Οι Άγιοι Απόστολοι της Νεάπολης

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Σάββατο βράδυ κι εγώ καθισμένη στη βεράντα του σπιτιού μου, ετοιμαζόμουν να ταξιδέψω, με τη βοήθεια του Καζαντζάκη.  Ένα ελαφρύ αεράκι πέρασε ανάμεσα από τα λουλούδια που περιβάλλουν το χώρο κι έφτασε ως εμένα να με δροσίσει. «Η βεράντα είναι η καλύτερη επιλογή, για τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού», σκέφτηκα και τράβηξα κοντά μου το βιβλίο μου. Το ίδιο πράγμα καθώς φαίνεται, σκέφτηκε και η μανούλα μου, αφού, πριν προλάβω ν’ ανοίξω το βιβλίο έκανε την εμφάνιση της.

«Αααα… Διαβάζεις;», με ρώτησε ενώ άνοιγε την καγκελόπορτα και εισέβαλλε στο χώρο φουριόζα.

«Τώρα θα το αρχίσω» απάντησα, γνωρίζοντας πολύ καλά πως αυτό το «τώρα» επρόκειτο να μετατεθεί, ποιος ξέρει πότε.

«Εντάξει, ένα τσιγάρο θα κάνω και θα φύγω», είπε το Αννιώ και συμπλήρωσε, «ούτως ή άλλως έχω να ξυπνήσω πρωί και πρέπει να πάω νωρίς για ύπνο».

«Αύριο είναι “Πέτρου και Παύλου”, το ξέρεις;» έφτασε ξεκάρφωτη η ερώτηση. Πού να το ήξερα. Δεν τα έχω καλά με το εορτολόγιο. Τα τελευταία χρόνια, θυμάμαι μετά βίας , ακόμη, και τη δική μου γιορτή.

«Ναι , αύριο , είναι “Πέτρου και Παύλου” και μεθαύριο είναι η γιορτή των δώδεκα Αποστόλων» επανέλαβε και συμπλήρωσε, όταν δέχτηκε την αρνητική μου απάντηση σε μια προσπάθεια να μου μεταφέρει μια πληροφορία που για κείνην φαινόταν σημαντική. Δεν ήξερα πού το πήγαινε  , αλλά σίγουρα, δεν είχε έρθει για ένα τσιγάρο. Ήταν φανερό πώς ήθελε κουβέντα. Έτσι , ακούμπησα το βιβλίο στο περβάζι του παραθύρου, ήπια μια γερή γουλιά από το χυμό μου κι ετοιμάστηκα ν’ ακούσω όλα όσα είχε να μου πει.

Ο νους της άρχισε να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, τότε που ήταν ακόμη μικρό κοριτσάκι. «Το ξέρεις πως κάθε γειτονιά στην  Νεάπολη έχει τη δική της εκκλησία;», με ρώτησε. H Νεάπολη Λασιθίου, είναι ο τόπος καταγωγής της μαμάς μου  και είναι πολύ υπερήφανη γι αυτό. “Εξ Ανατολών, το φώς”, λέει όποτε αναφέρεται στον τόπο της και φωτίζεται ολόκληρη.

Για να  πω την αμαρτία μου, ούτε αυτό το ήξερα.

«Στην δική μας γειτονιά βρισκόταν , ένα μικρό πετρόχτιστο εκκλησάκι, οι Άγιοι Απόστολοι», συνέχισε ικανοποιημένη από τη δική μου άγνοια, αφού της έδινε το κίνητρο να πει όσα ήθελε, αποκαλύπτοντας το λόγο για τον οποίο διατυπώθηκαν οι ερωτήσεις, στην αρχή της κουβέντας μας.

Το εκκλησάκι αυτό βρισκόταν δίπλα στο πατρικό σπίτι της μικρής Άννας και γιόρταζε στις 30 Ιουνίου. Όλο το χρόνο το φρόντιζαν οι γείτονες. Πότε το καθάριζε η μία γειτόνισσα πότε η άλλη κι έβαζαν  στην αυλή του γλάστρες γεμάτες άνθη και πρασινάδες.  Στη γιορτή του, όμως, επιστρατευόταν όλη η γειτονιά. Άλλος καθάριζε τον κήπο , άλλος άσπριζε με ασβέστη, άλλος καθάριζε τα μανουάλια και πάει λέγοντας… «Τι ωραία χρόνια», έλεγε ανάμεσα στις αφηγήσεις της, «ωραία χρόνια» παραδέχτηκα κι εγώ , που πάντα με γοήτευε η ομοψυχία που χαρακτήριζε τις γειτονιές παλαιότερων εποχών.

«Το θυμάσαι  καθόλου το εκκλησάκι;», ήταν η νέα ερώτηση της μαμάς μου που έμελε να λάβει την ίδια απάντηση με τις προηγούμενες. Η αλήθεια ήταν πως πέρα από την κεντρική πλατεία της Νεαπόλεως και τον επιβλητικό ναό της Μεγάλης Παναγίας που δεσπόζει  στο κέντρο της, δεν θυμόμουν και πάρα πολλά από τους δρόμους  και τα σπίτια που περιέγραφε. «Να κανονίσουμε να πάμε να το δείτε, γιατί είναι πανέμορφο και θαυματουργό!»,», είπε η μαμά μου γεμάτη νοσταλγία κι  έμοιαζε σαν να το έβλεπε μπροστά της.

Με το άκουσμα της λέξης «θαυματουργό» κατάλαβα πως επρόκειτο για τη νέα  λέξη – κλειδί και είχα δίκιο. Το επίθετο διατυπώθηκε ,με ευλάβεια, και πυροδότησε την αφήγηση ενός  γεγονότος που δεν ήξερα ούτε εγώ μέχρι , σήμερα.

Έμαθα , λοιπόν, πως η γιαγιά Φωτεινή , λίγο μετά την κατοχή , ξύπνησε ένα πρωί και δεν είχε γάλα να δώσει στον πολύ μικρό, τότε, θείο Βαγγέλη, τον αδερφό της μαμάς μου. Έχοντας το θάρρος της στο Θεό,  κοίταξε το εκκλησάκι που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι της και επικαλέστηκε τους γείτονες της για βοήθεια.   « Άγιοι Απόστολοι», προσφώνησε και σταυροκοπήθηκε, κατά τα λεγόμενα της μαμάς μου,

«δεν έχω καθόλου γάλα. Ας είχα μόνο ένα ποτήρι ίσα – ίσα , για να πιει το παιδί…».

Μόλις ολοκλήρωσε την προσευχή της, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα στην αυλή μία κατσίκα. Προσπερνώντας την έκπληξη της, άρμεξε ένα ποτήρι γάλα, μόνο για το παιδί, όπως είχε ζητήσει, κι ύστερα η κατσίκα προχώρησε και έφυγε από την αυλή, αφήνοντας την  να κάνει το σταυρό της και να ευχαριστεί τους γείτονες της που εισάκουσαν με τόση αμεσότητα την προσευχή της. Δεν πέρασε ,όμως, ένα λεπτό από τη στιγμή που έφυγε η κατσίκα και η γιαγιά σκέφτηκε να την ακολουθήσει , για να δει σε τίνος το σπίτι θα πήγαινε. Έτσι, θα της δινόταν η ευκαιρία να ευχαριστήσει και τον ιδιοκτήτη της. Βγαίνοντας όμως στον δρόμο ,  δεν την είδε πουθενά. Πήγε πάνω κάτω, «όργωσε» την περιοχή, αλλά η κατσίκα είχε γίνει άφαντη. Δεν έμαθε ποτέ σε ποιον ανήκε κι  έτσι,  καταχώρισε ,στο μυαλό της, το συμβάν, σαν θαύμα των γειτόνων της και ως τέτοιο το αφηγούνταν κι εκείνη, όπως και η μαμά μου.

Αυτά, θυμόταν απόψε η Άννα . Μετά τους Αγίους Αποστόλους, θυμήθηκε τα καλοκαιρινά βράδια στην γειτονιά της στην Νεάπολη, το «γαζοζάδικο» στην πλατεία  , τις βραδινές βεγγέρες όπου η θεία της Ελευθερία  κι άλλοι δύο γείτονες έπαιζαν μαντολίνα και τραγουδούσε όλη η γειτονιά , τα παπούτσια που της αγόρασε ο δεκαεξάχρονος , τότε, θείος Βαγγέλης , από τον πρώτο του μισθό και συγκίνησε, ακόμη και τον παπουτσή  κι ένα σωρό άλλα…

Όταν χόρτασε μνήμες, η μαμά μου με καληνύχτισε, για να πάει να κοιμηθεί, διότι είχε να ξυπνήσει πρωί – πρωί για να προλάβει τη λειτουργία. Αποχώρησε από την βεράντα μου, αλλά εγώ δεν ήμουν ακόμη ,έτοιμη να εγκαταλείψω, εκείνα τα χρόνια, εκείνα τα αγαπημένα πρόσωπα, εκείνα τα όμορφα μέρη. Ο Καπετάν Μιχάλης θα έπρεπε να περιμένει ως αύριο. Απόψε ήταν η βραδιά του Πέτρου, του Παύλου και της μικρής, πετρόχτιστης και θαυματουργής εκκλησίας των δώδεκα Αποστόλων, εκεί, σε κάποια γωνιά του Μεραμπέλλου, που ,πριν από λίγο ξανάκαναν, μπροστά στα μάτια μου, τη μάνα μου παιδί.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook