Ξεχνώ το όνομά σου

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη γροθιά στο στομάχι, βαθύτερη μαχαιριά στην καρδιά από το να σου λέει η ίδια η γυναίκα που σε έφερε στον κόσμο, που σε μεγάλωσε με τόση τρυφερότητα και αγάπη «Ξεχνώ το όνομά σου»; Όσο μεγάλος άνθρωπος κι αν είσαι ηλικιακά, τα λόγια αυτά πονάνε. Δεν είναι τα πικρά λόγια μιας αντιμαχίας, ούτε λέγονται ειρωνικά με σκοπό να πληγώσουν, πάνω στα νεύρα. Απλά, η μητέρα που τα εκστομίζει πάσχει από άνοια.

«Τώρα εσένα τι σε έχω;», ρώτησε για πολλοστή φορά σε στιγμή σύγχυσης η Αγγέλα τη Μαρία.

«Ποια είσαι, γιατί είσαι μέσα στο σπίτι μου;», συνέχισε να αναρωτιέται στο μπερδεμένο της μυαλό.

«Η κόρη σου είμαι μαμά, η μικρή, η Μαρία», απάντησε κουρασμένα για άλλη μία φορά η Μαρία.

«Η μικρή; Γιατί έχω και μεγάλη;», συνέχισε τις ερωτήσεις η Αγγέλα.

Η επίσημη διάγνωση ήταν εκφυλισμός των εγκεφαλικών κυττάρων λόγω ηλικίας, γεροντική άνοια δηλαδή. Δεν ήταν Alzheimer, ακόμη, αλλά δυνητικά θα μπορούσε να εξελιχθεί. Η παρακολούθηση από τον ψυχίατρο, μαζί με την κατάλληλη αγωγή κρατούσαν την κατάστασή της Αγγέλας στάσιμη, επί του παρόντος.

Δεν πίστευε ποτέ η Μαρία ότι θα νοσταλγούσε τους ομηρικούς καβγάδες των εφηβικών της χρόνων με τη μάνα της. Τότε που και οι δύο, από πείσμα και εγωισμό, ήθελαν να έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο. Αχ, πόσο πολύ έμοιαζαν οι δυο τους, τότε που η Αγγέλα ήταν ακόμα στα καλά της.

Τώρα πια είχε απέναντί της μια άγνωστη που σε τίποτα δεν έμοιαζε με αυτή τη δυναμική γυναίκα που έπαιρνε την πέτρα και την έστιβε. Αχάραγα σηκωνόταν για να τα προλάβει όλα. Δουλειά, σπίτι, οικογένεια. Πρώτα με τα δικά της παιδιά και μετά, όταν είχε βγει πια στη σύνταξη, με τα εγγόνια και το σπιτικό των παιδιών της. Τα βοηθούσε τα κορίτσια της η Αγγέλα. Ήταν εργαζόμενες και οι δυο της οι κόρες. Και τα παιδιά τους ανάθρεψε και το καθημερινό φαγητό είχε αναλάβει και στις οικιακές δουλειές βοηθούσε. Ο ιστός της οικογένειάς της ήταν πολύ συνεκτικός.

Ζούσαν όλοι μαζί σε ένα οικοδόμημα – σάντουιτς. Η Αγγέλα με τον άντρα της στον έναν όροφο και στους άλλους δύο οι κόρες της με τις οικογένειές τους. Η Αγγέλα ήταν πολύ δοτική μητέρα. Η ίδια δεν γνώρισε ποτέ βοήθεια από κανέναν. Με τον άντρα της εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη τους για μία καλύτερη τύχη στην πόλη. Η μητέρα της Αγγέλας την είχε την αποχαιρετήσει τότε με την εξής συμβουλή: «Κόρη μου, εκεί που πας στην μεγάλη πόλη δεν θα έχεις κανέναν απολύτως. Εγώ δε θα μπορώ να έρχομαι για να σε βοηθάω. Για να τα βγάλεις πέρα θα έχεις τη νύχτα και την αυγή σαν μάνα και σαν αδελφή. Την ευκή μου παιδάκι μου». Τη συμβουλή αυτή την ακολούθησε και έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη της Αγγέλας. Ακόμα και τώρα, μέσα στη σύγχυσή της, μερικές φορές τα λόγια αυτά τα ανακαλεί στην ασθενική της μνήμη.

Η Αγγέλα δεν ήθελε τα κορίτσια να ταλαιπωρηθούν όπως εκείνη. Γι’ αυτό με μεγάλες θυσίες και προσωπικές στερήσεις κατάφεραν με τον άντρα της να πάρουν ένα οικόπεδο και να χτίσουν τα τρία διαμερίσματα σιγά σιγά. ‘Λύκαινα’ ήταν το παρατσούκλι της Αγγέλας. Η Μαρία της το είχε κολλήσει. Είχε δει σε ένα παιδικό ντοκιμαντέρ όταν ήταν μικρή, ότι οι λύκαινες ήταν πολύ στοργικές και δραστήριες μαμάδες. Οι πέντε ώρες ύπνου ήταν υπεραρκετές κάποτε για την Αγγέλα. Τώρα πια ήθελε να κοιμάται όλη μέρα. ‘Υπερυπνία’ το είχε πει ο ψυχίατρος. Παλιά, περπατούσε και έτριζε η γη, σε αντίθεση με το σήμερα που τα δύο βήματα μέχρι την τουαλέτα της φαίνονταν άθλος. Άλλο ένα ζήτημα ήταν η προσωπική υγιεινή. Εκεί που έκανε δύο και τρία ντουζ την ημέρα και λάτρευε την καθαριότητα, με το ζόρι πλέον να μπει για μπάνιο μία φορά την εβδομάδα.

Η Αγγέλα ήταν πια, σχεδόν μόνιμα, ‘χαμένη’ στον κόσμο της. Το βλέμμα της κενό και απλανές. Συν τοις άλλοις έπασχε από κατάθλιψη, συχνή πάθηση στους ηλικιωμένους. Είχε βέβαια και κάποιες αναλαμπές που και που, οι οποίες θύμιζαν αμυδρά τον παλιό της εαυτό. Επί το πλείστον θυμόταν τα παλιά. Πρόβλημα μεγάλο αντιμετώπιζε στο να θυμάται το πρόσφατο παρελθόν. Συνεχώς ρωτούσε τα ίδια και τα ίδια, σε σημείο εκνευρισμού. Δεν ήξερε αν ήταν μέρα ή νύχτα και ενώ ζούσε στο ίδιο σπίτι για πάνω από σαράντα χρόνια, συχνά μπερδευόταν μέσα στα δωμάτια και έχανε τον προσανατολισμό της.

Δύσκολες καταστάσεις, ανυπόφορες μερικές φορές. Η Μαρία έβλεπε την προσωπικότητα της μητέρας της να αποσυντίθεται μέρα με τη μέρα. Η κατάσταση ήταν ψυχοφθόρα τόσο για την ίδια αλλά και για τους υπόλοιπους φροντιστές. Η αλήθεια ήταν ότι όλοι βοηθούσαν. Και τα εγγόνια ακόμα, που ήταν πλέον ενήλικες, και οι γαμπροί, διότι όλοι τη λάτρευαν την Αγγέλα και αναγνώριζαν την προσφορά της. Φυσικά ήταν αδιανόητο για εκείνη την τόσο δεμένη οικογένεια να διανοηθεί καν τη λύση του ιδρύματος ή του οίκου ευγηρίας. Θεώρησαν τη φροντίδα της μητέρας/γιαγιάς/πεθεράς υποχρέωση μεν, όχι όμως αγγαρεία. Οι δύο της κόρες βγήκαν σε πρόωρη σύνταξη για να τη φροντίσουν, όπως είχε κάνει κι η Αγγέλα κάποτε. Υπήρχε και εξωτερική βοήθεια, μια κοπέλα που την πρόσεχε μερικές ώρες την ημέρα.

Ένα ανοιξιάτικο απογευματάκι έπιναν στη βεράντα της Αγγέλας το καθιερωμένο γλυκύβραστο καφεδάκι τους, μία από τις λίγες πια αγαπημένες της απολαύσεις. Η Μαρία παρατηρούσε το μελαγχολικό βλέμμα της μητέρας της. Όσο ζούσε ο μπαμπάς, η Αγγέλα στεκόταν μια χαρά. Μετά την πήρε η κάτω βόλτα. Ήταν έρωτας μεγάλος με τον άντρα της, ο πρώτος και μοναδικός. Αν και η ίδια ήταν μία δυναμική γυναίκα, πολύ μπροστά από την εποχή της, ο άντρας της ήταν το στήριγμά της. Το αντιστάθμισμα των παιδιών και των εγγονιών δεν μπόρεσε να εξισορροπήσει την απώλεια. Τον θυμάται σπάνια τώρα πια σε κάποια τυχαία αναλαμπή.

«Εσύ κορίτσι μου ποια είσαι;», ρώτησε για πολλοστή φορά η Αγγέλα.

«Η κόρη σου μαμά», απάντησε η Μαρία.

«Πώς είπαμε ότι σε λένε; Ξεχνώ το όνομά σου»

«Μαρία», της απάντησε κουρασμένα χωρίς περαιτέρω σχόλια.

«Α, Μαρία, το όνομα της Παναγιάς. Μαρία έλεγαν και τη μητέρα μου. Όταν έφυγα από το χωριό μου έδωσε μια συμβουλή….» , άρχισε η Αγγέλα την εξιστόρηση, έχοντας μια αναλαμπή από τα παλιά. Η Μαρία την άκουγε καρτερικά. Για λίγο, για πολύ λίγο, θα γινόταν ξανά η μαμά της όπως παλιά.

 

***

Η 20η Μαρτίου έχει οριστεί ως η ημέρα του φροντιστή ατόμων με άνοια για να τιμήσει το δύσκολο έργο που αντιμετωπίζουν καθημερινά χιλιάδες συνάνθρωποι μας με την νόσο που ονομάζεται άνοια καθώς και τις συναφείς με αυτή γνωστικές διαταραχές.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Ελευθερία Τσιντάρη - Χωρίς την ελπιδα
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook