τι νόημα έχει να βρίσκονται εδώ όλοι αυτοί; Σχεδόν κανένας δε θα έπρεπε να είναι εδώ. Ποιος την αγαπούσε από αυτούς; Ο άντρας της; Η μάνα της; Τα παιδιά της μόνο. Αλλά δεν ήξερε αν ήταν εδώ, δεν είναι και ό,τι καλύτερο θέαμα για ένα παιδί αυτό. Οι φίλες της και πάλι όχι όλες, αυτές είχαν θέση, αυτές ήταν δίπλα της όσο ζούσε. Θυμήθηκε τις φορές που την κάλυψαν για να βρεθεί μαζί του. Τις ελάχιστες αλλά υπέροχες φορές, που την είχε δική του.

-Θέλω να φιλήσω κάθε πτυχή του σώματός σου. Θέλω να σε αγκαλιάσω τόσο σφιχτά, να μην ξέρω που τελειώνω εγώ και που αρχίζεις εσύ. Να έχω κάτι να θυμάμαι όταν γεράσω.
-Θέλω να είμαστε μαζί για τα επόμενα 30 χρόνια; Γίνεται; Να σε έχω όπως τώρα;
-Σε 30 χρόνια θα είμαι 70 φεύγα, θα πλέκω και θα βολοδέρνει μια γάτα στα πόδια μου, τι να με κάνεις τότε;
-Μην είσαι χαζή! Πάλι έρωτα θα κάνουμε, θα παίρνω τα χαπάκια μου!

Πλησίασε την παρέα των συμμαθητών. Όλοι έμοιαζαν χαμένοι. Αν κι είχαν αρχίσει να συνηθίζουν στην ιδέα, τα τελευταία χρόνια βρίσκονταν μόνο σε κηδείες. Να κι ο κολλητός τους. Ο κοινός τους φίλος, αυτός που του έλεγε τα πάντα για κείνη. Δεν έμαθε ποτέ για την τωρινή σχέση τους. Πως βρέθηκαν τυχαία μετά από 30 χρόνια, πως άρχισαν να κάνουν παρέα, πως ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον. Τώρα δεν είχε και νόημα να του το πει πια. Απέναντι ήταν η κολλητή της, αυτή που είδε τη σπίθα στα μάτια της, όταν ήταν μαζί του, που ήξερε πόσο πολύ ήθελε να αγαπηθεί επιτέλους κι είδε στα μάτια του ότι το ήθελε κι αυτός να την αγαπήσει. Δίπλα της ήταν η αδερφή της, δεν έμοιαζαν καθόλου, ένα αθώο κι ήσυχο πλάσμα. Καμία σχέση δεν είχαν, εκείνη ήταν σίφουνας, γυάλιζε το μάτι της. Αν και πάντα έλεγε ότι μαζί του μεταμορφωνόταν σε μια γυναίκα που δεν είχε δει ποτέ ξανά ούτε η ίδια. Ήταν ο εαυτός της, ένιωθε έφηβη κι ερωτευμένη, ικανή για τα πάντα, σίγουρη για τα θέλω της, που είχαν εκείνον ως μοναδικό στόχο. Η ζωή της είχε πιάσει πάτο από καιρό, ξέφευγε μαζί του. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε, μίλησαν τα μάτια τους, πλησίασε και τον αγκάλιασε σφιχτά. Πονούσαν κι οι δυο τους, μόνο που αυτός δε γινόταν να το δείξει.

-Νιώθω λες και θα πάω πενταήμερη. Τέτοιο ενθουσιασμό!
-Κι εγώ το ίδιο! Πόσο καιρό έχω να σε δω; Μου έλειψες πολύ.

-Έφτασα! Πήρα καφέ και νερό, άφησα την πόρτα ανοιχτή, σε περιμένω.
-Τέλεια! Σε λατρεύω!
-Εσύ που με λατρεύεις, έρχεσαι; Ή θα περιμένω πολύ ακόμα;
-Γκρίνια γκρίνια γκρίνια … έρχομαι!

-Θα βάλεις μαύρα; Μου αρέσεις πολύ όταν φοράς μαύρα!
-Θα φέρεις κονιάκ κι ελίτσες; Αυτές με το αμύγδαλο, πολύ μου αρέσουν.

Τα έβαλε τα μαύρα τελικά. Μαύρα σαν την ψυχή του σήμερα. Δεν περίμενε τέτοιο τέλος. Η αλήθεια είναι ότι δεν πίστευε ότι θα τελειώσει ποτέ αυτό που ζούσαν. Η οικειότητα που είχαν, η χημεία, το πώς χανόταν ο κόσμος γύρω τους όταν βρίσκονταν, πως χαμογελούσε γαλήνια στην αγκαλιά της, πόσο γρήγορα περνούσε η ώρα όταν ήταν μαζί, πόσο απλά ήταν όλα μαζί της. Τον ερωτεύτηκε. Τον κοιτούσε στα μάτια και δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω της, εκείνος ήταν πάντα πιο ψύχραιμος όταν βρίσκονταν έξω. Την αγκάλιαζε και τη φιλούσε στο μάγουλο, έχωνε το πρόσωπό του στον λαιμό της, μύριζε το δέρμα της και αναστέναζε αθόρυβα. Εκείνη έλαμπε όποτε τον έβλεπε, γελούσαν τα μάτια της, έμπαινε σε trance, ξεχνούσε τα ζόρια της και αποτύπωνε κάθε δευτερόλεπτο στο μυαλό της, παρηγοριά για τις ημέρες που θα του λείπει. Θυμήθηκε το βράδυ που μέθυσε και του έστελνε μήνυμα κάθε 2 λεπτά. Τι έγραψε εκείνο το βράδυ! Ό,τι δεν είχε πει ως τότε, τα έγραψε και τα έστειλε…

-Πόσο μου έχεις λείψει αγόρι μου, πόσο θέλω να σε αγκαλιάσω, να σε φιλήσω, να μείνουμε αγκαλιά να σε μυρίζω πάνω μου. Ψυχή μου, θέλω να είμαι μαζί σου, πόσο πολύ θα τα μετανιώσω αυτά που γράφω τώρα… μπορώ να σ’ αγαπώ; Μιλά το αλκοόλ κι η επιθυμία μου, να ξέρεις, θα τα αρνηθώ όλα το πρωί…
-Περνάω τέλεια πάντως! Οίστρος …Τρελός!!!!Αυτή είσαι όμως κι είσαι αληθινή. Πολύ σε γουστάρω !!!!!
-Φεύγει η επίδραση του αλκοόλ σιγά σιγά. Βλέπω τι έγραψα και θέλω να κρυφτώ…
-Αν κρυφτείς είσαι χαζή!!!! Όχι!! Αυτή είσαι… Όποιος το σηκώνει!!!!

Πως λέει αντίο ; Τον βλέπει από κάπου άραγε; Δεν πίστευε στον θεό, μάταια προσπαθούσε να της αλλάξει γνώμη. Τώρα δεν έχει πια σημασία… θα έμενε με τις αναμνήσεις του και τις εικόνες τους μαζί. Έριξε ένα τριαντάφυλλο στο χώμα κι έφυγε σκυφτός, όπως ήρθε…

 

Μαρίνα