Το καλό και κακό ταυτόχρονα, όταν νοικιάζεις, είναι οι συνεχείς μετακομίσεις. Καλό επειδή δε βαριέσαι και γνωρίζεις νέες γειτονιές, κακό επειδή είναι μαρτύριο να πακετάρεις κάθε τρεις και λίγο. Στα χρόνια που πέρασαν, αν βάλω και αυτά που έμενα με τους γονείς μου, άλλαξα συνολικά πέντε σπίτια. Και στα πέντε, είχα αστέρια γείτονες, πάνω κάτω και πλαγίως. Τους έφερα στο μυαλό μου προχθές το μεσημέρι, όταν στις τρεισήμιση κι ενώ προσπαθούσα να κοιμηθώ, αποφάσισε ο από πάνω , να κουνήσει όποιο έπιπλο υπήρχε διαθέσιμο.

Στο πρώτο σπίτι, πέρασα σχεδόν δέκα χρόνια. Δε θυμάμαι πολλά, αλλά την από πάνω, αδύνατο να την ξεχάσω. Πρέπει να ‘ταν κοντά στα 30,αλλά τα μπικουτί ήταν στο κεφάλι της, κάθε φορά που έβγαινε έξω. Είχε μια τεράστια κρεατοελιά στα χείλη κοντά, σαν κακιά μάγισσα. Συνήθιζε να τινάζει χαλιά, τις μέρες που οι από κάτω, μαζί κι εμείς, είχαμε απλωμένα ρούχα. Ομηρικοί καυγάδες είχανε γίνει, εκείνη ανένδοτη. Είχε δυο γιους, αντιπαθέστατοι κι οι δυο. Όχι ότι εκείνη ήταν συμπαθητική… Ο άντρας της κάπνιζε πίπα και μύριζε η πολυκατοικία καπνό. Λες και το ‘κανε επίτηδες, την άναβε όποτε έκλεινε την πόρτα και έπαιρνε ασανσέρ.

Στο δεύτερο, πέρασα όλα τα σημαντικά μου χρόνια. Εφηβεία, ξύπνημα του μυαλού και γενικότερο. Οι από πάνω, ήταν κοντά στα 55. Άργησαν να κάνουν παιδί, η κόρη τους ήταν γύρω στα πέντε χρόνια μικρότερη από μένα. Ήταν θεόρατη, σαν τη μάνα της. Στο ύψος μου, με πλάτες σωματοφύλακα και κιλά απερίγραπτα. Όταν μπήκε στην εφηβεία, μας έσπαγε τα νεύρα καθημερινά. Μάλωναν όλη μέρα, πετούσαν πράγματα από δω κι από ‘κει, χοροπηδούσε στα πατώματα συνέχεια. Αφού λέγαμε ότι καμιά μέρα θα βρεθεί σε μας, από το πήδα πήδα.

Στο τρίτο δεν έμεινα πολύ, αλλά ηταν αρκετό. Ο από πάνω ήταν ο πιο επικίνδυνος από όλους. Είχε περίστροφο και ήταν σαλεμένος. Ούτε για κοινόχρηστα δεν του χτυπούσανε. Έδερνε συστηματικά τη γυναίκα του, ακούγαμε φωνές και τσιρίδες μόνιμα. Κι εκεί που ήμασταν έτοιμοι να καλέσουμε αστυνομία, η φασαρία μεταφερόταν στην κρεβατοκάμαρα και στους σωμιέδες… Παράνοια. Τα καλοκαίρια δε, βρίζαμε όλη μέρα. Δεν είχαν καρέκλες στο μπαλκόνι και κάθε μέρα έσερναν αυτές του σαλονιού στο μπαλκόνι. Κάθε μέρα, μια να βγουν και μια να μπουν. Έμπαινε ο χειμώνας και κάναμε πάρτυ.

Το επόμενο ήταν το πρώτο που έμεινα μόνη. Οι από πάνω είχαν τρία παιδιά. Πέντε, τεσσάρων και δυο χρόνων. Η μάνα ήταν μόνιμα σα μαστουρωμένη, είχε το βλέμμα της αγελάδας. Ο πατέρας, ακόμα πιο σαλεμένος. Τσίριζε συνέχεια και κυνηγούσε τα παιδιά για να τα δείρει. Ένα βράδυ, καλοκαίρι μες στη ζέστη, μετά τις δωδεκάμιση, άρχισε να κυνηγάει το μεγάλο μέσα στο σπίτι. Γύρισε κατά τις δώδεκα, τα πήρε στο μυαλό και τρέχανε μέσα στο σπίτι, ο μικρός ούρλιαζε κι έκλαιγε κι ο πατέρας έβριζε και τσίριζε ότι θα το σκοτώσει. Τα είχαμε δει όλα. Μια φορά, ανέβηκα να τους κάνω παρατήρηση. Ήταν η πολλοστή φορά που προσπαθούσα να κοιμηθώ και στις τρεισήμιση πριόνιζαν κάτι. Μου άνοιξε η γυναίκα, μετά από δέκα λεπτά, με μια απορία στο βλέμμα. Το σπίτι μύριζε περίεργα, τα παιδιά ήταν φοβισμένα κι όταν της είπα να κάνουν λίγο ησυχία, μου απάντησε ότι με τρία παιδιά, δε μπορεί να κάνει τίποτα. Κι ένα μαλάκα για άντρα, αυτό το σκέφτηκα εγώ…

Το τωρινό είναι σχετικά ήσυχο. Αν εξαιρέσεις τη μετακόμιση που κάνουν στα έπιπλα, συχνά πυκνά και τα βογγητά και τις κραυγές μετά τις 2 τη νύχτα, είμαστε καλά…

Κάπως έτσι άρχισα να αναρωτιέμαι τι θα λένε οι από κάτω για μας. Η κουτσομπόλα της πολυκατοικίας πάντως, μου είχε πει κάποια στιγμή ότι εμείς είμαστε αθόρυβοι πολύ. Προφανώς τη δυσκολεύουμε στην παρατήρηση…

 

Β.Θ.