Οι Δυο Βελανιδιές – 2

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Προηγούμενο

«Τσαρλς, σταμάτα τώρα αμέσως» είπε επιτακτικά.

«Τι έγινε;» ρώτησε εκείνος σαστισμένος, βγαίνοντας βίαια από το βυθό των σκέψεών του.

«Σταμάτα, σου λέω! Θέλω να βεβαιωθώ για κάτι».

Ο Τσαρλς έκανε στην άκρη, άναψε αλάρμ και ακινητοποίησε το αυτοκίνητο. Η Έμιλι άρχισε να ψάχνει την τσάντα της. Όσο δεν έβρισκε αυτό που έψαχνε, τόσο αναστατωνόταν περισσότερο. Αναποδογύρισε όλη την τσάντα της –που δεν ήταν και μικρή– και έψαξε ένα ένα τα αντικείμενα.

«Δεν είναι εδώ» είπε απεγνωσμένα. «Γρήγορα, άνοιξε το πορτμπαγκάζ».

«Γιατί; Τι ψάχνεις;»

«Δε μπορώ να σου πω αυτή τη στιγμή. Πάμε πίσω να ανοίξεις τις βαλίτσες».

Ο Τσαρλς δεν την είχε ξαναδεί ποτέ τόσο έξαλλη. Υπάκουσε, γιατί κατάλαβε πως δεν είχε νόημα να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί της. Πήγε πίσω και άνοιξε το πορτμπαγκάζ.

«Ποια από όλες τις βαλίτσες θέλεις να ανοίξω;»

«Τη ροζ».

Ήταν κάτω από τις άλλες δύο. Ακούμπησε με προσοχή και τις δυο στην άσφαλτο και πίεσε ταυτόχρονα, δεξιά και αριστερά, τους μεταλλικούς κύκλους της ροζ. Με το άκουσμα ενός χαρακτηριστικού θορύβου οι μεταλλικές γλώσσες υποχώρησαν. Άνοιξε το καπάκι της βαλίτσας.

«Ορίστε! Όλη δική σου» είπε θυμωμένα και οπισθοχώρησε.

Η Έμιλι έψαξε βιαστικά, προσπαθώντας να μην ρίξει κάποιο ρούχο κάτω. Αφού ψαχούλεψε όλο το περιεχόμενο, έδειχνε απελπισμένη.

«Δυστυχώς, πρέπει να γυρίσουμε πίσω».

«Τι; Είσαι με τα καλά σου; Και γιατί παρακαλώ;»

Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής.

«Ξέχασα στο συρτάρι του κομοδίνου το κινητό μου».

Αν έπιανες τον Τσαρλς από τη μύτη, θα είχε σκάσει.

«Ό,τι και να σου πω θα ’ναι λίγο» είπε με υποτιμητικό τόνο στη φωνή του και ξεκίνησε να τακτοποιεί τις βαλίτσες. Μόλις τέλειωσε, έκλεισε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου, κάθισε στη θέση του και άναψε πάλι τη μηχανή. Έκανε αναστροφή και ακολούθησε την αντίστροφη διαδρομή.

Αντίθετα με τη διάθεσή τους, ο καιρός άρχισε να στρώνει. Ένας διστακτικός ήλιος άρχισε να χαμογελά αμυδρά. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Η Έμιλι ένιωθε ενοχές για το λάθος της. Ήξερε ότι σε τέτοιες στιγμές ήταν καλύτερα να σιωπά, παρά να πει κάτι και να πυροδοτήσει αλυσιδωτές εκρήξεις οργής του συζύγου της. Όταν όμως έφτασαν στο δρόμο που οδηγούσε στο ξενοδοχείο με έκπληξη συνειδητοποίησαν ότι ήταν όλος ασφαλτοστρωμένος. Μάλιστα, μπροστά στο ξενοδοχείο υπήρχε ένα άνετο και ευρύχωρο πάρκινγκ. Και το κυριότερο, το κτήριο όπου διανυκτέρευσαν δεν υπήρχε! Στη θέση του ήταν ένα άλλο, σύγχρονο και μεγαλοπρεπές, κτισμένο από πέτρα. Τα μόνα στοιχεία που επιβεβαίωναν ότι δεν μπέρδεψαν το μέρος ήταν οι δύο βελανιδιές, δεξιά και αριστερά του, που εξακολουθούσαν να ορθώνουν επιβλητικά το ανάστημά τους και ο όνομα του ξενοδοχείου. Μόνο που η ξύλινη ταμπέλα «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΟΙ ΔΥΟ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ» είχε αντικατασταθεί από neon φώτα.

Ανέβηκαν τις μαρμάρινες εξωτερικές σκάλες και στο πλατύσκαλο συνάντησαν το ίδιο μεταλλικό ποδόμακτρο που θυμόντουσαν. Μπαίνοντας όλα ήταν αγνώριστα. Η διακόσμηση ήταν σύγχρονη και τίποτε δε θύμιζε παλιά εποχή. Το σαλόνι είχε κομψά, άνετα και καλαίσθητα έπιπλα και μια μεγάλων διαστάσεων επιτοίχια τηλεόραση. Το γκισέ της reception ήταν λιγότερο ογκώδες, με συνδυασμό ξύλου στα κάθετα μέρη, κρυστάλλου στην επιφάνεια, κρυφού εσωτερικού φωτισμού led και μιας οθόνης υπολογιστή για τις καταχωρήσεις των πελατών. Τα τηλέφωνα δε σταματούσαν να κουδουνίζουν. Παρατήρησαν, επίσης, μια μεταλλική επένδυση στον τοίχο, που τους έδωσε να καταλάβουν ότι επρόκειτο για πόρτες ασανσέρ.

Η ξύλινη σκάλα είχε αντικατασταθεί από μια μαρμάρινη και είχε μετακινηθεί από το κέντρο του χώρου που ήταν πριν, αντιδιαμετρικά από το σαλόνι, θέτοντας με τον τρόπο αυτό την υποδοχή ως κεντρικό σημείο που διαχώριζε τον χώρο. Ο χειρολισθήρας ήταν λείος και ξύλινος, αλλά η κουπαστή ήταν μεταλλική, χωρίς σχέδια, ακολουθώντας το σύγχρονο στυλ που χαρακτήριζε όλο το οίκημα.

Μια νεαρή καστανή υπάλληλος, γύρω στα εικοσιπέντε, με τα μαλλιά μαζεμένα πίσω, τους είδε σαστισμένους και τους χαμογέλασε.

«Παρακαλώ, πώς μπορώ να σας βοηθήσω;»

«Εεεε… Πόσο καιρό είστε εδώ;» ψέλλισε μουδιασμένος ο Τσαρλς.

«Τι εννοείτε;»

«Από πότε υπάρχει το ξενοδοχείο σας;»

«Δεν ξέρω να σας πω με ακρίβεια, αλλά σίγουρα τα τελευταία σαράντα χρόνια, με διάφορες ανακαινίσεις. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Ό,τι και να σας πούμε» συμπλήρωσε χαμένη η Έμιλι «αποκλείεται να μας πιστέψετε».

Ήταν τώρα σειρά της κοπέλας να σαστίσει.

«Θέλετε να προσπαθήσετε να μου πείτε;» απάντησε ευγενικά, χάνοντας το χαμόγελό της.

Ο Τσαρλς πήρε μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να της εξηγεί.

«Όσο απίστευτο κι αν σας ακούγεται, ήμασταν εδώ. Αφού διανυκτερεύσαμε, φάγαμε το πρωινό μας και πριν από δύο ώρες περίπου αναχωρήσαμε για το Σόουλτρον. Ωστόσο, όλα ήταν διαφορετικά εσωτερικά και εξωτερικά».

«Πώς διαφορετικά;» ρώτησε αρχίζοντας να φρικάρει.

«Να, κοίτα!» φώναξε η Έμιλι τραβώντας τον Τσαρλς από το μανίκι, για να τον αναγκάσει να την προσέξει. Με το δάχτυλο της έδειξε κάποιους κρεμασμένους πίνακες στον τοίχο πριν τη σκάλα. Οι πίνακες απεικόνιζαν εσωτερικά σημεία του ξενοδοχείου που γνώριζαν. Πλησιάζοντας για να δουν καλύτερα, διέκριναν έναν μεγάλο πίνακα στον τοίχο του πλατύσκαλου, που απεικόνιζε την εξωτερική όψη του κτηρίου.

Στο μεταξύ η ρεσεψιονίστ πίεσε ένα κουμπί δίπλα στο γκισέ. Σε λίγα δευτερόλεπτα εμφανίστηκε ένας άντρας. Του εξήγησε τι συμβαίνει και ο άντρας πλησίασε το ζευγάρι. Μόλις εκείνοι τον είδαν, ταράχτηκαν. Η Έμιλι λιποθύμησε μη αντέχοντας τη συγκίνηση. Όπως του εξήγησε ο Τσαρλς, μόλις άρχισε να συνέρχεται η γυναίκα του, ήταν ολόιδιος με τον ξενοδόχο που είχαν γνωρίσει. Μόνο που δεν είχε τα μαλλιά του πιασμένα κότσο, ήταν νεότερος και ντυμένος με σύγχρονα ρούχα. Τους άκουσε έκπληκτος και όταν ο Τσαρλς τελείωσε τη διήγησή του, τους παρατήρησε εξονυχιστικά.

«Ακολουθήστε με» τους προέτρεψε στο τέλος και κατευθύνθηκε σε ένα διάδρομο κάθετο με την είσοδο, όπου ήταν το γραφείο του. Φτάνοντας εκεί τους περίμενε ακόμη μία έκπληξη.

«Σας θυμίζει κάτι ο κύριος αυτός;» ρώτησε δείχνοντας μια προσωπογραφία που κρεμόταν στον τοίχο, ακριβώς πίσω και πάνω από την καρέκλα του.

Το ζευγάρι κοιτούσε σαστισμένο.

«Ναι» πήρε πάλι τον λόγο ο Τσαρλς. «Είναι ο ξενοδόχος που μας περιποιήθηκε και μας υπόδειξε το δρόμο για το Σόουλτρον».

«Είναι ο προπάππος μου» τους εξήγησε «και δε μπορώ να πιστέψω ότι τον γνωρίσατε χθες το βράδυ. Καταλαβαίνετε τι μου λέτε;»

«Είναι αλήθεια» πετάχτηκε η Έμιλι που άρχισε τώρα να συνέρχεται. «Όλα ήταν όπως στους πίνακες. Μας έκανε εντύπωση που έμοιαζαν μιας άλλης εποχής, αλλά θεωρήσαμε ότι αυτό ήταν το στυλ του ξενοδοχείου. Άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο κάναμε το ταξίδι. Για να γνωρίσουμε το παραδοσιακό αναγεννησιακό χωριό του Σόουλτρον. Έτσι, δεν παραξενευτήκαμε που τα πάντα θύμιζαν μιαν άλλη εποχή».

«Από τη μια θέλω να σας πιστέψω, από την άλλη, η λογική δε μου το επιτρέπει. Πώς μπορεί να συνέβη κάτι τέτοιο;»

Δεν μίλησε κανένας.

«Μήπως ήταν ένα έντονο ζωντανό όνειρο, πηγάζοντας από την ανάγκη σας για το συγκεκριμένο χωριό;»

«Και τότε πού κοιμηθήκαμε; Στο αυτοκίνητο; Θα είχαμε πεθάνει από το κρύο. Πιο πριν υπάρχει ένα καφέ, αλλά δεν έχει δωμάτια. Δώστε μου μια εξήγηση σε αυτό και τότε θα δεχτώ ότι όλα αυτά αποτελούν μια φαντασίωση, ένα όνειρο που είδαμε και οι δύο».

«Γιατί γυρίσατε;» τους ρώτησε μετά από λίγο.

«Ξέχασα το κινητό μου στο κομοδίνο του δωματίου μας. Είχα προλάβει να βγάλω δύο φωτογραφίες. Αν το βρούμε, δε θα μπορέσετε να μας αμφισβητήσετε» είπε η Έμιλι με έναν ελαφρύ θρίαμβο στον τόνο της φωνής της.

«Περιμένετε εδώ. Θα επιστρέψω».

Τόσο η Έμιλι, όσο και ο Τσαρλς δεν ξεκόλλησαν τα μάτια τους από τον πίνακα. Ήταν ακατανόητο αυτό που είχε συμβεί. Κάποια στιγμή επέστρεψε ο ξενοδόχος μαζί με έναν ηλικιωμένο κύριο. Ήταν μετρίου αναστήματος, φορούσε στρογγυλά γυαλιά και τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να ασπρίζουν.

«Συγγνώμη για την καθυστέρηση» τους είπε επιστρέφοντας. «Επιτρέψτε μου πρώτα να σας συστηθώ. Ονομάζομαι Λίο και, όπως καταλάβατε, είμαι δισέγγονος του πρώτου ιδιοκτήτη αυτού του ξενοδοχείου».

«Χαρήκαμε πολύ» είπε η γυναίκα και άπλωσε το χέρι της για χειραψία. «Έμιλι και Τσαρλς» συμπλήρωσε.

«Χάρηκα και εγώ. Η ιστορία σας», συνέχισε ο Λίο «μου φάνηκε απίθανη, αλλά ευτυχώς φιλοξενείται σε ένα από τα δωμάτιά μας ο κύριος Αντριάνοφ» είπε και έδειξε τον ηλικιωμένο κύριο δίπλα του «τον οποίο γνωρίζω προσωπικά και είναι εξαίρετος επιστήμονας. Ασχολείται με την παραψυχολογία. Αναζήτησα τη βοήθειά του και έχει κάποιες εξηγήσεις γι’ αυτό που σας συνέβη. Πρώτα από όλα, όμως, να σας ενημερώσω ότι πουθενά δε βρέθηκε το κινητό σας».

Με όλα αυτά που έζησαν, ήταν το τελευταίο πράγμα που ήλπιζαν.

«Χαίρετε» ξεκίνησε να μιλά ο κύριος Αντριάνοφ. «Θα ήθελα να μου διηγηθείτε πρώτα αναλυτικά την ιστορία σας και ύστερα θα σας δώσω την εξήγησή μου».

Το ζευγάρι περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια όσα έζησε τις προηγούμενες ώρες. Ο  Αντριάνοφ τους κοίταξε σκεπτικός και άρχισε να τους εξηγεί.

«Υπάρχει ένα φαινόμενο, τη φύση του οποίου αδυνατούμε να προσδιορίσουμε με σαφήνεια. Ονομάζεται Χρονομετάθεση ή κενό χρόνου. Πρόκειται για την ξαφνική μεταφορά ενός ατόμου σε κάποια χρονική στιγμή πέραν του παρόντος. Εκεί ο χρόνος φαίνεται να χάνει τη γραμμικότητά του και να “αναδιπλώνεται” επιτρέποντας σε κάποιον να παρατηρήσει εικόνες του παρελθόντος. Δύο διαφορετικές χρονικές ζώνες μπορούν να συνυπάρχουν και, μάλιστα, σε σπάνιες περιπτώσεις, η οπτική επαφή είναι αμφίδρομη και η μία εισβάλλει μέσα στην άλλη.

»Διάφορες θεωρίες έχουν εκφραστεί γι’ αυτό το φαινόμενο. Σύμφωνα με μία από αυτές, κάποια συμβάντα, μελλοντικά ή του παρελθόντος, εκπέμπονται μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων και σε κάποιες περιπτώσεις ο εγκέφαλος μας δύναται κάτω από ορισμένες συνθήκες να τα συλλάβει. Σύμφωνα με άλλη, το φαινόμενο εξηγείται με τις ξακουστές Χρονοπύλες».

«Χρονοπύλες;» ρώτησαν γεμάτοι απορία. «Είμαστε αρκετά μεγάλοι για να τα καταλάβουμε όλα αυτά» συμπλήρωσε η Έμιλι.

«Το κατανοώ. Θα σας τα πω πιο απλά. Υπάρχουν ηλεκτρομαγνητικά πεδία τα οποία, όταν μεταβάλλονται δημιουργούν ανοίγματα στον χωροχρόνο και ονομάζονται Χρονοπύλες ή Αστροπύλες ή Ενεργειακές Πύλες. Οι Πύλες αυτές ανοίγουν ξαφνικά και μένουν ανοιχτές για ορισμένο χρονικό διάστημα. Με τον τρόπο αυτό παρουσιάζεται μια δίοδος για να βρεθούμε σε έναν άλλο κόσμο μελλοντικό ή του παρελθόντος. Η διάρκεια των χρονομεταθέσεων είναι συνήθως μερικά δευτερόλεπτα. Έχουν, όμως, καταγραφεί και περιπτώσεις που αυτή διήρκεσε πολύ περισσότερο και, μάλιστα, υπήρξε επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους των δύο διαφορετικών εποχών. Όπως σε εσάς.

»Το πιθανότερο είναι ότι τα άτομα αυτά καταφέρνουν να σχίσουν το πέπλο του χρόνου και να ζήσουν για λίγες ώρες σε μια άλλη εποχή, χωρίς ωστόσο να το επιδιώξουν ή να έχουν συναίσθηση του γεγονότος. Είναι ακόμη πιθανό να περνούν σε κάποιο άλλο χωροχρονικό συνεχές, σε κάποιον παράλληλο κόσμο, που βρίσκεται δίπλα στον δικό μας και έχει πολλά κοινά στοιχεία με αυτόν.

«Γνωρίζουμε πώς προκαλείται;»

«Μπορεί ένα απλό αντικείμενο να βοηθήσει ή να προκαλέσει τη χρονομετάθεση, είτε με την αφή, είτε με κάποιου είδους ενέργεια που εκπέμπεται από αυτό. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου καθρέφτες ή άλλα ανακλαστικά αντικείμενα μεταδίδουν στιγμιαία παρελθούσες εικόνες».

Όλη αυτήν την ώρα άκουγαν εκστασιασμένοι από την αφήγηση του επιστήμονα.

«Ευχαριστώ, καθηγητά» είπε σπάζοντας τη σιωπή ο Λίο. «Θα σας συναντήσω στο living room».

Ο καθηγητής χαιρέτησε το ζευγάρι και αποχώρησε.

«Σκέφτομαι να σας κάνω ένα δώρο» είπε ο ξενοδόχος απευθυνόμενος στο ζευγάρι. Προτού ρωτήσουν τι είδους, τους πρόλαβε ανοίγοντας το μεσαίο συρτάρι από το γραφείο του. «Διαλέξτε μία από αυτές».

Άπλωσε το χέρι και ακούμπησε πάνω στο γραφείο μερικές παλιές φωτογραφίες του ξενοδοχείου.

«Όλες είναι από εκείνο το κτήριο που συναντήσετε. Κάποιες από αυτές στολίζουν τους τοίχους του σημερινού ξενοδοχείου».

Η Έμιλι, αφού επανέλαβε την αναζήτηση, ξεχώρισε μία και του την έδειξε.

«Αν δε σας πειράζει, θα θέλαμε αυτήν».

Την έδειξε στον Λίο και εκείνος χαμογέλασε.

«Ορίστε, είναι δική σας».

Άπλωσε το χέρι του και την επέστρεψε στην Έμιλι.

«Θέλετε να σας φιλοξενήσω για μια ακόμη βραδιά, ώστε να δείτε και τη σύγχρονη πλευρά του ξενοδοχείου;» πρότεινε ο Λίο.

«Ευχαριστούμε, αλλά προορισμός μας εξακολουθεί να είναι το Σόουλτρον και εκεί θα συνεχίσουμε» είπε αποφασιστικά η Έμιλι. «Ίσως κάποια άλλη φορά, τώρα που γνωριστήκαμε».

«Με μεγάλη μου χαρά» επιβεβαίωσε ο Λίο γελώντας.

Βγήκαν από το ξενοδοχείο και κατέβηκαν τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Λίγο προτού μπουν στο αυτοκίνητο, κοίταξαν για τελευταία φορά το οίκημα.

«Δε μου έδειξες… Ποια φωτογραφία διάλεξες;»

Άπλωσε το χέρι της και του την έδωσε. Ο Τσαρλς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του συμφωνώντας με την επιλογή. Η εικόνα έδειχνε το παλιό ξενοδοχείο τοποθετημένο ανάμεσα στις δυο βελανιδιές.

Μετά από μία εβδομάδα το ζεύγος Μπράουν είχε επιστρέψει από τις διακοπές. Γρήγορα επανήλθαν στις καθημερινές τους συνήθειες. Όλο αυτό το διάστημα δεν έκαναν την παραμικρή συζήτηση για το περίεργο συμβάν των διακοπών τους. Η Έμιλι διάλεξε μια όμορφη κορνίζα vintage για τη φωτογραφία που τους δώρισε ο Λίο και την τοποθέτησε πάνω στον αναπαλαιωμένο μπουφέ του σαλονιού τους.

Η γυναίκα έστρωνε το τραπέζι την ώρα που άνοιξε την πόρτα ο Τσαρλς.

«Στην ώρα σου!»

«Όπως έχεις παρατηρήσει, ποτέ δεν αργώ».

«Ναι, σου το αναγνωρίζω» του είπε εκείνη και χαμογέλασε. «Α, πριν καθίσουμε να φάμε, έλα να σου δείξω κάτι».

«Κάποιο καινούριο απόκτημα της συλλογής σου;» την πείραξε ο Τσαρλς.

«Περίπου. Είναι καινούριο απόκτημα, αλλά όχι της συλλογής μου».

«Δηλαδή;» ρώτησε περίεργος.

«Κοίτα!»

Έβγαλε μέσα από την τσάντα της ένα κινητό με ροζ θήκη.

«Πώς σου φαίνεται;»

«Χαριτωμένο, αλλά ξέρεις ότι εγώ δεν τα πάω καλά με την τεχνολογία».

«Αφού χάθηκε το προηγούμενο, ήθελα να πάρω ένα άλλο. Ξέρεις, μήπως φανεί χρήσιμο κάποια δύσκολη στιγμή».

Ο Τσαρλς ξαφνικά άλλαξε διάθεση. Την κοίταξε σιωπηλός και ταυτόχρονα ασυνήθιστα σκεφτικός.

«Συμβαίνει κάτι;» τον ρώτησε σοβαρά.

«Έχεις σκεφτεί καθόλου αυτό το διάστημα τι θα γινόταν αν καλούσαμε τον παλιό σου αριθμό;»

Η Έμιλι κοκάλωσε. Δεν περίμενε αυτήν την ερώτηση.

«Φαντάζομαι μετά από τόσες μέρες το κινητό θα έχει ξεφορτίσει» του απάντησε προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. «Αν όντως είχαμε υποστεί χρονομετάθεση, αφού δεν υπήρχε ρεύμα σε εκείνη την εποχή, το κινητό θα παραμείνει εκεί για πάντα. Κλειστό».

«Όμως, αν ακόμη δεν έχει ξεφορτίσει εντελώς, δε θα ’θελες να μάθεις τι έγινε;» την ξαναρώτησε, αλλά πιο σοβαρός αυτή τη φορά.

Η Έμιλι τον κοίταξε στα μάτια. Η πρότασή του αντήχησε σαν ηχώ στο μυαλό της.

«Είσαι ανόητος» είπε δήθεν θυμωμένη «δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι. Τι φαντάζεσαι; Να ταξιδέψουν τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα στο χωροχρόνο και να φτάσουν σε εκείνη την εποχή; Τσαρλς, σύνελθε! Δε βλέπεις ταινία επιστημονικής φαντασίας στο Netflix».

«Φοβάσαι. Το βλέπω καλά στα μάτια σου ότι φοβάσαι μήπως το ακούσεις να καλεί».

«Άκου φοβάμαι…»

Κάνει πως θίχτηκε.

«Τι έχω να φοβηθώ;»

«Δεν ξέρω. Θέλεις να δοκιμάσουμε;»

Τον κοίταξε πάλι επίμονα. Αν αρνιόταν θα παραδεχόταν πως φοβόταν.

«Θα σου αποδείξω πόσο ανόητος είσαι, πραγματικά» απάντησε και αποφασιστικά πήρε το νέο της κινητό, φόρεσε τα γυαλιά πρεσβυωπίας και πίεσε ένα προς ένα τα πλήκτρα σχηματίζοντας τον παλιό αριθμό του κινητού της.

«Θα βάλω και ανοιχτή ακρόαση, για να μην ψάχνεις μετά δικαιολογίες» συνέχισε, ενώ ταυτόχρονα πάτησε το κουμπί που απεικόνιζε ένα μεγάφωνο. Σε λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε ο ήχος κλήσης. Κοιτάχτηκαν τρομαγμένοι. 

«Καλεί» ψέλλισε η Έμιλι και έσφιξε το χέρι του Τσαρλς. Ο ήχος κλήσης ακούστηκε για άλλη μία φορά. Εξακολουθούσαν να κρατούν σφιχτά τα χέρια τους και να μην τραβά κανένας το βλέμμα του από τον άλλον. Πολύ σύντομα ακούστηκε και τρίτος ήχος κλήσης. Τα χέρια χαλάρωσαν. Τα βλέμματα μετριάστηκαν σε ένταση. Στα πρόσωπα απλώθηκε εκείνο το ελαφρύ χαμόγελο της ανακούφισης. Ο Τσαρλς έπιασε το κινητό και έλεγξε στην οθόνη του τα νούμερα, μήπως από την ταραχή της η γυναίκα του πίεσε κάποιο πλήκτρο λανθασμένα. Προτού ολοκληρώσει τον έλεγχο, ήχησε το τέταρτο χτύπημα και σχεδόν αμέσως άνοιξε η γραμμή. Ακολούθησε σιγή μερικών δευτερολέπτων.  

«Ναι;» έσπασε τη σιωπή  ο Τσαρλς, χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα του από τα μάτια της Έμιλι.

«Παρακαλώ;» ακούστηκε με τραχιά χροιά από το βάθος της άλλης γραμμής, ένας ήχος που έμοιαζε κάτι μεταξύ γραμμόφωνου και παρεμβολής διαστημικής επικοινωνίας.

«Ποιος είναι;» ρώτησε ο άντρας με τρεμάμενη φωνή.

«Ο Ντέιβιντ».

Δύο ζευγάρια μάτια διέστειλαν τις κόρες τους ταλαντώνοντας αφύσικα τις ίριδες, ενώ παράλληλα κάθε αμφιβληστροειδής διογκώθηκε υπέρμετρα σαν να ήταν έτοιμος να δραπετεύσει βίαια από τους θαλάμους της κόγχης. Αντίθετα, οι τυμπανικοί υμένες των αυτιών τους κατέγραφαν στωικά κάθε ήχο της συνομιλίας. Η σιωπή που απλώθηκε στον χώρο είχε το ηχόχρωμα ενός νεκροταφείου.

«Κύριε Μπράουν, εσείς;» ακούστηκε σκαλωμένη και διστακτική η φωνή από την άλλη άκρη και η κλήση διακόπηκε απότομα απελευθερώνοντας ένα ψυχρό ρεύμα, όμοιο με εκείνο μιας παγερής χειμωνιάτικης νύχτας χωρίς θέρμανση, που τους έκανε να αναριγήσει κάθε κύτταρο κατά μήκος της ραχοκοκαλιάς τους…

Γιάννης Τοτονίδης

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

2 σκέψεις στο “Οι Δυο Βελανιδιές – 2”

    1. Μαρία, όπως έγραψα κ στη Σελίδα Thebluez.gr, θεωρώ ότι όποια περαιτέρω συνέχεια θα αποδυνάμωνε την ιστορία. Αφήνω ανοιχτό το τέλος, ώστε ο καθένας να βάλει τη δική του συνέχεια στην ιστορία. Μάλιστα, έδωσα το ελεύθερο στα παιδιά να δεχτούν ως πρακτική Δημιουργικής Γραφής τη συνέχεια από οποιονδήποτε αναγνώστη/τρια θέλει να την γράψει. Αν σου άρεσε τόσο πολύ, θα ήθελα να σε ενημερώσω ότι μπορείς να διαβάσεις εξίσου ενδιαφέρουσες ιστορίες στο βιβλίο μου 10 “ΔΙΑΤΑΡΑΓΜΕΝΑ” ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ…ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ, ΤΡΟΜΟΥ & ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ. Σε ευχαριστώ πολύ που με διάβασες…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook