Ξαφνική βροχή

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήξεραν πως τα πράγματα θα ήταν δύσκολα, αν η σχέση τους γινόταν γνωστή. Το ήξεραν, γι’ αυτό και φρόντιζαν να είναι όσο το δυνατόν πιο διακριτικοί. Τα είχαν καταφέρει για σχεδόν ένα χρόνο, χρειάστηκε όμως μια τυχαία συνάντηση με έναν φίλο του πρώην άντρα της, για να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου…

Η Φένια ήταν ήδη 7 χρόνια χωρισμένη απ’ τον Πέτρο, όταν γνώρισε τον Χάρη. Γνωρίστηκαν στην εταιρία που εκείνη ήταν προϊσταμένη τμήματος κι εκείνος είχε έρθει για να διεκδικήσει μία θέση. Μια θέση που η Φένια του έδωσε, γιατί αντιλήφθηκε απ’ την πρώτη στιγμή την θέληση και το πείσμα που τον διέκρινε. Αυτά, σε συνδυασμό με τις γνώσεις, τα μεταπτυχιακά και τα σεμινάρια που είχε παρακολουθήσει, την έκαναν να μην δώσει σημασία στην μικρή του προϋπηρεσία. Εξάλλου ήταν μόλις 29 χρονών, ήταν λογικό με τόσες σπουδές, να μην έχει δουλέψει πολλά χρόνια. Η επιλογή της την δικαίωσε, γιατί ο Χάρης αποδείχθηκε ένας υπάλληλος με όραμα, εξαιρετικά συνεπής και πολύ καλός στη δουλειά του.

Δούλευαν μαζί σχεδόν ένα χρόνο, όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται πως ο Χάρης, δεν την βλέπει απλά σαν προϊσταμένη του. Το έβλεπε στα μάτια του πως την κοιτούσε διαφορετικά. Στην αρχή, προσπάθησε να διώξει αυτές τις σκέψεις, σαν ενοχλητική, αυγουστιάτικη μύγα. Δεν ήταν δυνατόν ένας άντρας ούτε 30 χρονών, να ενδιαφέρεται για μια γυναίκα λίγο πριν τα 45, με παιδί κοντά στα 20! Ήταν μόλις 10 χρόνια μεγαλύτερος απ’ το γιο της, δεν υπήρχε περίπτωση!

Λίγο αργότερα, σε ένα επαγγελματικό δείπνο που πήγαν μαζί, οι προθέσεις του Χάρη έγιναν απολύτως ξεκάθαρες. Μόλις έφυγαν απ’ το τραπέζι με τους πελάτες, της πρότεινε να πιουν ένα ποτό οι δυο τους. Στην αρχή η Φένια δίστασε. Τι θα έλεγε ο κόσμος αν την έβλεπε να πίνει ποτά μ’ έναν νεαρό; Ο Χάρης όμως επέμεινε και το έκανε τόσο γλυκά, που δεν μπόρεσε να του το αρνηθεί. “Μόνο ένα!” του είπε χαμογελαστή κι εκείνος της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.

Το ένα ποτό, έγιναν δύο και μετά τρία κι έμειναν οι δυο τους να συζητούν για ώρες σ’ εκείνο το μπαράκι. Κι ήταν τόσο όμορφη η κουβέντα τους! Τόσο χαλαρή κι ενδιαφέρουσα! Η Φένια ήταν έκπληκτη απ’ το πόσο ώριμος ήταν παρά την ηλικία του κι ο Χάρης ήταν ακόμη πιο σίγουρος, πως είχε απόλυτο δίκιο που την είχε ερωτευτεί! Ήταν υπέροχη γυναίκα! Τόσο δυναμική κι όμως ταυτόχρονα τόσο ήρεμη! Ο αποχωρισμός τους, σφραγίστηκε μ’ ένα φιλί, που έκρυβε μέσα του πολλές υποσχέσεις.

Από εκείνο το βράδυ, ο Χάρης κι η Φένια ήταν μαζί. Μόνο που αυτό ήταν κάτι, που δεν έπρεπε να μάθει κανείς. Σ’ αυτό επέμεινε πολύ η Φένια. Δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα στη δουλειά, ούτε και να μάθει κάτι ο γιος της. Δεν ήθελε να δώσει τροφή για σχόλια στον πρώην άντρα της, με τον οποίο ούτως ή άλλως είχαν κακές σχέσεις, αλλά ούτε και να μαθευτεί τίποτα στο οικογενειακό της περιβάλλον. Ήξερε καλά, πως κανείς δεν θα αποδεχόταν αυτή τη σχέση και πως θα την έστηναν στον τοίχο για την επιλογή της. Ήταν σχεδόν 15 χρόνια μικρότερός της!

Ο Χάρης απ’ την άλλη, της εξηγούσε πως για εκείνον δεν είχε καμία σημασία το τι έλεγε ο κόσμος. Ήταν ερωτευμένος και δεν τον ενδιέφερε ποιος θα ενέκρινε τη σχέση τους. Παρόλα αυτά, σεβόμενος τα δικά της συναισθήματα, δέχτηκε να κρατήσουν τον δεσμό τους κρυφό.

Οι δυο τους ήταν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Ειδικά όταν ο γιος της Φένιας έφυγε για σπουδές και έμενε πια μόνη της στο σπίτι, δεν ήταν λίγα τα βράδια που περνούσαν παρέα εκεί. Πάντα με προσοχή, για να μην δώσουν λαβή για σχόλια στη γειτονιά. “Κάποτε θα θελήσεις να παντρευτείς και να κάνεις οικογένεια…” του είπε κάποια στιγμή που ήταν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι. Ο Χάρης την κοίταξε ξαφνιασμένος και της απάντησε “Σ’ αγαπάω! Δεν με νοιάζει τίποτα άλλο!”.

Ήταν απόγευμα κι ο Χάρης είχε γυρίσει με το αυτοκίνητό του την Φένια στο σπίτι της μετά το γραφείο, μιας και είχε το δικό της στο συνεργείο. Σταμάτησαν ένα στενό κάτω απ’ το σπίτι της και την ώρα που η Φένια έβγαινε απ’ το αμάξι, έπεσε πάνω στον κουμπάρο της, τον κολλητό του πρώην άντρα της. Ήξερε ότι δεν υπήρχε τρόπος να το μπαλώσει, καθώς και το ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μην το μεταφέρει στον φίλο του. Ήξερε πως η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει.

Την αποκάλυψη στον πρώην άντρα της, ακολούθησε ένα υβριστικό και χυδαίο τηλεφώνημα από εκείνον, στο οποίο η Φένια απάντησε με ένα ηχηρό κλείσιμο. Αυτό που έτρεμε, ήταν μην ο πρώην της μιλούσε στο γιο τους. Ευτυχώς αυτό ήταν κάτι που δεν έκανε, αν και από εκείνη τη στιγμή και μετά, ακολούθησε ένα ντόμινο αποκαλύψεων. Κάπως το έμαθε κάποιος στο γραφείο, κάπως το έμαθαν οι γονείς του Χάρη, κάπως μαθεύτηκε στις φίλες της Φένιας…

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα κι η πίεση που δημιουργήθηκε, οδήγησε το μέχρι πρότινος ευτυχισμένο ζευγάρι, σε ομηρικούς καβγάδες και ανεξέλεγκτες εντάσεις. Απ’ τη μια η οικογένεια και ο κύκλος της Φένιας να της λένε πως ξεφτιλίζεται όταν τριγυρνάει με το παιδαρέλι και ότι αν το μάθαινε ο γιος της θα έχανε πάσα ιδέα για εκείνη, απ’ την άλλη η οικογένεια του Χάρη και ο κύκλος του να τον κριτικάρει για την επιλογή του και να του επαναλαμβάνει ότι αυτή η σχέση δεν είχε μέλλον… ο χωρισμός ήταν θέμα χρόνου.

Ο Χάρης με τη Φένια χώρισαν οριστικά λίγο καιρό αργότερα, ενώ σύντομα ο Χάρης παραιτήθηκε απ’ την εταιρία που δούλευε, αφήνοντάς την πίσω. Έμειναν χωριστά, προσπαθώντας να πείσουν τους εαυτούς τους πως όλοι οι άλλοι είχαν δίκιο. Αυτή η σχέση δεν είχε μέλλον. Έμειναν χωριστά, προσπαθώντας να γιατρέψουν τις πληγές τους και να προχωρήσουν παρακάτω.

Κόντευαν τρία χρόνια που είχαν να βρεθούν. Τρία χρόνια, που ο ένας δεν είχε νέα του άλλου. Τρία χρόνια που και οι δύο είχαν κάνει τα δικά τους βήματα προς τα μπροστά και μακριά απ’ το “μαζί” τους. Τρία χρόνια και χρειάστηκε μια ξαφνική βροχή κι ένα μικρό υπόστεγο, όπου τυχαία άγγιξαν ο ένας την πλάτη του άλλου. Ένα μικρό, τυχαίο άγγιγμα, που τους έκανε να γυρίσουν ταυτόχρονα και να ενώσουν τα βλέμματά τους. Δύο βλέμματα που βυθίστηκαν το ένα στο άλλο και σε δευτερόλεπτα έκαναν βουτιά στο πίσω μέρος του μυαλού τους, όπου είχαν φροντίσει να χαντακώσουν όλα τα όμορφα που είχαν ζήσει μαζί. Δύο βλέμματα που ενώθηκαν κι άρχιζαν να στάζουν έρωτα, αγάπη και πόνο.

-Δεν σε είδα… έσπασε δειλά τη σιωπή εκείνη

-Πώς είσαι;

-Καλά! Εσύ; κούνησε ψεύτικα το κεφάλι της

-Κι εγώ! της χαμογέλασε προσποιητά

Έμειναν να κοιτιούνται για λίγο. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως την είχε πάλι μπροστά του. Το ίδιο όμορφη, το ίδιο γλυκιά. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως τον είχε πάλι μπροστά της. Το ίδιο όμορφο, το ίδιο τρυφερό. Χιλιάδες εικόνες πέρασαν μπροστά απ’ τα μάτια τους. Εικόνες του τότε. Εικόνες όμορφες, δυνατές, έντονες, υπέροχες! Χιλιάδες εικόνες, μόλις σε λίγα δευτερόλεπτα. Ήταν τόσο έντονο αυτό το βλέμμα τους! Τόσο έντονο!

-Ευτυχώς σταμάτησε να βρέχει! έσπασε τη σιωπή εκείνη

-Ναι… είπε εκείνος

-Χάρηκα που σε ξαναείδα…

Του χάρισε ένα ψεύτικο χαμόγελο, γύρισε την πλάτη της κι άρχισε να περπατάει. Την κοιτούσε να φεύγει κι απορούσε πόσο μπορεί να πονάει, που τόσα χρόνια κουβαλάει στην πλάτη της τα “πρέπει” του κόσμου. Κοίταξε τη χρυσή βέρα που έλαμπε στο δεξί του χέρι,αναστέναξε και βγήκε κι αυτός στο δρόμο, προχωρώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook