TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Οδοιπορικό μιας Γάτας

Οδοιπορικό μιας Γάτας

Σε μια από αυτές τις ημερομηνίες που έχουν μείνει στο μυαλό όλων και μετά λέμε “όταν έγινε ΑΥΤΟ, εγώ ήμουν στο μπάνιο με αποτριχωτική κρέμα απλωμένη στα ποδάρια” η γάτα -εγώ- και το αφεντικό της -ο Άγγλος- βρεθήκαμε στην αίθουσα αναμονής του Ελευθέριος Βενιζέλος.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, στις 08:45, έπαιρνε η ζωή μου στροφή αλλά δεν το ήξερα ακόμα. “Θες να ζήσεις για πάντα στην Αγγλία;” νιαούρισα στο αφεντικό, λίγο με ελπίδα, λίγο με απελπισία για την Εγγλέζικη βροχή που μούλιαζε τη γούνα μου και την μόνιμα παγωμένη και λασπωμένη ουρά μου και η απάντηση με εξέπληξε: “Όχι. Δεν σημαίνει τίποτα για μένα η Αγγλία”. Άπλωσα τα ποδαράκια μου, τον αγκάλιασα εκστατική και έτριψα τη μουσούδα μου κάτω από το πιγούνι του. “Θα πάμε να ζήσουμε στην Γαλλία! Θα βρούμε ένα αγροτόσπιτο και θα ζήσουμε για όλη μας τη ζωή! Θα φτιάξουμε και ξενοδοχείο και θα μαγειρεύω και θα πάρουμε και αστέρια και θα μπούμε σε καταλόγους εξκλούσιβ και θα μας έρχονται και επιθεωρητές του Μισελέν και θα μας δώσουν άστρο!”

Υπήρξαμε εξαιρετικά παραγωγικό δίδυμο, η Γάτα και το Αφεντικό. Εκείνος, εργασιομανής, δούλευε 100 ώρες την εβδομάδα και τροφοδοτούσε το Όνειρο. Εγώ, όλη την ημέρα δεξιωνόμουν πελάτες, έκανα μήτινκς, πήγαινα σε εργοτάξια με τα συνεργεία και τα βράδια ταξίδευα στα πολλά υποσχόμενα πελάγη του ίντερνετ, χουρχουρίζοντας με προσμονή, ψάχνοντας για μέρη που υπόσχονταν τις προϋποθέσεις να στεγάσουν το όνειρο μας. Κάθε δύο-τρεις μήνες, κλέβαμε μια βδομάδα εδώ, δεκαπέντε μέρες εκεί και ταξιδεύαμε στα μήκη και στα πλάτη της Γαλλίας προς άγραν παραδείσου για εγκατάσταση της φωλιάς μας.
Το Languedoc-Roussillon, κοντά στα σύνορα της Ισπανίας, έδειχνε ερημωμένο, με θλιβερά κτίρια, με γκρίζους ανθρώπους, γκρίζες προσόψεις που ξεφλούδιζαν και με τρισφάλιστα παράθυρα κάτω από τον ήλιο που έψηνε τα αμπέλια. (Μην πιστεύετε τις ταξιδιωτικές μπροσούρες. Την Γάτα πιστέψτε).
Στο Beziers μείναμε σε έναν πύργο-ποίημα. Ενθουσιάστηκα με τα υπέροχα τεράστια πέτρινα δωμάτια, με τις στριφογυριστές στενές σκάλες που σκάλωνε η ουρά μου σαν να μην ήταν γατίσια αλλά από ταφταδένιο φόρεμα κάποιας κυρίας επί των τιμών. “Ένα ΤΕΤΟΙΟ θέλω” σκέφτηκα “ένα τέτοιο πυργάκι να μεγαλουργήσω!” Μετά βγήκαμε παραέξω, σε ένα (στην ουσία) χωριό-φάντασμα, όπου δεν κυκλοφορούσε ψυχή και που με δυσκολία βρήκαμε μια πιτσαρία να ρίξουμε κάτι στο στομάχι μας το ταλαιπωρημένο. (Α ρε Ελλαδίτσα με τις φαγάρες σου και την ζωάρα σου). Τρεις κι ο κούκος στους δρόμους και σε κάθε γωνία κάτι κούκλες-μαριονέτες σε φυσικό μέγεθος, να στέκονται να σε κοιτάνε και να τρέχεις να σώσεις τη ζωή σου από τις κούκλες του διαβόλου. Έχω μείνει με την απορία τι ρόλο παίζανε οι κούκλες, αλλά από το Beziers, πιστέψτε με, ούτε απ’ έξω δεν περνάω ξανά.

Το κάστρο του Carcassonne, ένα πραγματικό παραμύθι, δέσποζε πάνω από μια πόλη με γκαγκανιασμένους ταλαίπωρους ανθρώπους που βιάζονταν να κλειστούν στα σπίτια τους για να γλιτώσουν από τον ανελέητο ήλιο. Ανάμεσα στα επιβλητικά κτίρια του κάστρου, στα μαγευτικά δρομάκια του, αντί για ιππότες και δεσποσύνες συναντούσες δεκάδες χιλιάδες τουρίστες με τα παιδάκια τους, να τρώνε πίτσες, να χύνουν κοκακόλες, να στριγγλίζουν σε όλες τις γλώσσες της Βαβέλ και να προσθέτουν στο σκουπιδαριό. Κάθε πόρτα και φαγάδικο. Κάθε παράθυρο και βιτρίνα με τουριστικά είδη. Όπου φύγει-φύγει! Δεν σας είπα για τους αμπελώνες, εν τω μεταξύ. Αμπελώνες παντού. Όπου έπεφτε το μάτι σου, ένας ορίζοντας γεμάτος αμπελώνες. Τίποτα άλλο. Μόνο αμπελώνες. Ορκίστηκα! Ορκίστηκα πως αν δεν ξανάβλεπα αμπελώνα ποτέ στην ζωή μου θα γινόμουν μια ευσεβής, καθώς πρέπει γάτα και δεν θα ξανάπεφτα ποτέ σε αμαρτίες! Φτάνει να μην ξαναέβλεπα αμπέλι.

Περάσαμε από την γοητευτική και μυστηριώδη Μασσαλία και φτάσαμε στην γη της (Γαλλικής) επαγγελίας. Φτάσαμε στην Προβηγκία, όπου ακόμα ζει ένα κομματάκι της γατίσιας καρδιάς μου! Ό,τι και να πω για την Προβηγκία είναι λίγο. Σε κάθε γωνιά της μου ξέφευγε ένα χουρχουρητό δέους και οπτικής απόλαυσης. Από που ν’ αρχίσω γατάκια μου; Η Aix-en-Provence μια πασαρέλα από σικάτες γυναίκες, φοιτητόκοσμο, ρεστοράν με αυτούς τους Γάλλους που διαβάζεις στις ρομαντικές ιστορίες, σερβιτόρους που λες “όταν πεθάνω θέλω εδώ να έρθω και να με σερβίρεις στην αιωνιότητα”. Το Arles να ονειρεύεσαι ότι, να εδώ, θα δεις τον Βαν Γκογκ να στρίβει μια γωνία. Στο Saint-Tropez κυκλοφορούσα με ρολό τουαλέτας παραμάσχαλα για να μαζεύω τα σάλια. Δεν έχετε ξαναδεί τέτοια λαϊκή αγορά! Λαϊκή αγορά δίπλα σε μπουτίκ να πουλάνε το μαντιλάκι για τα δάκρυά μου 300 ευρώ! Κυρίες στην λαϊκή αγορά που να λες “πάρε με καλέ κυρία να σου γυαλίζω τα ασημικά που σερβίρεις το τσαγάκι σου και λεφτά δεν θέλω”. Για την Côte d’Azur τι να πω εγώ. Την έχουν υμνήσει καλύτεροι από μένα. (Μη μασάτε όμως, θάλασσα σαν της Ελλάδας πουθενά).

Σαν οργανωμένη και μεθοδική γάτα που με είχε μάθει το αφεντικό να είμαι, σε κάθε πόλη, χωριό, περιοχή, είχα από πριν κλεισμένα ραντεβού με μεσίτες για να δούμε ιδιοκτησίες που ήταν στα υπ’ όψιν για να γίνουν ο δικός μας Κήπος της Εδέμ. Όσο πιο εγκαταλελειμμένη ιδιοκτησία, όσο πιο γκρεμισμένη, τόσο καλύτερα για να μπορούμε να δημιουργήσουμε από την αρχή και για να αντιπροσωπεύει τα χρήματα που είμαστε διατεθειμένοι να επενδύσουμε. Σε μια φάση δώσαμε και τα χέρια και κάποιος γατοάγγελος μας φύλαξε να μην ολοκληρώσουμε. Ο υποψήφιος “Κήπος” ήταν στην κυριολεξία ένας σωρός από γκρεμισμένα μάρμαρα. Σε μια ονειρική τοποθεσία, με θέα για την οποία σκότωνες να την κάνεις δική σου και με την δυσκολότερη πρόσβαση για εργοτάξιο που μπορεί να επικαλεστεί και η πιο ψυχαναγκαστική φαντασία.

Ψάχνοντας λοιπόν, φτάσαμε και στην Ramatuelle. Οι Γάλλοι έχουν έναν Οδηγό-βιβλίο όπου περιλαμβάνουν Τα Ωραιότερα Χωριά τους. H Ramatuelle, στα μάτια μου, ήταν το πιο όμορφο από τα Ωραιότερα Χωριά. Με το που πάτησα το πόδι μου είχα κιόλας εγκατασταθεί, είχα φτιάξει και το ξενοδοχείο, και ψώνιζα ήδη ντομάτες από την λαϊκή. Μέχρι που μπήκαμε στο γραφείο της Μεσίτριας. (Ναι, ναι, Μεσίτρια με “Μ” κεφαλαίο). Όπου αν την έβλεπε η Σίντυ Κρώφορντ θα κουρευόταν γουλί για μετάνοια και θα πήγαινε να κρυφτεί για το θράσος της να θεωρεί τον εαυτό της τοπ μόντελ. Όπου δεν μπορούσε να σηκώσει τα χεράκια της από το βάρος των Ρόλεξ και των χρυσών βραχιολιών και των δαχτυλιδιών-φονικά όργανα. Όπου την μίσησα θανάσιμα, διότι δύο από τις εγκαταλελειμμένες και μισογκρεμισμένες ιδιοκτησίες που της έδειξα με την ελπίδα έτοιμη να τρέξει χείμαρος από τα ματάκια μου, μου δήλωσε εις άπταιστον Γαλλικήν ότι, ναι βεβαίως, ήταν έτοιμες να φιλοξενήσουν όλες τις υπόλοιπες γατοζωές μου, με αντίτιμο μόνο το ευτελές ποσόν των δύο εκατομμυρίων για την κάθε μια. Έφυγα κλαίγοντας. Όχι, δεν είναι τρόπος του λέγειν. Έκλαψα. Γοερά.

Πλήρεις απογοήτευσης και αισθανόμενοι πιο φτωχοί από τον τελευταίο clochard, πήραμε τον δρόμο για βόρεια για να επιστρέψουμε στην Αγγλία. Με είχε κυριέψει τέτοια γατοκατάθλιψη, βλέποντας το Όνειρο να κάνει πλαφ-πλάφ τις φτερουγάρες του και να απομακρύνεται, που τρέχαν γύρω μου τα Γαλλικά ποντίκια, κάναν πάρτι και παίζαν με τα μουστάκια μου κι εγώ σκεφτόμουν “δεν θα γίνετε ποτέ έδεσμα για τα δοντάκια μου όσο και παχουλά να είσαστε από το φουά-γκρα”.

Κάπου κεντρο-νότια σταματήσαμε για να περάσουμε το βράδυ. Μέσα στην ομίχλη της κατάθλιψης και της απογοήτευσης άκουσα τη φωνή του αφεντικού να ανεβαίνει οκτάβα και, μπα τι ήταν αυτό, σαν ενθουσιασμός ακουγόταν, σε καλό του φλεγματικού Άγγλου, δεν με είχε συνηθισμένη σε ενθουσιασμούς. “Να μείνουμε” λέει “να δούμε την περιοχή, μου θυμίζει τις ωραιότερες και πιο πράσινες περιοχές της Αγγλίας”. Στα παλιά μου τα παπούτσια, σκέφτηκα, εγώ ή Ramatuelle ή πουθενά. Είχε σταματήσει το αυτοκίνητο στο μεταξύ και έψαχνε για μεσιτικό γραφείο σε μια πλατεία. “Πήγαινε να ρωτήσεις” μου λέει. “Δεν πάω” του λέω, “άδικος κόπος”. Με τα πολλά, σούρθηκα έξω από το αυτοκίνητο, ρωτάω έναν τύπο που έβγαινε από ένα μπαρ, “είμαι εγώ μεσίτης, εδώ δίπλα είναι το γραφείο μου” μου λέει το άτομο. Μέσα στη μιζέρια, τον ακολούθησα και μου άνοιξε το βιβλίο του με τα σπίτια. Από δίπλα το αφεντικό ξεχώρισε τρεις ιδιοκτησίες. Να πάμε να τα δούμε, λέει. Δεν πάω, δεν θέλω, Ramatuelle δεν είναι, δεν μου κάνουν, τα στυλώνω εγώ. Καλά, θα πάω εγώ, μου λέει και σκέφτηκα τι να κάτσω να κάνω να παίζω με την ουρά μου τόσες ώρες που θα κάνει, άντε να πάμε.

Είμαι και Τοξότης, πανάθεμά με, σιγά μην κρατήσει για πολύ η άρνηση. Άρχισα να χαμογελάω με την προοπτική. Πάμε στο πρώτο, μπλιαχ μάπα. Πάμε στο δεύτερο, απαπαπαπαπα. Στο μεταξύ είχα ανοίξει το μάτι και αυτό που έβλεπα γύρω μου, οκέυ να παραδεχτώ ήταν, χμ, μαγευτικό ρε! Πράσινα βουνά, πράσινοι λόφοι, τοπίο που ξετυλιγόταν μέσα στη γοητεία, τα λουλούδια, τα δέντρα, εκατομμύρια δέντρα, λίμνες, ποτάμια, γεφυρούλες, πανέμορφα πέτρινα σπίτια, με ρομαντικές στέγες γρανιτένιες. Οπ! Λες;

Κάνει έτσι ο τύπος και στρίβει σ΄ ένα χωριουδάκι βγαλμένο από καρτ-ποστάλ. Εννιά σπίτια όλα κι όλα το ένα πιο χαριτωμένο από το άλλο και, στην καλύτερη θέση, σε μικρό ύψωμα, ΤΟ σπίτι. Ποιό “σπίτι” δηλαδή, ένα ολόκληρο αγρόκτημα, πενήντα στρεμμάτων, που απλώνονταν πίσω από ένα πέτρινο σπίτι και έναν στάβλο μυθικών διαστάσεων. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και, μετά από πέντε λεπτά, συνειδητοποίησα ότι κρατούσα ακόμη την αναπνοή μου. Εδώ, μπροστά στα μάτια μου, απλωνόταν αυτό που δεν μπορούσα να περιγράψω με λόγια, αλλά το είχα στο μυαλό μου και ήξερα πως όταν θα το έβρισκα θα το αναγνώριζα. Μαγεμένη, έκθαμβη, κοιτούσα τα 300 ετών πέτρινα οικοδομήματα και μου μιλούσαν! Μου έλεγαν, σας το ορκίζομαι, “έφτασες”. Χωρίς να μιλάμε, πήγαμε πίσω από τα κτίρια και μπροστά μας απλώθηκε το “δικό μας” θαύμα. Χιλιόμετρα από λιβάδια, οριζόμενα από βελανιδιές και καστανιές, ξετυλίγονταν κυματιστά, καταπράσινα, μόνο για τα δικά μας μάτια. Είμαστε ολομόναχοι στον κόσμο και είχαμε βρει τον Παράδεισο.
…………………………………………………………………..
Ονομάσαμε το σπίτι μας και τον ξενώνα “Απρίλη”. Το ανακαλύψαμε Οκτώβρη, τον Απρίλη της επόμενης χρονιάς ανταλλάξαμε συμβόλαια και, όπως κάνει καμιά φορά η Μοίρα, όταν θέλει να σε κάνει σκλάβο της και Πιστό της για πάντα, το σπίτι έγινε δικό μας στις 15 του Απρίλη, την ημέρα της επετείου της γνωριμίας της Γάτας με το Αφεντικό της.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Η Γάτα η Ρούσα

Ζωγραφίζω και γράφω όπως ζω: Χωρίς φίλτρο.
Κάνω άλματα στο κενό. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας για να αναχαιτίσει την πτώση.Και επιβιώνω σε καινούργια κεραμίδια.
Η Γάτα η Ρούσα

Latest posts by Η Γάτα η Ρούσα (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *