Οι Δυο Βελανιδιές

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

«Νομίζω έπρεπε να στρίψεις».

«Όχι, πάμε καλά».

«Η πινακίδα έδειχνε δεξιά για Σόουλτρον».

«Δεν πρόσεξες καλά, Έμιλι».

«Είμαι σίγουρη ότι έπρεπε να ακολουθήσεις την έξοδο που μόλις περάσαμε».

«Μην ανησυχείς σου λέω. Θα δεις ότι είμαστε στο σωστό δρόμο».

«Ανησυχώ, Τσαρλς, γιατί άρχισε να σκοτεινιάζει».

«Είδα προηγουμένως, δεν ξέρω αν πρόσεξες την πινακίδα, ότι πιο κάτω έχει ένα καφέ. Θα σταματήσω να ξεμουδιάσουμε και θα ρωτήσουμε κάποιον να μας πει αν πάμε σωστά ή έπρεπε να στρίψουμε».

«Και αν έπρεπε να στρίψουμε, πώς θα γυρίσουμε πίσω;»

«Δεν ξέρω να σου απαντήσω, αλλά αυτός που εργάζεται στο καφέ θα ξέρει σίγουρα. Σύμφωνοι;»

«Σύμφωνοι».

Ο δρόμος ήταν μια ευθεία γραμμή, λες και τη σημάδεψε ένα γιγάντιο χέρι με χάρακα. Το αυτοκίνητο κατάπινε αχόρταγα χιλιάδες μέτρα από άσφαλτο, που έμοιαζε να είναι ατέλειωτη. Σύντομα, χρειάστηκε να ανάψει τα μεγάλα φώτα πορείας, επειδή δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο από την αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε, βέβαια, τους ακολουθούσε κάποιο. Ήταν ολομόναχοι στον αυτοκινητόδρομο. Αυτό τον έκανε λίγο να ανησυχεί. Άλλο να ταξιδεύεις και να διασταυρώνεσαι με αυτοκίνητα ή να σε ακολουθούν και να σε προσπερνούν και άλλο να είσαι παντελώς μόνος. Μια βλάβη σε αυτό το σημείο θα μετέτρεπε το ταξίδι τους σε εφιάλτη.

Ευτυχώς, σκέφτηκε, που ήταν δική της ιδέα. Εμένα δε με ενδιαφέρουν τα ταξίδια. Πιο καλά αισθάνομαι σπίτι. Δε είναι, όμως, σωστό να γίνεται πάντα το δικό μου. Μα, τι ιδέα και αυτή να πάμε στο Σόουλτρον; Επειδή κάποια φίλη της τής είπε πόσο ατμοσφαιρικά ζουν οι κάτοικοί του, θαρρείς πως σταμάτησε ο χρόνος σε μια άλλη εποχή, είναι λόγος αυτός για να τρέξουμε να το δούμε; Μάλιστα, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα δεν χρησιμοποιούν, για να ενσωματωθούν οι επισκέπτες απόλυτα στην ατμόσφαιρα. Εννοείται ότι θα το ξεπληρώσει με την απόλυτη ελευθερία μου τις επόμενες εβδομάδες, που θα γυρίσουμε. Κάθε βράδυ θα πηγαίνω στη pub και τις Κυριακές γήπεδο.

«Βλέπω φώτα. Πρέπει να ’ναι το καφέ» διέκοψε η Έμιλι τις σκέψεις του.

«Τα βλέπω κι εγώ. Για να δούμε» συμφώνησε ο Τσαρλς με φανερή ανακούφιση.

Άναψε το δεξί φλας –για ποιον άραγε, αφού δεν το ακολουθούσε κανένας!– και έστριψε στο πάρκινγκ του καφέ. Ο καιρός δεν είχε τα κέφια του. Ήταν μουντός από το πρωί, αλλά τώρα άρχισε να βρυχάται θυμωμένα. Σπαθωτές λάμψεις έσχιζαν το σκοτάδι στο βάθος. Μόνο η βροχή θα τους έλειπε!

Μπήκαν μέσα. Μια απαλή μουσική θρυμμάτιζε τη σιωπή. Οι θαμώνες ήταν λιγοστοί. Λογικό, θα σκεφτεί κάποιος, αφού δεν υπήρχε κίνηση σε αυτό το κομμάτι του αυτοκινητόδρομου. Ποιος ανόητος τόλμησε και άνοιξε μαγαζί σε αυτό το απόμερο σημείο; Μάλιστα, όπως έδειχνε η πινακίδα έξω που αναβόσβηνε, λειτουργούσε 24 ώρες την ημέρα. Πώς βγάζεις τα έξοδα σε τέτοια επιχείρηση;

Ο Τσαρλς πλησίασε προς το πάγκο. Μία μεσήλικη κυρία τον κοίταζε αδιάφορα περιμένοντας την ερώτησή του.

«Καλησπέρα».

Η κυρία συνέχισε να τον κοιτάζει, χωρίς καν να μπει στον κόπο να του κάνει ένα νεύμα. “Προφανώς”, σκέφτηκε, “θα ρωτήσει κάτι και αφού πάρει την απάντησή του, θα φύγει χωρίς να παραγγείλει κάτι”.

«Μπορούμε να έχουμε δύο καφέδες; Θα κάτσουμε εκεί» είπε και έδειξε προς το βάθος, στο σημείο ακριβώς που έβλεπαν έξω το σταθμευμένο αυτοκίνητό τους.

«Καθίστε και θα σας τους φέρω» είπε προσπαθώντας τώρα να δώσει εύθυμο τόνο στη φωνή της.

Ο άντρας κατευθύνθηκε στο τραπέζι που ήδη είχε καθίσει η γυναίκα του.

«Σου είπε κάτι;»

«Δε ρώτησα. Καλύτερα ρώτα την εσύ. Δε μου φάνηκε ιδιαίτερα φιλική. Ίσως εσύ, επειδή είσαι γυναίκα…»

«Όλο μισές δουλειές κάνεις» είπε η Έμιλι με δυσφορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο.

Σε λίγο εμφανίστηκε η σερβιτόρα με τους δύο καφέδες.

«Να σας ρωτήσω κάτι;» ρώτησε αμέσως η Έμιλι.

«Ακούω» απάντησε εκείνη σερβίροντας τους καφέδες.

«Θέλουμε να πάμε στο Σόουλτρον…»

Προτού ολοκληρώσει την πρόταση, η σερβιτόρα ξέσπασε σε ένα νευρικό γέλιο.

«Στο Σόουλτρον; Τώρα εξηγείται πώς βρεθήκατε στο μαγαζί μου. Χρυσή μου, έχετε μπερδευτεί για τα καλά».

Η Έμιλι έριξε μια φαρμακερή ματιά στον Τσαρλς που δεν άντεξε το δηλητήριό της και έστριψε το βλέμμα του αλλού.

«Αν θέλετε να με ακούσετε, σας συμβουλεύω να διανυκτερεύσετε κάπου σήμερα και αύριο, με το φως της ημέρας ψάχνετε το σωστό δρόμο».

«Πού να διανυκτερεύσουμε; Έχετε δωμάτια;»

«Έχεις και χιούμορ, γλυκιά μου! Φυσικά, δεν έχω δωμάτια. Θα είχα πεθάνει τότε. Ξέρεις τι είναι να κουμαντάρεις μόνο αυτό το μαγαζί; Φαντάζεσαι να είχα και άλλους μπελάδες;»

«Τότε;»

«Συνεχίστε ευθεία και στα τρία χιλιόμετρα θα συναντήσετε έναν παράλληλο παράδρομο. Ακολουθήστε τον και σε μια διαδρομή ενός δεκαλέπτου θα συναντήσετε μία πανσιόν. Εκεί, θα σας περιποιηθούν».

«Είναι εύκολο μετά να μπούμε πάλι στην πορεία μας»;

«Θα σας καθοδηγήσουν στην πανσιόν. Μη σας μπερδέψω».

«Ευχαριστώ».

«Στο Σόουλτρον; Χα χα χα χα….» χαχάνισε μόνη της και απομακρύνθηκε επιστρέφοντας στον πάγκο της.

Ο Τσαρλς την κοίταξε ένοχα.

«Σου το ’πα» στρίγκλισε χαμηλόφωνα «αλλά δε μ’ ακούς. Όλο τον έξυπνο κάνεις».

«Ό,τι έγινε, έγινε. Έτσι κι αλλιώς, όταν μου το ’πες, ήταν αργά. Φαντάζεσαι να έκανα αναστροφή στην εθνική; Θα είχαν σπάσει τα τύμπανά μου από τις τσιρίδες σου».

Η Έμιλι δεν έβγαλε άχνα.

«Ας ηρεμήσουμε πίνοντας τον καφέ και ας πάμε να μείνουμε απόψε στην πανσιόν που μας είπε η τρελαμένη σερβιτόρα. Αύριο θα μάθουμε τον δρόμο και θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Εξάλλου», είπε αλλάζοντας σκανδαλιάρικα τον τόνο της φωνής του «είμαστε σε διακοπές, σωστά; Περιπέτειες δε λαχταρούσες; Δες τη θετική πλευρά. Θα το συζητάς με τις φίλες σου και θα γελάτε για ένα χρόνο μαζί μου. Ούτε κλείσαμε ξενοδοχείο, για να σκεφτείς τα χρήματα που χάσαμε, ούτε μας περιμένει κανένας στο Σόουλτρον. Ας εξερευνήσουμε την περιοχή».

«Σιγά, μικρέ εξερευνητή» απάντησε με μια ξινή έκφραση στο πρόσωπό της, λες και ήπιε ένα ποτήρι χυμό λεμόνι.

«Να σου πω τι έγραψε ένας Έλληνας ποιητής για την Ιθάκη;»

«Τα ποιήματα στους φίλους σου. Πιες τον καφέ σου να φύγουμε, προτού αρχίσει να βρέχει».

Έμεινε για λίγο σκεφτική και ύστερα συμπλήρωσε:

«Δεν έχεις άδικο, ωστόσο. Μια περιπέτεια θα με ξαναζωντανέψει».

Με το που μπήκαν στο αμάξι ο ουρανός άνοιξε τις στρόφιγγες και άφησε να χυθούν τόνοι νερού. Οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν στη μεγαλύτερη ταχύτητα, αλλά παρόλα αυτά το υδάτινο πέπλο δεν υποχωρούσε. Γι’ αυτό το λόγο ο Τσαρλς οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα. Κανείς δε μιλούσε. Και οι δύο ήταν φοβισμένοι και προβληματισμένοι. Η Έμιλι έψαξε το κινητό της. Η ένδειξη της μπαταρίας που έδειχνε 9% την ανησύχησε.

«Πώς θα καλέσουμε κάποιον, αν χρειαστεί;» σκέφτηκε, χωρίς ωστόσο να το αναφέρει στον Τσαρλς, για να μην τον πανικοβάλει. «Ελπίζω να βρούμε γρήγορα το ξενοδοχείο και να το φορτίσω».

Ευτυχώς άστραφτε συχνά και φώτιζε τον ολοσκότεινο δρόμο. Μία από αυτές τις αστραπές τους έδειξε τον παράδρομο. Διήνυσαν πολλά χιλιόμετρα και δεν είδαν καμία πανσιόν. Ή μήπως η δυσχερής ορατότητα τους έκανε να πιστεύουν πως ταξίδευαν για αρκετή ώρα; Ο χρόνος έμοιαζε να έχει χάσει την οντότητά του. Σαν να γλίστρησαν σε άλλη διάσταση, όπου επικρατούσε άλλη μονάδα μέτρησης χρόνου.

Ξαφνικά είδαν κάποια αχνά φώτα. Ο Τσαρλς μείωσε αισθητά την ταχύτητα. Σχεδόν σταμάτησε. Πλησίασε αργά και κοίταξε πιο προσεχτικά. Προτού βεβαιωθεί, μια κραυγή ανακούφισης –περισσότερο λύτρωσης– ξεχύθηκε από την Έμιλι.

«Αυτό είναι!»

Στάθμευσε το αυτοκίνητο ακριβώς έξω από το κτήριο, δεξιά και αριστερά του οποίου όρθωναν θυμωμένες το ανάστημά τους δύο επιβλητικές βελανιδιές. Ήταν διώροφο, ξύλινης κατασκευής. Η όψη του ήταν βγαλμένη από μια άλλη εποχή πολύ παλαιότερη. Από τα ορθογώνια ξύλινα τζάμια διακρίνονταν σκιές να κινούνται στο εσωτερικό, ενώ αχνά φώτα τρεμόπαιζαν παιχνιδιάρικα. Εξωτερικά υπήρχε μόνο ένα φως, ακριβώς πάνω από την ξύλινη εξώπορτα. Μετά βίας διέκριναν την ταμπέλα: «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΟΙ ΔΥΟ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ». Γύρω από το οίκημα δεν υπήρχε ούτε άσφαλτος ούτε καν τσιμέντο. Μόνο χώμα, που τώρα πια είχε μετατραπεί σε λάσπη.

«Μάλλον έχει διακοπή ρεύματος και άναψαν κεριά. Δεν εξηγείται αλλιώς τόσο χαμηλός φωτισμός» μουρμούρισε ο Τσαρλς, περισσότερο σαν να μονολογούσε, παρά σαν να απευθυνόταν στη γυναίκα του.

«Δε με ενδιαφέρει καθόλου» απάντησε εκείνη κοφτά. «Μου φτάνει που βρήκαμε επιτέλους ένα μέρος να ξαποστάσουμε. Είχα αρχίσει να φοβάμαι».

Την ευθύνη μεταφοράς των αποσκευών στο ξενοδοχείο ανέλαβε, φυσικά, ο Τσαρλς. Η Έμιλι άνοιξε την ομπρέλα της και βιαστικά ανέβηκε τα τρία ξύλινα σκαλοπάτια μέχρι να φτάσει στην εξώπορτα. Σκούπισε σχολαστικά τα παπούτσια της στο μεταλλικό ποδόμακτρο, που ήταν τοποθετημένο στα αριστερά της εισόδου, και μπήκε μέσα. Ακολούθησε ο Τσαρλς φορτωμένος με τρεις βαλίτσες, μούσκεμα από τη βροχή.

Μπαίνοντας βρήκε την Έμιλι να περιεργάζεται το εσωτερικό. Η διακόσμηση του ξενοδοχείου παρέπεμπε σε κάτι διαφορετικό από την εποχή που ζούσαν. Πουθενά δεν υπήρχαν τηλέφωνα, ούτε ασανσέρ, ούτε οτιδήποτε θύμιζε τη σημερινή εποχή. Στα δεξιά ήταν το σαλόνι, με λίγα τραπέζια και καρέκλες, όπου επικρατούσε ένα μείγμα τεχνοτροπίας μπαρόκ και ροκοκό. Τα έπιπλα ήταν μικρά, χαριτωμένα και εκλεπτυσμένα, όλα φτιαγμένα από βαρύ ξύλο, έχοντας ως σταθερά χαρακτηριστικά την καμπύλη γραμμή, τα κυρτά πόδια με βοστρυχωτά πέλματα και τη λεπτή πολυχρωμία των πολύτιμων ένθετων ξύλων από τις Ινδίες. «Ένα ξενοδοχείο φτιαγμένο στα παλιά πρότυπα, ακριβώς όπως μου τα περιέγραψε η Σούζαν» σκέφτηκε ενθουσιασμένη από μέσα της. «Πού να φτάσουμε και στο Σόουλτρον!»

Πήρε το κουδουνάκι που ήταν αντίστροφα τοποθετημένο πάνω στο γκισέ της reception και το χτύπησε ελαφρά. Σε λίγα δευτερόλεπτα εμφανίστηκε ο ξενοδόχος, γύρω στα πενήντα, με τα μαλλιά του πιασμένα κότσο και ντυμένος με ρούχα παλιάς εποχής. Φορούσε ένα μαύρο βελούδινο σακάκι που έφτανε ως τη ζώνη, με παραγεμισμένο μανίκι, ντούπλετ, ένα πανωφόρι διακοσμημένο με χρυσές κλωστές, κουμπιά και κοντά μανίκια μέχρι τον αγκώνα, αφήνοντας να φανούν τα φαρδιά μανίκια του γεμάτου με δαντέλες και φιόγκους λινού πουκάμισου, μία κιλότα –παντελόνι με σούρα και φουσκωτό– φουσκωτό στους μηρούς και στενό κάτω, μακριές κάλτσες που έφθαναν ψηλά στους μηρούς και υποδήματα στολισμένα με κορδέλες και κουμπιά.

Ήταν αδύνατον να μην θαυμάσουν την ακριβή ενδυματολογική αναπαράσταση της εποχής. Τον κοιτούσαν έκθαμβοι και εντυπωσιασμένοι.

«Παρακαλώ;» ρώτησε με σοβαρό ύφος.

«Θα θέλαμε ένα δωμάτιο» είπε η Έμιλι.

«Για σήμερα;»

«Ναι, χαθήκαμε και με αυτόν τον καιρό πού να ταξιδέψεις τέτοια ώρα».

«Πολύ ωραία».

Τράβηξε με τη σειρά του ένα κορδόνι που κρεμόταν δεξιά και ψηλά από το γκισέ και πολύ γρήγορα εμφανίστηκε ένας νεαρός, γύρω στα δεκαπέντε.

«Θα σας βάλω στον δεύτερο όροφο, για να έχετε ησυχία και να ξεκουραστείτε».

Αμέσως στράφηκε στον νεαρό.

«Στο 204, Τζορτζ».

Ύστερα, απευθυνόμενος στο ζεύγος ρώτησε:

«Αλήθεια, πως λέγεστε; Εγώ είμαι ο Ντέιβιντ».

«Χαρήκαμε πολύ» απάντησε η Έμιλι. «Είμαστε το ζεύγος Μπράουν».

«Χαίρω πολύ» αντιχαιρέτησε ο Νέιβιντ με μια ελαφρά υπόκλιση στο σώμα του.

«Από εδώ» είπε ο Τζορτζ, καθώς πήρε και τις τρεις βαλίτσες. Προχώρησε μπροστά και το ζευγάρι τον ακολούθησε. Ανέβηκαν την ξύλινη σκάλα που ήταν κατασκευασμένη στο κέντρο του χώρου, διαχωρίζοντας λειτουργία και δομή σε δύο μέρη ίσα και συμμετρικά. Ο χειρολισθήρας ήταν λείος, ενώ η κουπαστή έφερε περίτεχνα σχέδια, αναδεικνύοντας το λεπτεπίλεπτο γούστο του ιδιοκτήτη.

Φτάνοντας στο δωμάτιο ο θαυμασμός τους κορυφώθηκε. Ήταν κομψό, επιβλητικό, άριστα διακοσμημένο και προσεγμένο σε όλες του τις λεπτομέρειες. Κάθετα, όπως άνοιξαν την πόρτα, βρισκόταν ένα τεράστιο δίκλινο κρεβάτι, με ουρανό και υπέροχες εκρού κουρτίνες που έπεφταν ανάλαφρα. Έφερε τέσσερις γωνιαίες κολόνες, αρκετά ψηλές, για να στηρίζουν το πλούσιο και βαρύ επιστέγασμα, δίνοντας μεγάλο ύψος στο δωμάτιο και μια ανάλογη αίσθηση ελευθερίας, ενώ το κάλυπτε ένα βαρύ σεντόνι και δύο μεγάλες, γεμισμένες, παλιές μεταξωτές μαξιλάρες με χειροποίητα κεντημένα σχέδια.

Δύο κομοδίνα από μασίφ ξύλο σκαλισμένα στο χέρι ήταν τοποθετημένα δεξιά και αριστερά από το κρεβάτι και δέσποζαν στο χώρο. Καθένα από αυτά διέθετε τρία συρτάρια διακοσμημένα με ξύλινο κορδονάκι περιμετρικά και πόμολο χούφτας, ζωγραφισμένα στο χέρι με όμορφα αριστοτεχνικά σχέδια. Στα ξύλινα παράθυρα οι ασπροκέντητες χειροποίητες κουρτίνες συμπλήρωναν την ομορφιά του χώρου. Ένα σεκρετέρ κάτω από έναν ξύλινο καθρέφτη, μια συρταριέρα και ένας καναπές συμπλήρωναν τα έπιπλα του δωματίου. Τέλος, ένα τρίπτυχο παραβάν ζωγραφισμένο και αυτό στο χέρι, βοηθούσε στη διακριτική απομόνωση των ατόμων που διέμεναν στο χώρο.

Ο Τζορτζ εναπόθεσε τις βαλίτσες, τους καληνύχτισε και αποχώρησε, προτού καν προλάβει ο Τσαρλς να του δώσει φιλοδώρημα.

«Πρώτη φορά συναντώ γκρουμ που να αδιαφορεί για φιλοδώρημα» είπε κοιτάζοντας με απορία τη γυναίκα του. Εκείνη κούνησε αδιάφορα τους ώμους της κάνοντας μια χαρακτηριστική γκριμάτσα και έψαξε το κινητό της.

«Είναι όλα τόσα υπέροχα που πιστεύω πως ζω σ΄ένα όνειρο. Γι’ αυτό θα βγάλω μια φωτογραφία, για να τη δείχνω στους φίλους μας».

Η ένδειξη είχε πέσει στο 7%. Άνοιξε τον κωδικό, έψαξε την εφαρμογή της φωτογραφικής μηχανής και εστίασε στο χώρο.

«Φύγε από εκεί είπε στον άντρα της ενοχλημένη. Δε βλέπεις πως μου καταστρέφεις το θέμα;»

«Γιατί, πειράζει να είμαι και εγώ μέσα;»

«Άσε τα χαζά σου και απομακρύνσου αμέσως. Δεν έχω πολλή μπαταρία».

Ο Τσαρλς αποχώρησε σιγομουρμουρίζοντας και η Έμιλι, αφού συνέθεσε το κάδρο της, ακούμπησε με το δάχτυλο το σημείο της οθόνης που ενεργοποιούσε τον μηχανισμό λήψης φωτογραφίας. Ακούστηκε ένας χαρακτηριστικός κοφτός ήχος. Γύρισε τον φακό της προς άλλη κατεύθυνση. Ακούστηκε πάλι ο χαρακτηριστικός κοφτός ήχος και αμέσως μετά έκλεισε τη συσκευή.

«Αυτό ήταν! Δε θα βγάλω άλλες. Η μπαταρία βρίσκεται πλέον στο 6%. Καλύτερα να μην ξεφορτίσει εντελώς και δεν έχουμε ούτε κινητό» μουρμούρισε δυσαρεστημένη που περιορίστηκε μόνο σε δύο φωτογραφίες.

«Μην ανησυχείς. Αύριο θα πάμε στον πολιτισμό και θα μπορέσεις να το φορτίσεις».

«Αν μας συμβεί κάτι στον δρόμο να δω τι θα κάνουμε. Σου το ’πα τόσες φορές πριν ξεκινήσουμε. Αγόρασε ένα φορτιστή αυτοκινήτου, αλλά εσύ είσαι αλλεργικός με την τεχνολογία. Τώρα θα μπορούσα να βγάλω τόσες υπέροχες φωτογραφίες. Πού θα ξαναβρούμε τέτοιο φανταστικό ξενοδοχείο;»

«Καλά, μην κάνεις έτσι! Στο γυρισμό θα περάσουμε πάλι από εδώ και θα παρακαλέσουμε τον ιδιοκτήτη να βγάλουμε όσες φωτογραφίες θέλεις. Έλα τώρα, ας ετοιμαστούμε να κοιμηθούμε, γιατί είμαι αρκετά κουρασμένος».

Ο ύπνος ήταν βαθύς. Ο Ησίοδος είχε χαρακτηρίσει τον ύπνο σαν γιο της νύχτας κι αδερφό του θανάτου. Όποτε ο φόβος σκιάσει την ψυχή του ανθρώπου τη φορτώνει με τεράστιους βράχους. Όποτε, όμως, ξαλαφρώσει από αυτούς, βυθίζεται –κατά τους αγγλοσάξονες– στον «παράδοξο ύπνο», γνωστότερο ως REM. Οι βραχείες «εγκεφαλικές θύελλες», που συνοδεύονταν από τις γοργές κινήσεις των βολβών των ματιών τους κρατούσαν σεκόντο στις καιρικές θύελλες που επικρατούσαν έξω.

Ξύπνησαν νωρίς το πρωί και βιαστικά κατέβηκαν στην τραπεζαρία, για να πάρουν το πρωινό τους. Εκεί συνάντησαν μία κυρία που όσο κι αν ήθελαν να μην την παρατηρήσουν, τα βλέμματά τους δεν ξεκολλούσαν από πάνω της. Το φόρεμά της είχε εφαρμοστό μπούστο, φαρδιά μανίκια σε στυλ παγόδας, κλειστή λαιμόκοψη με βολάν στον γιακά, διακόσμηση από δαντέλα και σχήμα καμπάνας. Η μέση της ήταν τονισμένη και αποτελούνταν από ένα κορσάζ, στο οποίο συρραπτόταν φούστα με ουρά, ανοιχτή μπροστά. Οι πτυχές της φούστας συγκεντρώνονταν πίσω, πάνω από το τουρνούρι. Επιπλέον, φορούσε ένα μεγάλο καπέλο και έφερε μία κάπα στους ώμους της.

«Ποια φοράει στις μέρες μας τέτοια;» ψιθύρισε η Έμιλι ειρωνικά στον Τσαρλς.

Ολοκληρώνοντας το πρόγευμα πέρασαν από τη reception.

«Όλα εδώ είναι πάρα πολύ όμορφα» είπε ενθουσιασμένη η Έμιλι.

«Χαίρομαι που σας άρεσε, αλλά…» είπε με δισταγμό ο ξενοδόχος και κοντοστάθηκε. «Από πού έρχεστε;»

«Από το Λονδίνο» απάντησε κομπάζοντας ως γνήσιος πρωτευουσιάνος ο Τσαρλς.

«Έτσι εξηγείται!»

«Τι;» ρώτησαν και οι δυο με μια φωνή.

«Το ντύσιμό σας. Πάντα είναι πρωτοπόροι οι Λονδρέζοι».

«Αυτό, ομολογώ χωρίς ίχνος σεμνότητας ότι οφείλεται αποκλειστικά σε εμένα» πετάχτηκε η γυναίκα.

«Συγχαρητήρια, κυρία μου, έχετε καταπληκτικό γούστο».

«Ευχαριστώ πολύ».

Κοίταξε τον άντρα της με φανερή υπεροψία στην έκφρασή της.

«Τα ακούς; Και μου κάνεις τον δύσκολο, όποτε σου λέω πως να ντυθείς».

Δεν πρόλαβε να ανοίξει το στόμα του ο Τσαρλς και η Έμιλι στράφηκε πάλι στον ξενοδόχο.

«Θα θέλαμε να σας ζητήσουμε μία μικρή χάρη» είπε με γλυκύτητα στη φωνή της.

«Παρακαλώ» απάντησε με προθυμία ο ξενοδόχος και όρθωσε καμαρωτά το ανάστημά του.

«Μήπως μπορείτε να μας πείτε πώς θα φτάσουμε στο Σόουλτρον;»

«Δυστυχώς, δεν έχει ανταπόκριση προς τα εκεί».

«Μην ανησυχείτε, έχουμε δικό μας μέσο» τον καθησύχασε ο Τσαρλς.

«Ω, μα τότε είναι πολύ απλό. Θα συνεχίσετε τον δρόμο μπροστά από το ξενοδοχείο. Σε κάποια στιγμή θα συναντήσετε μια γέφυρα. Δε θα την περάσετε, αλλά θα στρίψετε αριστερά. Ακολουθείτε εκείνον τον δρόμο για αρκετή ώρα, ώσπου να βρεθείτε σε ένα σταυροδρόμι. Εκεί, θα συνεχίσετε στον λοξό δρόμο, στα δεξιά. Κάποια στιγμή θα βρεθείτε μπροστά στο Σόουλτρον».

«Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ» απάντησε ευγενικά ο Τσαρλς, με έκδηλη ικανοποίηση. «Παρακαλώ, ετοιμάστε τον λογαριασμό μέχρι να μαζέψουμε τις βαλίτσες μας».

«Ευχαρίστως».

Άλλη μία έκπληξη τους επεφύλασσε ο λογαριασμός. Η κομψότητα, η εκλεπτυσμένη πολυτέλεια, η απαράμιλλη ομορφιά που διαχέονταν σε όλους τους χώρους, αλλά και η εξαιρετική περιποίηση δεν είχαν υψηλό κόστος, όπως ανησυχούσαν. Αφού επιβεβαίωσαν δυο φορές ότι δεν πρόκειται περί λάθους, πλήρωσαν σε κέρματα και αποχώρησαν. Ο Τζορτζ δεν ήταν κάπου τριγύρω, γι’ αυτό ο Τσαρλς μετέφερε τις βαλίτσες στο αυτοκίνητο μόνος του.

Η διαδρομή ήταν ακριβώς όπως τους την περιέγραψε ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου. Η βροχή είχε πλέον κοπάσει, αλλά ο άνεμος συνέχιζε να σφυρίζει θυμωμένος. Τα σύννεφα εξακολουθούσαν να είναι γκρίζα, ωστόσο έδειχναν ότι μετά από τόση νεροποντή είχαν πλέον ξεφορτώσει το υδάτινο φορτίο τους και ο ήλιος που καραδοκούσε στο βάθος θα κατάφερνε να δραπετεύσει από τον μπαμπακένιο κλοιό τους. Την αισιόδοξη νότα στην πορεία τους ήρθε να προσθέσει και η εμφάνιση της ασφάλτου. Ο λασπωμένος χωμάτινος δρόμος, που δυσκόλευε την κίνηση του αυτοκινήτου, έλαβε τέλος, οι ρόδες μπορούσαν να κινηθούν με άνεση και το όχημα να αναπτύξει μεγαλύτερη ταχύτητα.

Ήταν βυθισμένοι στις σκέψεις τους. Κανείς δε μιλούσε. Πρέπει να είχαν περάσει περίπου τρία τέταρτα της ώρας από τη στιγμή που ξεκίνησαν, όταν έφτασαν στη διασταύρωση που τους υπέδειξε ο ξενοδόχος. Λίγο μετά, αφότου ακολούθησαν τον λοξό δρόμο, η Έμιλι φάνηκε ξαφνικά υπερβολικά ανήσυχη…

Συνεχίζεται…

Γιάννης Τοτονίδης

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

9 σκέψεις στο “Οι Δυο Βελανιδιές”

    1. Σε ευχαριστώ Στέλλα που βυθίστηκες στην ιστορία. Νομίζω ότι δε θα σε απογοητεύσει η συνέχεια. Σύντομα -πιστεύω- θα δημοσιευθεί. Χωρίστηκε σε δύο μέρη για λόγους πρακτικής.

    1. Ευχαριστώ Νατάσα που έκανες τον κόπο να τη διαβάσεις, που μπήκες στον κόπο να σχολιάσεις κ περισσότερο που σου άρεσε τόσο, ώστε να αδημονείς για τη συνέχεια. Σύντομα πιστεύω θα αποζημιωθείς…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook